frear

Τα χελιδόνια – του Γιώργου Παπαθανασόπουλου

Όταν ζούσαν η κυρά Πολυξένη με τη συννυφάδα της την κυρά Μαρίκα, τα ζεστά απογεύματα του καλοκαιριού, έβγαζαν καρέκλες και σκαμνάκια μπροστά από την πόρτα τους στο πεζοδρόμιο και μέχρι να σκοτεινιάσει η μέρα μαζεύονταν όλη η γειτονιά και κάθονταν ως αργά το βράδυ, που κατέβαζε η ποταμιά την αύρα πάνω από την κορυφή της Φλαμπουρίτσας, που μύριζε πεύκο και δρόσιζε τον αέρα και τα κορμιά κι αφού χόρταιναν κουβέντα και κουτσομπολιό, τότε έφευγαν όλοι για τα σπίτια τους και μάζευαν πίσω από την πόρτα τα καθίσματα η κυρά Πολυξένη με την κυρά Μαρίκα για να τα βγάλουν ξανά το άλλο βράδυ.

Πρώτη πέθανε ξαφνικά η Πολυξένη και μετά από λίγο καιρό χάθηκε και η Μαρίκα, για μέρες δεν ξέραμε, μετά είπαν ότι την πήγαν και την έθαψαν στο χωριό της, μακριά στα Σάλωνα και κανένας από τη γειτονιά δεν το ‘χε μάθει.

Τότε άρχισαν να βγάζουν καρέκλες και σκαμνιά ο Λουκάς ο γεωργός με την αδερφή του τη Δήμητρα μπροστά στη δική τους την πόρτα και μαζεύονταν εκεί η γειτονιά τα βράδια. Πήγαιναν ο Τάκης με τη Φανή, η Θοδώρα η χοντρή, με τα γέλια της να τραντάζουν τη γειτονιά, ο Στέλιος, ο ξάδερφος του Λουκά με τη γυναίκα του την Αγνή, ο Δημήτρης με την Κική με τα δυο τους εγγονάκια, ο Χρήστος με την Ίννα τη Λευκορώσσα, ο Βλάσης με τη Μαρία και κάπου στα μισά του καλοκαιριού εμφανίστηκε κι ο μπάρμπα Θανάσης, ο πατέρας του Πέτρου του μηχανικού με τα τρία τα εγγόνια του. Πού και πού πήγαινα κι εγώ.

Διάφορες συζητήσεις γίνονταν εκεί τα βράδια για οικογενειακά θέματα, πολιτικά και άλλα, ο Λουκάς είχε δέσει πολλές μπάλες κριθάρι, πέρα στον κάμπο έκανε μεγάλη παραγωγή το χωράφι, ήταν η Άνοιξη βροχερή, γέμισε τις αποθήκες του και δεν είχε πού να βάλει τις μπάλες που περίσσεψαν. Έχω πρόβλημα, έλεγε, θα βρέξει και θα το χάσω έτοιμο κι όλο ρώταγε μήπως έβρισκε να το ντανιάσει προσωρινά σε κάποιο υπόστεγο, γιατί αγροτική αποθήκη, ούτως ή άλλως, δεν υπήρχε στη γειτονιά.

Απέναντι στο πέτρινο το ανώγειο το κλειστό, είχαν φτιάξει τη φωλιά τους δύο πετροχελίδονα, κάτω από το ακροκέραμο και δίπλα στη σπασμένη υδρορροή και μέχρι να νυχτώσει πήγαιναν κι ερχόντουσαν με τις μύτες γεμάτες έντομα και τάιζαν τα πέντε έξι μικρά τους που, μόλις άκουγαν το φτερούγισμα, άνοιγαν διάπλατα τ’ ασχημάτιστα, σαν χωνάκια, στόματά τους και περίμεναν το μάνα εξ ουρανού. Μόλις νύχτωνε στριμώχνονταν μέσα στη φωλιά, γονείς και παιδιά και, που και που, άκουγες καμιά πνιχτή κραυγή, ή κανένα ελαφρύ γουργούρισμα από τα συγυρίσματα μέσα στον ύπνο τους. Έβλεπαν όνειρα φαίνεται, ήταν και λίγο στενάχωρα εκεί μέσα, τόσοι νοματαίοι σε μια φωλιά τόπο.

Ο μπάρμπα Θανάσης ήταν από την Ήπειρο και ήρθε επειγόντως κάτω γιατί η νύφη του, η γυναίκα του Πέτρου έφυγε κι έμεινε ο Πέτρος ολομόναχος με τα τρία τ’ ανήλικα. «Ερωτεύτηκε αυτή έναν νοσοκόμο και πήγε κοντά», έλεγε ο μπάρμπα Θανάσης, «άτιμο πράμα ο έρωτας, τρέλα, διέλυσε δύο σπίτια, το δικό της και το δικό μου. Η γριγιά μ’ έμεινε μόνη της απάνω στο χωριό, είναι κι αυτή άρρωστη και δεν μπορεί, παίρνει δεν παίρνει τα χάπια της, ούτε ξέρω, κι εγώ κάθομαι εδώ και κρατώ τα παιδιά, γιατί ο Πέτρος δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ.»

«Έρχεται καθόλου η προκομμένη να δει τα παιδιά;», ρώτησε η Δήμητρα τον μπάρμπα Θανάση ένα βράδυ. «Ήρθε δυο φορές στην αρχή και δεν κάθισε κάτω καθόλου, στάθηκε στην πόρτα για λίγο και τα κοίταζε, την κοίταζαν κι αυτά όπως ο διψασμένος το νερό, ούτε να τ’ αγκαλιάσει ούτε τίποτα. Μόνο το ένα από τα δίδυμα πλησίασε κοντά της κι έγειρε το κεφαλάκι του πάνω στο πόδι της. Αυτή όρθια εκεί, ασυγκίνητη, ούτε που άπλωσε το χέρι της, έτσι δα να του κάνει στα μαλλιά, σκληρός άνθρωπος, δεν έχω ματαδεί. Τώρα έχει καιρό να ξανάρθει, χάθηκε.»

Κάθε βράδυ και χωρίς καμιά εξαίρεση πήγαινε ο μπάρμπα Θανάσης με τα εγγόνια του στου Λουκά και κουβέντιαζε και τα μικρά έπαιζαν με τα εγγονάκια του Δημήτρη και της Κικής. «Μαναράακια μου!», φώναζε από μακριά η Θοδώρα, μόλις τ’ αντίκριζε να ‘ρχονται χοροπηδώντας σαν τα κατσικάκια τ’ αχρόνιαγα κι άνοιγε διάπλατα την αγκαλιά της και τότε εκείνα έπαιρναν φόρα και τρέχοντας χώνονταν μέσα στην ευρύχωρη αγκαλιά και στα μακριά φουστάνια της Θοδώρας και φώλιαζαν εκεί μέσα και δεν έλεγαν να βγουν. Τα χάιδευε με στοργή η Θοδώρα κι εκείνα τρίβονταν απάνω της κι αγκάλιαζαν, με τ’ αχαμνά χεράκια τους, τα χοντρά πόδια της Θοδώρας. Σιγά καλέ θα με γδύσετε, έλεγε γελώντας η Θοδώρα και κοίταζε να σιάξει τη φούστα της.

Ο Στέλιος έκοψε να πηγαίνει στου Λουκά, η Αγνή πήγαινε μόνη της χωρίς τον Στέλιο, μέχρι τότε που τα μικρά τα χελιδόνια μεγάλωσαν, έγιναν πεταρούδια, έμαθαν να πετούν κι έφυγαν. Γύριζαν κάθε βράδυ τα δύο μεγάλα και κούρνιαζαν δίπλα δίπλα, ήταν απλόχωρη πλέον η φωλιά, είχαν την άνεσή τους, πλησίαζε το Φθινόπωρο.

«Πού πας;», με ρώτησε ένα βράδυ ο Στέλιος που κάπνιζε εκεί έξω στην αυλή του. «Πάω προς του Λουκά», του είπα, «εσύ δεν θα ‘ρθεις;», τον ρώτησα. «Όχι βέβαια», μου είπε, «δεν μιλάμε με τον ξάδερφο πια». «Γιατί;», ρώτησα ξαφνιασμένος κι έβαλα τα γέλια, μου φάνηκε αστείο, χωρίς να ξέρω το γιατί. «Ήρθε τις προάλλες και μου ζήτησε να βάλει το κριθάρι εδώ στην αυλή μου κάτω από το κιόσκι, του είπα όχι και σταμάτησε να μου μιλάει, άκου να μου φέρει τ’ άχυρα εδώ χάμω να μας κάψει;» «Έλα να πάμε, είναι ευκαιρία να φιλιώσετε», του είπα. «Άντε χέστονε το βλάκα», είπε ο Στέλιος κι όπως κάπνιζε ανέβαινε ο καπνός ψηλά ως την κρεμασμένη λάμπα.

Ο Πέτρος έβαλε, λέει, δικηγόρο για το διαζύγιο, ο Στέλιος δεν πάτησε ξανά στου Λουκά, ούτε μια φορά, μέχρι που τέλειωσε το καλοκαίρι, οι βεγγιέρες της γειτονιάς σταμάτησαν και τα χελιδόνια έφυγαν.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Τάκης Τλούπας. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly