frear

Το δέντρωμα – της Ούρσουλας Φωσκόλου

Τα καλοκαίρια στο νησί, πήγαινα κι έβρισκα την Αιμιλία τη φίλη μου στο σπίτι των παππούδων της. Το απόγευμα, όταν ο ήλιος, κατακόκκινος, καθρεφτιζόταν στα παράθυρα απέναντι, κατηφορίζαμε ως την παραλία, μπροστά από το παλιό ξενοδοχείο και μιλούσαμε. Εκεί άκουσα πρώτη φορά πώς κάνουν έρωτα, μου το ‘πε η Αιμιλία γελώντας και ανατρίχιασα όταν σκέφτηκα τη μάνα μου με τον μπαμπά να κάνουν τέτοια πράγματα. Η Αιμιλία αγαπούσε δυο αγόρια, έναν Αργύρη και τον Μάξιμο, που έμενε εκεί κοντά και ήταν Ιταλός ή Αλβανός κι έμοιαζε ολόκληρος, έτσι κατάξανθος που έβγαινε απ’ τη θάλασσα, σαν μια αγκαλιά βρεγμένα στάχυα. Η Αιμιλία έγραφε τότε τ’ όνομά της με ήτα. Στα εξώφυλλα των τετραδίων της, στα περιθώρια των βιβλίων και κάτω από τα γράμματα που μου έστελνε όταν άλλαξε σχολείο, εκείνο το ήτα δέσποζε, σαν στολισμένο τραπεζάκι κάτω απ’ το οποίο κρυβόμασταν και λέγαμε τα μυστικά μας.

Τα καλοκαιρινά απογεύματα, λοιπόν, όταν πλησίαζε η ώρα για να χωριστούμε, παίζαμε ένα παιχνίδι, που είχαμε βαφτίσει «δέντρωμα». Πλησιάζαμε στο σύνορο της παραλίας, λίγο πριν ξεκινήσει η άσφαλτος, και περπατούσαμε κυκλώνοντας τα δέντρα. Η Αιμιλία τα περιεργαζόταν σιωπηλή, ώσπου στο τέλος διάλεγε ένα. Έβρισκε την πιο όμορφη πλευρά του κι έπειτα ερχόμασταν κοντά, πολύ κοντά. Μπαίναμε η μια μέσα στην άλλη. Μπλέκαμε χέρια, πόδια κι ήταν φορές που ακουμπούσανε τα στήθη μας και πόναγαν, μα επιμέναμε, ώσπου να μοιάζει η μια συνέχεια της άλλης κι ώσπου τα πρόσωπά μας να χαθούν μέσα σ’ αυτό το σύμπλεγμα μαλλιών και άγουρης σάρκας. Με κάθε σπιθαμή του εφηβικού μας σώματος πασχίζαμε να μιμηθούμε την κορμοστασιά του δέντρου που είχαμε διαλέξει, έτσι που οι σκιές μας να μην ξεχωρίζουν. Ευτυχείς και χαμογελαστές, πεσμένες στην άμμο, ακούγαμε τη μάνα μου να κορνάρει απ’ τη γωνία.

Έχω χρόνια να τη δω. Την έψαξα προχθές στο φέισμπουκ και τη βρήκα. Τώρα γράφει το «Αιμιλία» με γιώτα. Είναι κοκκινομάλλα, ακόμα πιο όμορφη από παλιά και ταξιδεύει —είδα— κάθε τόσο. Βούτηξα με λαχτάρα στις φωτογραφίες της και με το δάχτυλό μου προχωρούσα δεξιά: Νεπάλ. Πιο δεξιά: Νέο Δελχί, μετά Αμαζόνιος, Περού, πιο έπειτα μια ζούγκλα υγρή και καταπράσινη, λίγο πιο κάτω Αρκτική. Αργά και υπομονετικά έφτασα μέχρι και την τελευταία φωτογραφία. Στο κέντρο ήταν η φίλη μου και δίπλα της μια αρμαθιά γυναίκες που δεν ήξερα. Είχαν μπλεγμένα χέρια πόδια κι η λεζάντα δίπλα έγραφε: «ΤΟ ΔΕΝΤΡΩΜΑ».

Άλλαξα αμέσως τη σελίδα και δαγκώθηκα με αγανάκτηση κι ένα πικρό, ανώριμο παράπονο, που άρχισε να πετάει μικρές φωτιές. Φύτρωναν δίπλα μου καιόμενοι βλαστοί κι ανέβαιναν ψηλά, έβγαιναν απ’ το χώμα που ολοένα και κοκκίνιζε. Έκανα να πιαστώ απ’ το καινούργιο γιώτα της, μα έγινε δέντρο ολόισιο, που κάηκε από μέσα του κι όταν μπορούσε να με σώσει έσπασε, καρβουνιασμένο κι άχρηστο σε εκατομμύρια κόκκους σκόνης.


[Το κείμενο διαβάστηκε στην προφεστιβαλική εκδήλωση με τίτλο “Το δέντρο βλέπει”, που πραγματοποιήθηκε στο POLIS Art Cafe την Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2019.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly