frear

Για τα ποιήματα « / » του Ντίνου Σιώτη – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Ντίνου Σιώτη, / . Ποιήματα, εκδ. Κοινωνία των Δεκάτων, Αθήνα 2018.

Ο Ντίνος Σιώτης αφήνεται στο ρεύμα του ποιητικού λόγου, στο γλίστρημα του στίχου, σε συνειρμούς πολύκλαδους, σε σκέψεις παλιές, καλές, ορθές κι ανάποδες. Ο τίτλος «Ποιήματα», ουδέτερος, αδιάφορος, απροσδιόριστος, δείχνει να κρατά μακριά το υποδηλούμενο μυστικό, αφού και η έλλειψη ειδικού τίτλου είναι και αυτή μια δήλωση. Όλα τα ποιήματα είναι γραμμένα μέσα στο 2016 και 2017 και ένα μόνο είναι του 2015. Σύμφωνα με το σημείωμα του, είναι όλα αδημοσίευτα, εκτός από δύο, ίσως. Όλα, μικρά ή μεγάλα, είναι γραμμένα σε τερτσίνες, σε τρίστιχες στροφές δηλαδή, όπως έγραφε ο Δάντης, ο Σολωμός, ο Καζαντζάκης. Και όλα βιωματικά. Ξεπηδούν από μια πηγή με διπλή ρίζαˑ χιούμορ και πίκρα. Σαν εμπεδόκλειος βηματισμός, η φιλότης, το νείκος. Με το μισό πρόσωπο γελάει και με το άλλο μισό σαρκάζει, σατιρίζει, μορφάζει.

Πρώτο ποίημα «Η άνοιξη»ˑ ο τίτλος ξεγελάει και η άνοιξη έρχεται σαν «πράσινος ήλιος»ˑ καλό είναι αυτό; Γιατί το «μαχαιρωμένο πράσινο» φεγγάρι του Σαχτούρη, κάποτε, δεν ήταν καλό. Ο ήλιος πράσινος, είναι πράσινος, λόγω της νιότης του; Μα αφού, ούτως ή άλλως, όλα τα χρώματα, και τα εφτά, δικά του είναι, με όποια από τις εφτά εκδοχές του μπορεί να εμφανιστεί. Ηλιάτορας δεν είναι; Κι αν είναι πρωταπριλιά; Πού βρίσκεται το ψέμα της; Και πέρασε ο καιρός και «η ρομφαία του καντηλανάφτη Αγγέλου» και «ένας ολόκληρος χειμώνας μες απ’ τις παλάμες μου». Διπλά ηχεί ο Σεφέρης εδώ, σαν να μας λέει ο Σιώτης πως «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας», και από τα ίδια δεινά πάσχουμε όλοι. Έτσι το ποίημα είναι της άνοιξης αλλά και του καιρού που φεύγει ή έφυγε και άφησε πίσω του μνήμες κερματισμένες, σχέσεις διαλυμένες, αγάπες προβληματικές, πόνο και θάνατο. Αδιόρατος σχεδόν κάνει την εμφάνισή του ένας απολογισμός. Ταξίδια μακρινά –«θάλασσα της ξενιτιάς», αποτυχίες, λάθος επιλογές– «ρίξαμε άγκυρα σε χέρσο χωράφι», αποτέλεσμα – «ο ακάθιστος θρίαμβος», με ό,τι συνεπάγεται για τη θρησκευτική μας παράδοση η λέξη «ακάθιστος».

Η μνήμη παρούσα, η μνήμη που ξεχνάει, η μνήμη που επανέρχεται, οι μνήμες με τα κενά τους, οι μνήμες, βασανιστικές που επιμένουν ή, αλλιώς, το παρελθόν που δεν θέλει να υποχωρήσει. Μακρύς ο δρόμος της ζωής, η ξενιτιά, ο στόχος που νόμισε πως θα βρει ή που βρήκε ή δεν βρήκε ο ποιητής. Σαν να πραγματώνει την καβαφική προτροπή «Να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος», αλλά χωρίς να το επιθυμεί, επειδή το φθάσιμο και ο προορισμός που επιθυμεί δεν προσεγγίζεται.

«Δεν είμασταν αποφασισμένοι για τη φυγή». Η αναβλητικότητα, εμείς τα μέλη μιας γενιάς που είχαμε ελπίσει σε πολλά και ήρθε η ώρα κι ο καιρός για να διαπιστώσουμε πως στη ζωή που έρχεται βρίσκονται όλες οι απαντήσεις και είναι πικρές.

Τώρα ξέρει πως σαν σαιξπηρικός ηθοποιός έκανε «άκοπο θόρυβο» για να τον «ακούσουν οι ιθύνοντες» και μετά ήρθε η πτώση, η άνοδος και πάλι η πτώση, «ένα προοίμιο φόβου με γερές ραφές».

Μια περιήγηση στα τοπία της ψυχής, λοιπόν, είναι τα «Ποιήματα» όπου ο Ντίνος Σιώτης στους κύκλους που κάνει ο νους του, γράφει σαν να μιλάει στον εαυτό του, για λύπες και αγωνίες που δεν κρύβονται με όλα τα δεινά όσα συνέβησαν, δράσεις που αστόχησαν και, φυσικά, παρών και ο «Έρωτας … σεργιάνι σε δίκυκλο… στην πλαζ … άλματα προς ανεκπλήρωτα πατινάζ». Έτσι είναι η νιότη, όλα τα θέλει και όλα τα ελπίζει και όλα νομίζει πως τα ελέγχει, αλλά δεν γνωρίζει το μέλλον που έρχεται σαρωτικό.

Το ότι ο ποιητής κοιτάζει τον κόσμο μέσα από τα δικά του «σωματικά» ποιήματα δεν σημαίνει πως νοιάζεται μόνο για τον εαυτό τουˑ δε γράφει μόνο για ό,τι έζησε και βίωσε και τον αφορά αποκλειστικά, προσωπικά, αλλά και για ό,τι συμβαίνει στους άλλους. Η κρίση του σύγχρονου κόσμου και της κοινωνίας, οι αντιφάσεις της ζωής, οι αγωνίες και οι λύπες, ανασαίνουν κάτω από τους στίχους του, όπως και όλα αυτά που ακυρώνουν ό,τι πάει να αρχίσει: «η χώρα βυθίστηκε στο σκοτάδι πριν σβήσουν τα φώτα/ όλα τα δάση πήραν φωτιά…όλες οι καρδιές σταμάτησαν να χτυπούν πριν ερωτευτούν».

Και η άνοιξη έφυγε, κοντεύει πια να φύγει και το καλοκαίρι.

Μοντέρνα γραφή, αντισυμβατική, ελεύθερη. Ο ποιητής μοιάζει σαν να μην περιμένει τίποτα, είναι σίγουρος για όλα πια, σαν να θέλει απλώς να ξαλαφρώσει και σε παραληρηματικό καταρράκτη να πει τα του βίου του. Δεν θέλει να εξομολογηθεί, κάθε άλλο. Θέλει να αποφορτίσει την κατάσταση. Θέλει να σαρκάσει τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα, θέλει να πει τα σοβαρά με τη μάσκα του κωμικού, με τις αναφορές σε στίχους γνωστούς εμβληματικούς και ιδέες που «κακογέρασαν», όπως θα έλεγε ο Βάρναλης.

«Όρμα και των γονέων προελαύνουν τα θαύματα»

«Όλος ο κόσμος θα έρθει ανάποδα
και δεν θα γνωρίζει η δεξιά σου τι ποιεί η άκρα αριστερά σου…

Πικρή σάτιρα για τον άκαρδο κόσμο μας, «σειρήνες περιπολικών που είχαν έρθει να συλλάβουν (τους πρόσφυγες) μιας και είχαν περάσει /τις γραμμές του ευρωπαϊκού διαφωτισμού». Το οξύμωρο σχήμα μιας Ευρώπης μητέρας του πολιτισμού, αμήτορος για τους ανθρώπους που θέλησε να διαφωτίσει και να εκπολιτίσει, για να τους υποτάξει και έπειτα να τους πετάξει.

«Η ράτσα μου δεν εξεγέρθηκε παρά μόνο για να λεηλατήσει», έγραφε ο Ρεμπώ από τον 19ο αιώνα του, έχοντας πλούσιο αποδεικτικό υλικό από το παρελθόν και μην έχοντας ανάγκη να δει τι θα ερχόταν από το μέλλον.

Ο Ντίνος Σιώτης μας έχει συνηθίζει με τις ποιητικές του αναφλέξεις, όπως και τα προειδοποιητικά σημειώματα της θεματικής, όπου με αποκαθηλωτικό χιούμορ προσδιορίζει το άπιαστο, μη προσδιορίσιμο, μη αναμενόμενο, ανά πάσα στιγμή είναι και μη είναι, «ποιήματα εκατό τοις εκατό σωματικά και βιωματικά, χωρίς προαπαιτούμενα και αρκετά πονεμένα αλλά και ξελογιασμένα με το παρόν, διότι έχουν κοπεί από παράλληλες ρίζες πρόσφατων αποστάσεων, αποσπάσεων, αποχαιρετισμών και απομακρύνσεων».

Ο Ντίνος Σιώτης με τον προσφάτως εκλιπόντα φίλο του Νάνο Βαλαωρίτη

Έτσι, με μια γραφή χαλαρή και ελεύθερη από δεσμεύσεις, που ωστόσο έχει δικούς της εσωτερικούς ρυθμούς, γεμάτη ανατροπές και εκπλήξεις, προσέρχεται στο ιερό της ποίησης «εκατό τοις εκατό σωματικά και βιωματικά» και «ερωτευμένος / από τα δεκαπέντε /τοις εκατό» του.

Η ζωή, με την πολυπλοκότητά της, τις αντινομίες της, τις αντιφάσεις της, ο κόσμος με τα τραγικά του ανατρεπτικά, ανασχετικά αποτρεπτικά αναχώματα, έτσι είναι και όχι όπως εμείς θα θέλαμε να είναι.

Αφήνω για επίλογο το ποίημα «Σε» (αν και αυτό ανήκει στα κεντρικά της συλλογής και όχι στις παρυφές της), για την διείσδυση του εγώ στο εσύ, ενώ παράλληλα ο ποιητής παραμένει μόνος με το αίσθημα το γλυκό του ψέματος (;) στα χείλη:

Σε φτερωτές μέρες περιπλανήθηκα
αναζητώντας σε/ σε κοκκινόχωμα
έταξα κοπριά αν σ’ έβρισκα/ μου

έδωσες ένα φιλί στο στόμα σου
και σε αγκάλιασα με όλη μου
την παθιασμένη σου ορμή
(25 Μαΐου 2017)

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly