frear

Για το «Μαύρο νερό» του Μιχάλη Μακρόπουλου – γράφει η Νότα Χρυσίνα

Η αρχή του παγόβουνου του Μακρόπουλου

Πώς μπορεί ο τίτλος του βιβλίου Μαύρο νερό να συνδέεται με τον τίτλο του άρθρου «η αρχή του παγόβουνου»; Οι αγγλομαθείς θα σκεφτούν τη γνωστή φράση που αναφέρεται στο ορατό μέρος μιας προβληματικής κατάστασης που είναι η κορυφή του παγόβουνου. Αν και δεν απέχει πολύ, η σχέση τους θα φανερωθεί αμέσως μόλις μπούμε στο θέμα της νουβέλας του Μακρόπουλου. Ο συγγραφέας καταπιάνεται και αυτή τη φορά με το μυστήριο, τη φύση ως φορέα ζωής αλλά και μιας βαθύτερης μυστικιστικής ένωσης του ανθρώπου με το θείο και τον εσώτατο εαυτό μας. Επιπλέον, θίγει τα σύγχρονα προβλήματα που αφορούν το περιβάλλον και τον άνθρωπο με έναν τρόπο που μόνο ένας άνθρωπος με λογοτεχνική παιδεία και ευρωπαϊκή σκέψη θα μπορούσε να κάνει. Με λίγα λόγια, διαβάζοντας τη νουβέλα του Μακρόπουλου μπορείς να διακρίνεις τον μεταφραστή σημαντικών συγγραφέων όπως ο Χέμινγουεϊ, σε μια προσπάθεια να εντάξει τη σύγχρονη ματιά του στη γραφή στο ελληνικό τοπίο της Ηπείρου, το οποίο ο συγγραφέας έχει υιοθετήσει εδώ και αρκετά χρόνια.

Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου ο αναγνώστης εισάγεται ασυναίσθητα σε θέματα ύπαρξης, ζωής και θανάτου αλλά και μιας επαναδιαπραγμάτευσης των αξιών του σύγχρονου ανθρώπου και, χωρίς να το καταλάβει, στοχάζεται μαζί με τον συγγραφέα πάνω σε όλα αυτά τα σοβαρά για τη ζωή μας ζητήματα. Ο συγγραφέας κατορθώνει να αιφνιδιάσει τον αναγνώστη του λίγο πριν από τη μέση του βιβλίου και να κρατήσει το ενδιαφέρον του αμείωτο μέχρι το τέλος. Η πραγματικότητα και το ονειρικό στοιχείο, που σε κάποια σημεία μετατρέπεται σε εφιάλτη, συμπράττουν στην πλοκή της νουβέλας αναδεικνύοντας τα μυθοπλαστικά πρόσωπα που είναι κατά τη γνώμη μου δύο: ο Πατέρας και η Μητέρα Φύση.

Η Φύση, στην οποία ο Μακρόπουλος επιστρέφει νοσταλγικά και αναβαπτίζεται ως άτομο και ως λογοτέχνης αλλά και ως συνεχιστής όλων εκείνων των σπουδαίων ηθογράφων της ελληνικής υπαίθρου. Η Φύση ως δεύτερο μυθοπλαστικό πρόσωπο μας αποκαλύπτει την περιοχή του Πωγωνίου από τα Γιάννενα και τη λίμνη Ζαραβίνα μέχρι το Δολό και τη χαράδρα του Κουβαρά. Όμως στη νουβέλα του Μακρόπουλου το τοπικό γίνεται παγκόσμιο καθώς, όπως προανάφερα, τα ζητήματα τα οποία θίγει αφορούν τις ανθρώπινες κοινωνίες που, δημιουργώντας τις πόλεις, εγκατέλειψαν αρχές και αξίες που δεν βρίσκουν κανένα ηθικό έρεισμα στον νέο τρόπο διαβίωσης.

Στην ιστορία του Μακρόπουλου το τοπίο ερημοποιείται και μόνο οι άγιοι ξέμειναν στα χωριά μαζί με τα φαντάσματα: «Οι άγιοι δεν ήταν μακρινές παρουσίες τώρα που δεν υπήρχαν άνθρωποι. Ήταν τόσο κοντινοί όσο τα φαντάσματα των χωριανών στους άδειους πάγκους της εκκλησίας». Τα μικρά ξωκλήσια έξω από τα χωριά μοιάζουν με φύλακες του δάσους και αποτελούν στάσεις στον χρόνο καθώς ο χρόνος μετριέται με τις ετήσιες γιορτές τους.

Αν και η νουβέλα τελειώνει με αισιόδοξο μήνυμα, ολοκληρώνοντας την ανάγνωσή της μού έμεινε ένα αίσθημα πικρίας και ανακάλεσα στη μνήμη μου το ποίημα του Πάουλ Τσέλαν «Φούγκα θανάτου» που ξεκινάει με τους ακόλουθους στίχους:

«Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε το βράδυ
το πίνουμε το μεσημέρι και πρωί το πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε και πίνουμε
σκάβουμε τάφο στους αιθέρες εκεί δεν θα ʼναι στριμωχτά
[…] »
μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου

Το κλίμα τόσο της νουβέλας όσο και του ποιήματος μοιάζει ζοφερό, σχεδόν τρομακτικό, καθώς παραπέμπει σε μια πραγματικότητα φρίκης. Στρατόπεδα εξόντωσης των Εβραίων για το ποίημα, άλλου είδους στρατόπεδα εξόντωσης περιβαλλοντικά απειλούν τα χωριά της Ηπείρου όπου διαδραματίζεται η ιστορία της νουβέλας.

Η φρίκη εδώ κρύβεται πίσω από μια τρυφερή ιστορία αγάπης και αφοσίωσης ενός πατέρα για τον γιο του, καθώς οι δυο τους καλούνται να επιβιώσουν σε ένα τοπίο που η ανθρώπινη απληστία το κατέστησε ερημοποιημένο, εγκαταλειμμένο, άγονο και δηλητηριασμένο. Το όνειρο της γραμμικής προόδου και της ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας που ακολούθησαν πιστά όλες οι σύγχρονες κυβερνήσεις βλέπουμε να καταρρέει και οι συνέπειες βιασμού της φύσης να αναδύονται σαν ένας εφιάλτης. Το Μαύρο νερό δεν είναι μια εντυπωσιακή μεταφορά αλλά μια κυριολεξία, καθώς η μηχανική και η τεχνολογία μαζί με την πολιτική της εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων οδηγούν σε μια άνευ προηγουμένου μη αντιστρέψιμη μόλυνση του νερού, της γης, του αέρα και όλου του φυτικού και ζωικού πλούτου της περιοχής. Το δάσος, που βρίσκεται δίπλα στο χωριό των ηρώων, απέκτησε μια «ουλή» με τις γεωτρήσεις που έγιναν και τώρα που εγκαταλείφθηκαν οι σκουριασμένοι αγωγοί και οι δεξαμενές λυμάτων μετατράπηκαν σε αρχαία λείψανα, όπως και οι λίγοι απολιθωμένοι κάτοικοι, που τώρα πια περιμένουν τον μελλοντικό αρχαιολόγο.

«Σαν ποίμνιο από πιστούς αυτής της θεότητας, όμοια σκουριασμένο, παλιά φορτηγά και βυτία ήταν αραδιασμένα παραπέρα, εκεί που ξανάρχιζε το δάσος∙ και με τα σπασμένα τους τζάμια, τις γυμνές τους ζάντες, τα ξεκοιλιασμένα τους καθίσματα, ανέπεμπαν δεήσεις στην Αντλία. […] Δηλητηριώδη συρίγγια ανοίχτηκαν έτσι στη γη κι εκατοντάδες στρέμματα απογυμνώθηκαν.»

Μπροστά σε αυτή την προαποφασισμένη καταστροφή και καταδίκη, ένας κοινωνικός θύλακας, μια μικρή εκκλησία του δήμου, σε κάποιο χωριό της Ηπείρου αποφασίζει να αντισταθεί. Ο Πατέρας και ο γιος του Χριστόφορος και μερικοί ακόμη χωρικοί. Αποφασίζουν να μείνουν και να πεθάνουν στο χωριό τους ενάντια στην καθυστερημένη έκφραση κοινωνικής πρόνοιας. Αλήθεια, πόσο διαστρεβλωμένες είναι οι έννοιες σήμερα! Τα λόγια μιας χωρικής, της Αθηνάς του Κοτσίνη, ηχούν αποκαλυπτικά: «Τώρα είναι η μόνη ελευθερία που’ χουμε, ν’ αποφασίσουμε εμείς πού θα πεθάνουμε».

Ο συγγραφέας σκιαγραφεί τους χαρακτήρες του με τρόπο που τους καθιστά ολοκληρωμένους, χωρίς περιττές περιγραφές και λεπτομέρειες κατορθώνει να τους εμφυσήσει ζωντάνια. Το κυριότερο, πετυχαίνει να τους χαράξει ανεξίτηλα μέσα μας σαν να ήταν πρόσωπα με τα οποία συναντηθήκαμε κάποια στιγμή στη ζωή μας. Ο αναγνώστης βιώνει βαθιά ενσυναίσθηση και οικειότητα τόσο με τους ανθρώπους όσο και με το τοπίο, το οποίο δεν αποτελεί φόντο ή σκηνικό της ιστορίας αλλά είναι, όπως ανάφερα, ένας από τους ήρωες της ιστορίας με τον οποίο συμπάσχουμε.

Ο Μακρόπουλος γράφει κοφτές προτάσεις, χρησιμοποιεί λιτά μα ακριβή επίθετα και η γλώσσα του είναι ρυθμική σχεδόν λυρική. Οι προτάσεις δεν περιέχουν ούτε μία λέξη που να περισσεύει, αντίθετα κάποιες φορές αφήνουν να εννοηθούν περισσότερο τα νοήματα. Αυτή η τεχνική γραφής, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ένας από τους βασικούς ήρωες ονομάζεται απλώς ο Πατέρας, με παρέπεμψαν στον Χέμινγουεϊ και το διήγημά του «Πατέρες και γιοι», το οποίο περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο» που έχει μεταφράσει ο Μακρόπουλος. Είναι φανερό ότι ο συγγραφέας εφαρμόζει με επιτυχία την έξοχη τεχνική του αμερικανού συναδέλφου του που ονομάζεται «αρχή του παγόβουνου» σύμφωνα με την οποία ο συγγραφέας παραλείπει μέσα από τις περιγραφές του λεπτομέρειες που ο αναγνώστης είναι σε θέση να συμπεράνει. Αυτό το στοιχείο συνδέει τη νουβέλα Μαύρο νερό με τη φράση αρχή του παγόβουνου. Με αυτή την τεχνική ο Μακρόπουλος μιλάει για την οικολογική καταστροφή και την πολιτική, της πάλαι ποτέ αειφόρου ανάπτυξης, χωρίς να γίνεται διδακτικός. Καταφέρνει μάλιστα να θίξει ζητήματα που απασχολούν τη σύγχρονη κοινωνία όπως η φτώχεια, η περιβαλλοντική ρύπανση, η αλόγιστη χρήση των φυσικών πόρων, η εκδάσωση, η προστασία της βιολογικής ποικιλότητας, οι νέες αξίες, το πρόβλημα του νερού, το δίκαιο, οι αστικές κοινωνίες, η ανθρώπινη αλληλεγγύη, ο ρόλος της θρησκείας σήμερα και πολλά άλλα.

 

Μέσα από την καταγραφή του πλούτου του τοπίου, που οι εικόνες του όπως αποτυπώνονται στη μνήμη περνούν και πλουτίζουν τη γλώσσα, ο συγγραφέας λέει με το στόμα του τριτοπρόσωπου αφηγητή του πως όπως οι «λέξεις δεν γεννιόνταν από το νου αλλά από τα μάτια», έτσι θα μπορούσαν να χαθούν «οι ονομασίες των πραγμάτων με το που [θα χαθεί] η εικόνα τους».

Ο Πατέρας και ο γιος του Χριστόφορος σώζουν τις λέξεις μέσα από τον λόγο και τα βιβλία που διαβάζουν «έτσι στο σπιτικό τους οι λέξεις παρέμεναν ζωντανές». Η λέξη προσδιορίζει τους πάντες, από τον Θεό μέχρι τον τελευταίο εναπομείναντα στον κόσμο. Κάθε βιβλίο σώζει τη γλώσσα που σώζει τον κόσμο. Θα λέγαμε ότι έχει μια θεϊκή αποστολή. Αυτή την αποστολή καλούνται να διεκπεραιώσουν με τη στάση τους ο Πατέρας και ο γιος του Χριστόφορος, το όνομα του οποίου έχει επιλεγεί από τον συγγραφέα υποδηλώνοντας αρκετές ερμηνείες.

Σύμφωνα με μια ιστορία ο άγιος Χριστόφορος μετέφερε χωρίς να το ξέρει τον Χριστό, που του εμφανίστηκε ως ένα παιδί, από τη μια όχθη ενός ποταμού στην άλλη. Καθώς το παιδί του φάνηκε πολύ βαρύ λιποψύχησε στη μέση του ποταμού και όταν είπε στο παιδί πως ήταν πολύ βαρύ εκείνο του αποκάλυψε πως είχε μεταφέρει πάνω στην πλάτη του τον Χριστό και τον κόσμο. Έτσι και ο Πατέρας μεταφέρει στην πλάτη του με σακίδιο τον Χριστόφορο που, αν και είναι είκοσι ενός χρόνων, έμεινε βρέφος και κάποια μέλη του δεν αναπτύχτηκαν. Τον φροντίζει σαν μωρό, τον λούζει και τον πλένει «ανάμεσα στα δάχτυλα των σακάτικων ποδιών του, κάτω απ’ τη μασχάλη στο δεξί του χέρι –ένα μικρό, παραμορφωμένο πράμα που φύτρωνε από τον ώμο». Το σώμα του παιδιού, αποτέλεσμα και αυτό της μόλυνσης και της μεταμόρφωσης του ανθρώπινου γενετικού κώδικα όπως και η μεταμόρφωση και αλλοίωση της φύσης, ζει δια μέσου των βιβλίων και της αγάπης του Πατέρα που εδώ είναι ένας άνθρωπος που συνεχίζει να αγαπά τη φύση και τη ζωή αξεχώριστα. Παραδίνει τον κόσμο στο παιδί του μέσα από βιβλία και το παιδί συμπληρώνει με τη φαντασία του τον κόσμο που έγινε μακρινός και απέκτησε νέες αξίες στις αστικές κοινότητες, αλλά αναγκάζεται «να σβήσει τους ανθρώπους για να δει καθαρά τον τόπο» γιατί ο νέος άνθρωπος δεν ζει αρμονικά με τη φύση. Κοινωνία και φύση είναι πια έννοιες ασύμβατες.

Τα σπίτια του χωριού έμοιαζαν, γράφει ο συγγραφέας, σαν ξεχασμένοι άνθρωποι και η κοινότητα είχε μετατραπεί σε μια κοινότητα μελλοντικών νεκρών. Τα άδεια σπίτια κατοικούνταν από τα φαντάσματα των άλλοτε ενοίκων τους που τώρα απεικονίζονταν στις παλιές φωτογραφίες που κρέμονται στα έρημα σπίτια. Πανταχού παρόντες οι λίγοι ζωντανοί και οι τεθνεώτες αποτελούν ακόμη την κλειστή κοινωνία του χωριού σαν αυτά τα χωριά που ζωντανεύουν στα παραμύθια ή που μπορεί να είναι μια μελλοντική δυστοπία. Σε αυτά τα χωριά: «Ο ανύπαρκτος άνθρωπος γέμιζε φευγαλέα το ρούχο, μα έπειτα ξεγλιστρούσε, και τα ρούχα απέμεναν να κρέμονται βρόμικα και αδειανά».

Ο Μακρόπουλος ακροβατεί μεταξύ φανταστικού και πραγματικού και στα άλλα του βιβλία που φλερτάρουν περισσότερο με το είδος του παραμυθιού ή τις παραμυθίες, καθώς η βαρβαρότητα της ολικής περιβαλλοντικής καταστροφής αλλά και των ανθρώπινων αξιών δεν θα έχει αυτόπτες μάρτυρες παρά μόνο φαντάσματα ή ανθρώπινα ράκη που σαν φαντάσματα θα αντικρίσουν τη φρίκη. Η περιγραφή του τέλους της ζωής της Αθηνάς του Κοτσίνη, της τελευταίας κατοίκου του χωριού μαζί με τον Πατέρα και τον γιο είναι χαρακτηριστική: «Ζωντάνευε με τη φαντασία της τους νεκρούς και πρωταγωνιστούσε σ’ ένα θέατρο φαντασμάτων. Τον Πατέρα, άμα τύχαινε να τον συναντήσει, τον έβλεπε όπως οποιονδήποτε άλλο είχε συναντήσει πρωτύτερα και θα συναντούσε κατόπιν∙ ήταν εξίσου υλικός με τα φαντάσματα […] η Αθηνά του Κοτσίνη είχε γίνει ένα με αυτόν τον τόπο […] το μολυσμένο χώμα θα τη δεχόταν στη σκοτεινή και νοτερή του αγκαλιά σαν ξενιτεμένη που παλιννόστησε».

Ο συγγραφέας δεν κλείνει την ιστορία προτείνοντας μια λύση για την κοινωνία και τη σχέση μας με τη φύση. Η αίσθηση της πίκρας, καθώς ολοκληρώνεται η νουβέλα, ανατρέπεται από μια μικρή σχισμή αισιοδοξίας καθώς ο Χριστόφορος αποκτά σώμα όταν καβαλικεύει πάνω στα άλογα και ο Πατέρας βρίσκει έναν άνθρωπο να μοιραστεί τη ζωή. Το μέλλον βρίσκει τρόπους να μην προδίδει το όνειρο και ο Μακρόπουλος σίγουρα μας χαρίζει ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί τόσο ως γραφή όσο και ως ένα βιβλίο που αφορά το μέλλον της ανθρωπότητας.

Την ώρα που γράφεται αυτό το άρθρο στους δρόμους της Αθήνας γίνεται η πρώτη, αν δεν με απατά η μνήμη μου, πορεία διαμαρτυρίας ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή και την κλιματική αλλαγή. Το βιβλίο Μαύρο νερό θα πρότεινα να διαβαστεί και ως προφητικό.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly