frear

Για «Το μηδέν σε φωλιά» της Κλεοπάτρας Λυμπέρη – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Το μηδέν σε φωλιά, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2018.

Δώσ’ μου δώσ’ μου, Μούσα, τη χαρά να είμαι ωραία
καθώς αυτοί θα μιλούν κι εγώ/ θ’ ακούω

Με αυτήν την επίκληση στη Μούσα και τον υπαινικτικό τίτλο Το Μηδέν σε φωλιά, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη μπαίνει στην εξερεύνηση των άγνωστων τοπίων του «μηδενός» και της φωλιάς του. Και επειδή το μηδέν, εκ πρώτης όψεως, παραπέμπει στο τίποτα, η εξερεύνηση αυτή γίνεται στο βάθος της ψυχής· εκεί εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, η φωλιά, εκεί που έχει την πηγή του και την πληγή του το «μηδέν». Και, υποχρεωτικά, από τη λέξη στο σχήμα, το «μηδέν» οδηγεί σε μια μεγάλη τρύπα.

Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη, με αυτή την έκτη συλλογή της, μπήκε στη φωλιά σαν πουλάκι που αηδονάει στο δάσος, λυπητερά, ή, αλλιώς, το τραγούδι της αηδόνας, σε δική της εκδοχή. Μια μικρή μετατόπιση στη συγγενή λέξη «ούτις», με την οποία ονομάτισε ο ομηρικός Οδυσσέας τον εαυτό του, μας δείχνει πως το ποιητικό ανάλογο δεν μιλάει για τον «Κανένα» ως μη υπάρχοντα, αλλά για τη μάσκα εκείνου που έδρασε κάτω από μια ακυρωτική της ύπαρξης λέξη. Και επειδή τίποτα δεν γίνεται από το τίποτα και ο πατήρ πάντων ημών, ο Όμηρος, κάτι ξέρει από αυτά, οφείλουμε να βυθιστούμε λίγο πιο βαθιά από την επιφάνεια που ηγεμονεύει το φαινομενικό «μηδέν». Ο Πλωτίνος άλλωστε ως άρρητο και μη ον θεωρεί την υπέρτατη αρχή των πάντων, τον Θεό!

Στα εικαστικά ανάλογα θα βρούμε μια κρήνη- μια λεκάνη στρογγυλή με τα πουλιά στα χείλη· σκύβουν να πιουν νερό και στέκουν (Μουσείο Καπιτωλίου, μωσαϊκό, 2ος π.Χ. αιώνας). Πού σκύβουν να πιουν νερό και σε τίνος άκρη στέκουν;

Να είναι εκείνη η άβυσσος από την οποία ερχόμαστε και στην οποία μετά καταλήγουμε, σχηματικά, τουλάχιστον, ως αναπαράσταση; Στο «μηδέν» η πηγή μας και η κατάληξή μας; η ζωή μας και ο θάνατό μας;

Όπως ήδη έχει φανεί, η Λυμπέρη προβαίνει στην ποιητική εκδοχή αυτής της αναζήτησης με ένα κείμενο που είναι πολυμορφικό στην επιφάνεια, ενώ στο φόντο στέκει ο σύμπας κόσμος και η σύμπασα Ποίηση. Πολλούς μεγάλους ξένους, με τα ονόματά τους, και πολλούς Έλληνες, χωρίς τα ονόματά τους, θα χρησιμοποιήσει για τα θεμέλια της «φωλιάς» της.

Οι τίτλοι της μοιάζουν με τους τίτλους των λατινικών πραγματειών, με την πανομοιότυπα επανεμφανιζόμενη πρόθεση «Περί», στον τύπο της De rerum natura, De breviatate vitae κ.λ.π., πλην του 5ου ποιήματος «Όπερα της ενδιάμεσης όρασης» (με τη λέξη «όπερα» να τραμπαλίζεται ανάμεσα σε πολλά κειμενικά σημαινόμενα).

Πρώτο, εισαγωγικό ποίημα της συλλογής, εκτός αρίθμησης, αποτελεί η παρουσία ενός εξαγράμμου, «Περί Ποιήσεως», από το οποίο λείπουν όλες οι λέξεις, πλην της μιας (ή δύο) – «το στήθος»- το οποίο αναδύεται εικαστικά από το κενό και το τίποτα, όπως αναδύονται οι λέξεις που το δηλώνουν. Το στήθος είναι η τροφός του σύμπαντος ή «άρθρο μελλοντικού Συντάγματος» (Οδυσσέας Ελύτης, Τρία Ποιήματα με σημαία ευκαιρίας, «Ο κήπος βλέπει», 4). Στο Φωτόδεντρο και… , «Εκείνο που δεν γίνεται» θα πει τους στίχους: Κορίτσι που από το γυμνό σου/στήθος σαν από σχεδία κάποτε μ’ έσωσε ο Θεός. Δίνοντας αυτό που αναδύθηκε από το κενό ή το «μηδέν» της Λυμπέρη.

Λες και ότι από το «μηδέν» αναδύεται το ελάχιστο κάτι του καθενός μας και αυτό μας τρέφει. Πιο κάτω, και σε μεγάλη απόσταση, δύο προτάσεις εκ των οποίων, και πάλι, η μία φέρει το βάρος, μέσα σε ένα ερώτημα σερβιρισμένο ερωτηματικά: «Η ποίηση είναι επινόηση ή δάσος με αηδονάκια;».

Το δάσος με τα αηδονάκια, όπως τα φύλλα στα δέντρα που πέφτουν και ξαναγεννιούνται, οι εποχές και όλα όσα η μεγάλη φύση διδάσκει, δίνουν την αφορμή για την επινόηση και έτσι από το μηδέν να γεννηθούν τα πάντα. Δεν είναι τυχαίο πως ο δημιουργός «Είπε» και γεννήθηκαν τα πάντα, ότι «Εν αρχή ην ο Λόγος» και ο λόγος είναι δημιουργός και ο δημιουργός είναι ποιητής. Και αφού έγινε η αρχή και η μπήκε η πρώτη λέξη, γεννήθηκε και η Ποίηση, ο έρωτας και ο πόλεμος. Από ένα τέτοιο «μηδέν» ξεκίνησαν όλα.

Όταν η ποιήτρια λέει «Η αγάπη κατοικεί σε φωλιά» μας δείχνει κάπως τον δρόμο για να πάμε από τη φωλιά στη γονιμοποίηση, στη δημιουργία, αφού έτσι κι αλλιώς εκεί που πρώτα τίποτα δεν κατοικούσε φύτρωσε ένα κάτι και βγήκε από τη φωλιά του. Είναι ο έρωτας το «μηδέν»; Για ένα «μηδέν» τόσοι στίχοι, τόσα δάκρυα, τόσο αίμα; Η ποιήτρια έχει παρατηρήσει σωστά: «η λέξη αγαπώ στην αρχή ήταν ωραίο· ύστερα έγινε μήλο χαλασμένο». Δεν είναι τυχαίο το «ο» αντί του «α». Δεν είναι η «λέξη» που χαλάει, αλλά το «αγαπώ». Το «σ’ αγαπώ» που όταν «ηχεί καλύτερα/ τρίζει μέσα στα σπλάχνα». Το ερώτημα, «Η ποίηση είναι επινόηση ή δάσος με αηδονάκια;» παραμένει ανοιχτό και επαναλαμβάνεται στο τέλος της συλλογής.

Στο «Περί», λοιπόν, και πάλι, όπου προσδιορίζεται το «τι» αυτής της γενικής και της ποιητικής ανησυχίας, πρώτο ποίημα «Περί διαρκείας…» «Le dur desir de durer», «το βασικό κίνητρο του καλλιτέχνη είναι η σταθερή επιθυμία της διάρκειας», που όμως «ποδηλατεί προς βέβαιη λακκούβα», ωστόσο, ποδηλατεί για να δώσει σώμα στο διατρέχον όλη τη συλλογή «μηδέν». «Το μηδέν κατοικεί σε φωλιά – πτηνά καλλικέλαδα/ οι τρεις διάρκειες, οι μικρές οι μεγάλες» και το εικαστικό ανάλογο που αναφέραμε ήδη καθώς και το ακόλουθο ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου, ο οποίος γονιμοποιεί αυτό το «μηδέν» στη μορφή μιας σταγόνας: «Μετέωρη στιγμή σαν το φλουρί που μια στιγμή γυαλίζει πριν πέση. Νόστιμον είναι πως όταν πέση χάνεται. Μένουν οι λέξεις όμως, τα πουλιά, μένει η φωνή τους, και όπου καθήσουν, σε γυμνά κλαριά ή σε ποτήρια γιομάτα μαργαρίτες, φυτρώνει ένα πούπουλο ή ένα πτερό με ρόδινη αιχμή, καθώς σπονδή στον άνεμο» (Ενδοχώρα, «Ο πλόκαμος της Αλταμίρας», 4). Πιστεύω πως η απόσταση από τον Εμπειρίκο στην Λυμπέρη είναι πολύ μικρότερη εκείνης που δείχνει.

Η συνέχεια είναι μια ποδηλατοδρομία σε βιβλία και λέξεις, «Λέξεις ρόδες που πατάνε σε ρόδα ή αγκάθια». Ο ποιητής είναι ποδηλάτης, είναι και κολυμβητής που «βγάζει απ’ τα βαθιά με τ’ αγκίστρι του το λαμπερό ψάρι», όπως εκείνος «ο αρχαίος ψαράς με το τρικράνι του» που «κάποτες η στιγμή φτάνει/ τα νερά γύρω του γίνονται, αγλαά/ ψυχρά/τριανταφυλλένια/ μισοκλείνει τα βλέφαρα / είναι που η αντανάκλαση/ όλο κάλλος απόλυτο/ δείχνει με ποιον προσώρας είχε/ άθελά του συνάντηση εμπιστευτική» (Οδυσσέας Ελύτης, Τρία Ποιήματα με σημαία ευκαιρίας, «Το αμύγδαλο του κόσμου», 6». «Είχε» λέει ο ποιητής, γιατί η φευγαλέα στιγμή χάθηκε, «όπως κείνο το κάτι πλέον κι ασύλληπτο/ που μια στιγμή ο γηραιός αλιέας / αντιλαμβάνεται άστραψε/ … κι απ’ το πανέρι του εξακολουθεί ν’ ανέρχεται// η ποίηση ανέρχεται» (Οδυσσέας Ελύτης, Τρία Ποιήματα με σημαία ευκαιρίας, «Ad libitum», 5).

Εδώ ακουμπά, νομίζω ότι ακουμπά, η Λυμπέρη, η οποία σαν την Σίβυλλα, θέλει να πεθάνει, εφόσον δεν μπορεί να μιλήσει. Γιατί ο ποιητής, και στην προκειμένη περίπτωση, η ποιήτρια καίγεται να ελευθερώσει από μέσα της, την ποίηση που «ανέρχεται».

Κοιτάζω τα επιμύθια των ποιημάτων, και όχι μόνο, και ανθολογώ: «καταπίνω το μηδέν σαν διαμάντι». «Η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί./ Αλλά το δέντρο φανερώνεται ανθισμένο». «Ο έρως κάνει πολλή φασαρία · ενώ/ η ευδαιμονία των αταράχων εστί». «κάποτε ένα πουλάκι έρχεται στο κλαδί / φτιάχνει φωλιά … το πτηνό στην εξορία του νυμφώνα του». «Η φαντασία μοιάζει σαν κουδουνάκι για ονειροφαντασίες», «Η χαρά η λύπη ενιαία χορδή· πάλλεται η αυγή στα αντίθετα». «Ηχηρή απελπισία». «Αγαπώ έναν άντρα με ουρά/ κάθε άνοιξη στα λέπια του επάνω συντηρώ/ τον πόθο· τα καλοκαίρια εμφανίζεται σαν χειμώνας». «Εγώ μιλάω για ιδέες, το φθαρτό ζει και βασιλεύει». «οι έρωτες παρελαύνουν με πικρά ποτήρια». Βεβαίως υπάρχουν και οι «Σημειώσεις Κουζίνας», όπου, προφανώς, η ποιήτρια μας ξεναγεί στο εργαστήριό της και πώς μαγειρεύει τους μύθους της. Παρόλα αυτά, οι λέξεις απέχουν πολύ από το νόημα του στίχου, το προκάλυμμα καπνού είναι πυκνό αλλά, στα σημεία, αρκετά διαπερατό.

Ο Γιώργος Βέης έγραψε (Book Press, 20 Οκτωβρίου 2018): «Στο συγκεκριμένο πλαίσιο των συσχετισμών, οι οποίοι διακρίνουν ανέκαθεν την όντως δυναμική επικοινωνία ποίησης και φιλοσοφικού στοχασμού, η συνολική πρόταση της κειμενικά επαρκούς Κλεοπάτρας Λυμπέρη, εισπράττεται, μεταξύ άλλων, ως δοκιμή του ενοφθαλμισμού της κρίσιμης ποιητικής Μεταφοράς στον διαχρονικό Αναστοχασμό. H συγκεκριμένη αυτή σύζευξη παράγει τους στίχους του παρόντος. Η γλώσσα σπεύδει να προλάβει την ιδέα, να την αποτυπώσει στην απόλυτη μορφή της».

Το «μηδέν» γράφεται με πέντε γράμματα, εγγράφεται σε κύκλο, ο κύκλος είναι μηδέν, αλλά και τέλειο σχήμα, ο θεός είναι σφαίρα, το μηδέν γεννάει και το μηδέν είναι τίποτα. «Αγαπώ πολύ να μιλάω για το τίποτα είναι το μόνο πράγμα για το οποίο γνωρίζω τα πάντα», έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ και μας θυμίζει το σωκρατικό «εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Οι σοφοί όλων των εποχών συμφωνούν, όπως και στο ότι η δημιουργία είναι τόκος/γέννα αυτού του άγνωστου και ανύπαρκτου μηδέν ή τίποτα. Χωρίς αυτό, οι άνθρωποι σαν ζώα και φυτά θα περνούσαν μια ωραία, χωρίς συνείδηση, ζωή.

Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη ξέρει να μεταμορφώνει το θηρίο που υποβόσκει σε ποιητικές σκέψεις, αυτές που κατατρώγουν τον ύπνος της τις νύχτες και προσπαθεί να τις χορτάσει με ποιήματα, σαν τις ψυχές που ζητούν αίμα για να ζωντανέψουν. «Αν τις ταΐσεις ποιήματα θα χορτάσουν;». Και η επίκληση στο φως: «Λάμπα μου φέξε». Η κόντρα με τον ορθολγισμό: «Στο δέντρο μου τώρα κρεμασμένη ανάποδα/ ανάποδα βλέπω τα κρίνα –σκάνδαλο η στάση αυτή/ για κάθε ορθολογιστή». Άραγε βλέπει σωστά; Είναι ανάποδος ο κόσμος, όταν χαλάσει το μήλο. «Η λύπη είναι ποιητής» και να η πηγή και πληγή που γίνεται στίχος.

Η ποιητική συλλογή προς το τέλος της επανέρχεται, όπως άρχισε, σ’ εκείνο το κενό από όπου πρόβαλε «το στήθος» με το ερώτημα: «Η ποίηση είναι επινόηση ή δάσος με αηδονάκια;», μόνο που τώρα έχει προσθέσει τρεις μικρούς, διάφανους, τρυφερούς στίχους: «Το πτηνό αν σε βρει/ ταπεινά να το πιάσεις/ ταπεινά να το γράψεις» (το πτερόεν έπος και τον φτερωτό έρωτα!)

Κι ακόμα κάτι σαν υπογραφή: «(Μούσα, συμπλήρωσε εσύ ό,τι χρειάζεται να συμπληρωθεί)». Και η μούσα συμπλήρωσε: «Το ωραίο είναι ατίθασο σαν ξίφος».

Ο ατίθασος δικός μου νους τρέχει στον πίνακά του Νίκου Εγγονόπουλου «Ποίηση 1948» (υπάρχει και ποίημα με τον ίδιο τίτλο), όπου την όμορφη γυναίκα, Ποίηση, την διαπερνά το ξίφος του εμφύλιου σπαραγμού. Κι αμέσως μετά με ένα άλλο άλμα πιο πίσω, ο στίχος του Άγγελου Σικελιανού βροντά: «Κι εσέ Μαρία με στην καρδιά ρομφαία θα σε διαβεί».

Το ωραίο … σαν ξίφος, και ο έρωτας ξίφος στην καρδιά, και ο θάνατος, και ο πόλεμος, και η λύπη δεν είναι «μηδέν»· είναι ΠΟΙΗΣΗ.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly