frear

Δύο διηγήματα – του Πασχάλη Κατσίκα

ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΦΩΚΑ ΚΑΙ ΛΑΜΨΑΚΟΥ ΓΩΝΙΑ

Διέσχιζαν αγκαζέ την Πενηντάρα καταμεσήμερο. Ο ιδρώτας κύλησε από το μέτωπο στα μάτια και τον έτσουξε. «Αχ μαμά! Πάλι ξέχασες το καπελάκι μου», μουρμούρισε. Ποιος δήμαρχος άραγε έδωσε εντολή να κόψουν τις τρεις γέρικες μουριές που χόρταιναν την πείνα του τα καλοκαίρια; Άφησε το χέρι της κι απομακρύνθηκε ρισκάροντας να τον μαλώσει.

Το χώμα με το καμένο γκαζόν αντικαταστάθηκε από αφρώδη τάπητα, βάση νομοθετικής διάταξης. Οι παλιές κούνιες από ολοκαίνουριες σε σχήμα σωσίβιο. Ανέβηκε, ταλαντεύτηκε, μα χάθηκε ο συριγμός στο πέρα δώθε. Δεν ικανοποιήθηκε κι έτρεξε απέναντι στη νέα γυαλιστερή τσουλήθρα. Γλίστρησε με όση δύναμη είχε, αλλά ένιωσε το σώμα βαρύ, η ταχύτητα κατάβασης μειώθηκε αντί να αυξηθεί. Δοκίμασε άλλες δύο φορές, μα τίποτε, δεν μπόρεσε να φτάσει εκείνη που έπιανε στη σκουριασμένη.

Προχώρησε στην άλλη γωνία, στην τραμπάλα. Ήταν πολύχρωμη και μοσχοβολούσε λαδομπογιά. Κάθισε κι αμέσως βυθίστηκε στο έδαφος. Κανένας φίλος ή συμμαθητής δεν ήταν τριγύρω για να τον φωνάξει να ισορροπήσουν. Τίναξε μια τα πόδια και για δευτερόλεπτα ένιωσε να ψηλώνει πριν ξαναβυθιστεί. Δεν είχε γούστο να κάνει μόνος.

Εγκατέλειψε και πήγε να ξαποστάσει στο ξύλινο κιόσκι που φύτρωσε στη μέση. Όπως χάζευε αμέριμνος άκουσε φωνές να ψιθυρίζουν: «μεγάλωσες!». Σκιάχτηκε, πετάχτηκε όρθιος και κοίταξε τριγύρω. Κανείς! Μόνο η μάνα τον κοιτούσε απορημένη από μακριά. Η φαντασία του οργίαζε από μικρό παιδί, ξανακάθισε. «Να μας συμπαθάς», ακούστηκε πάλι, «δεν έχουμε κάτι να σε τρατάρουμε».

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ

Το σιδερένιο θεριό έχωσε τα δόντια στο έδαφος. Η μεταλλική του σιαγόνα ξέσκιζε εύκολα τον φλοιό της γης. Αναμασούσε το χώμα και το έφτυνε στο πλάι σχηματίζοντας λοφίσκους. Η αγωνία ήταν διάχυτη στα πρόσωπα των παρευρισκομένων. Η συγκίνηση υγροποιούνταν αυλακώνοντας την σκόνη που είχε καθίσει πάνω τους.

Στην πρώτη αντίσταση που συνάντησε ο χειριστής άφησε τους μοχλούς κι έκανε νόημα στους εργάτες με τα φτυάρια. Πήδηξαν μέσα ανυπόμονα και συνέχισαν το σκάψιμο. Από δω και πέρα έπρεπε να είναι προσεκτικοί για να μην καταστρέψουν τα ευρήματα.

Μόλις αποκαλύφθηκε το πρώτο κομμάτι ύφασμα έπεσαν στα τέσσερα και συνέχισαν με τα χέρια. Οι σωροί άρχισαν να αποκαλύπτονται ο ένας μετά τον άλλο. Ήταν τυλιγμένοι με τα ρούχα που φορούσαν εκείνη τη μέρα στην εκκλησία. Το πανί είχε αντικαταστήσει τη σάρκα πάνω στα κόκκαλα.

Ψέλλιζαν θρήνους και προσευχές μέχρι που ανασύρθηκε κι ο τελευταίος νεκρός. Οι νεαροί Χούτου ωστόσο δεν σταμάτησαν, θαρρείς ήθελαν να φτάσουν στο κέντρο της γης, στο διάπυρο τήγμα πετρωμάτων. Μετά από λίγο χάθηκαν στον ανήλιαγο τάφο. Στην επιφάνεια έφτανε πια μόνο ο αντίλαλος από το τραγούδι τους. Εκλιπαρούσε τα πνεύματα των νεκρών να συγχωρήσουν τους προγόνους τους, ώσπου έσβησε κι αυτός. Πόσο βαθιά άραγε είναι ασφαλές να θαφτεί το μίσος;

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Αlain Laboile. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly