frear

Χριστόφορος Λιοντάκης και Γιώργης Μανουσάκης: Η μετακόμιση και ο φόνος του Μινώταυρου – γράφει ο Δημήτρης Ε. Περοδασκαλάκης

Όπως υποδηλώνει ο τίτλος, σκοπός αυτής της εργασίας είναι να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο δύο σύγχρονοι Κρήτες ποιητές, ο Χριστόφορος Λιοντάκης και ο Γιώργης Μανουσάκης, συνομιλούν λανθανόντως ή συνειδητά μεταξύ τους, καθώς δεξιώνονται ένα γνωστό και συναφές με την καταγωγή τους μυθολογικό σύμβολο, τον μινώταυρο της Κνωσού. Έτσι η εγγραφή του μινώταυρου στην ποίηση του Λιοντάκη και του Μανουσάκη ορίζει εν προκειμένω το ποιητικό διακείμενο και πιστοποιεί τους όμοιους ή διαφορετικούς όρους πρόσληψης και επαναμυθολόγησης ενός κοινού συμβόλου. Τα κείμενα που συνιστούν και το πεδίο του συσχετισμού είναι κυρίως τα ποιήματα 6 και 10 από την ποιητική ενότητα ο Χάνδαξ της 4ης συλλογής του Λιοντάκη Ο Μινώταυρος μετακομίζει που δημοσιεύτηκε το 1982, και το ποίημα Μινώταυρος του Μανουσάκη που γράφτηκε, όπως δηλώνεται από τον ίδιο τον ποιητή το 1999, δημοσιεύτηκε το 2003 στο κυπριακό περιοδικό Ύλαντρον και ενσωματώθηκε ως 13ο ποίημα στο πρώτο μέρος της τελευταίας του, όσο ζούσε, ποιητικής συλλογής που έχει τον τίτλο Σπασμένα αγάλματα και πικροβότανα, η οποία και κυκλοφόρησε το 2005. Κατά συνέπεια και εξ αντιστρόφου, ο προγενέστερος κατά την ποιητική γενεαλόγηση Μανουσάκης (δεύτερη μεταπολεμική γενιά) συνομιλεί με τον μεταγενέστερο Λιοντάκη (γενιά του ᾽70). [1]

Ωστόσο, πριν παραθέσω τα ποιήματα, για να μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε ευχερέστερα τη συγκριτολογική εξέτασή τους, θεωρώ πως είναι χρήσιμο να αναφέρω όσα τονίζει ο Jauss για τη λογοτεχνική εμπειρία μας:

Ένα λογοτεχνικό έργο, ακόμη και τη στιγμή κατά την οποία εμφανίζεται, δεν συστήνεται ως κάτι απολύτως νέο εντός πληροφοριακού κενού, αλλά προδιαθέτει το κοινό του για μιαν εντελώς συγκεκριμένη μορφή πρόσληψης, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα της προειδοποίησης, σήματα φανερά ή συγκαλυμμένα, οδηγίες που λανθάνουν στο έργο και ενδείξεις που δημιουργούν οικειότητα. [2]

Υπό την έννοια αυτή, τόσο ο τίτλος της συλλογής του Λιοντάκη Ο Μινώταυρος μετακομίζει όσο και ο τίτλος του ποιήματος του Μανουσάκη Μινώταυρος εξυπαρχής προσανατολίζουν την αναγνωστική εμπειρία μας και την προικίζουν με ένα σημαίνον πληροφοριακό υλικό. Στον Λιοντάκη, η έναρθρη αναφορά (ο Μινώταυρος) μας κατευθύνει στον γνωστό μύθο, ο οποίος αυτόματα ανατρέπεται με τη ρηματική ενέργεια (μετακομίζει). Στον Μανουσάκη, ο έκθετος στην απουσία του άρθρου και του ρήματος τίτλος (Μινώταυρος) δεν κατευθύνει υποχρεωτικά τον αναγνώστη στον συγκεκριμένο μύθο, καθώς αφήνει ανοιχτό το περιθώριο για μεταφορική χρήση του. Ακόμη κάτι γι’ αυτά τα πρώτα σήματα∙ το ποίημα του Μανουσάκη εντάσσεται στην ποιητική ενότητα με τίτλο Σπασμένα αγάλματα που σημαίνει ότι ο «αόριστος» μινώταυρος του τίτλου αποκτά την ιδιότητα ενός «σπασμένου αγάλματος» και το σχήμα μιας «ρηγματώδους» μορφής [3]. Επομένως, ο μινώταυρος του Μανουσάκη με την ένταξή του στη συγκεκριμένη ποιητική ενότητα υποχρεώνεται στην ακινησία και ατέλεια μιας θραυσματικής εικόνας. Αντιθέτως στον Λιοντάκη, η ρηματική διατύπωση του τίτλου παραπέμπει στην εικόνα μιας δυναμικής κίνησης (μετακομίζει), με αδήλωτο ωστόσο τον προορισμό. Μένει τώρα να δούμε, παραθέτοντας τα ποιήματα, πώς και πόσο το γνωστό από τον μινωικό μύθο υλικό εισρέει στην κοίτη εκάστου ποιήματος, ποιες προσχώσεις δημιουργεί, ποιους παφλασμούς σημειώνει και πού τελικώς εκβάλλει.

6

Μ’ εναγκαλίζεται ο μινώταυρος
μας είδανε μαζί πολλές φορές
με κυνηγά
τον κυνηγώ
ποικίλλουν οι φήμες.
.

10

Μετακομίζει ο μινώταυρος
μαζί μου στην Αθήνα
το χάσμα κλείνει
στο άλλο χάσμα.

Χριστόφορος Λιοντάκης

ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ

Είχε το σώμα το δικό μου
-και την ελιά μου ακόμη
στο δεξί του μπράτσο.

Μόλις αντικρυστήκαμε όρμησε
πάνω μου μ’ άγριο μουγκρητό.
Μα καθώς αγκαλιάστηκαν τα σώματά μας
κι αρχίσαμε το πάλεμα έβλεπα
όλο και πιο πολύ πως πάλευα
μ’ εμέ τον ίδιο.

Σκληρός ο αγώνας. Μια εκείνος
νικούσε, μια εγώ. Κι όταν
τον έριξα επιτέλους χάμω
είδα να τρέχουν απ’τα μάτια του
δυο δάκρυα, καθώς τα στήλωνε
μέσ’ στα δικά μου. Για μια στιγμή
ένιωσα να δειλιάζω, σαν να ’μουν εγώ
ο νικημένος. Μα δεν αφέθηκα στη θλίψη.
Τράβηξα το σπαθί μου και το βύθισα
ως τη λαβή στο λαιμό του.

Από τότε είναι φορές που κοιτάζοντας
το λαμπερό χαλκό βλέπω στη θέση
του κεφαλιού μου κεφαλή μινώταυρου.

Γιώργης Μανουσάκης

Ας ξεκινήσουμε με τα ποιήματα 6 και 10 του Λιοντάκη, τα οποία θα μπορούσαν να συναποτελούν όντως ένα και μόνο ποίημα∙ αποτελούν ωστόσο ποιητικούς αναβαθμούς της ενότητας Χάνδαξ. Αν μάλιστα εστιάσουμε στον τίτλο αυτής της ενότητας (Χάνδαξ), είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε ότι η αναφορά στον μινώταυρο εγκιβωτίζεται σε έναν χώρο (Χάνδαξ) που αποκλίνει από τους συμβολισμούς της μινωικής μυθολογίας και εμπίπτει στο πεδίο της μεσαιωνικής και νεότερης ιστορίας (ποιήματα 7,8). Γι’ αυτό και η ένθεση του μινώταυρου σε έναν μεταγενέστερο ιστορικά από την Κνωσό χώρο καταδεικνύει την ποιητική πρόθεση του Λιοντάκη να ανοίξει την ιστορία στον μύθο και τον μύθο στην ιστορία.

Έτσι η ενότητα Χάνδαξ, ιστορικό όνομα της πόλης του Ηρακλείου, κατοπτρίζει όλη την παλίμψηστη εγγραφή του γενέθλιου τόπου στη γραφή και την ψυχή του ποιητικού υποκειμένου. Η προβολή της μινωταυρικής μυθολογίας στο ποιητικό σκηνικό του Λιοντάκη αποκτά, πέρα από το ρήμα «μετακομίζει» του τίτλου όλης της συλλογής, τους έντονους όρους μιας κινησιολογίας (εναγκαλίζεται, με κυνηγά, τον κυνηγώ) που υποδηλώνει τον δυναμισμό της αναχώνευσης του τόπου και των μυθικών συμβόλων του στην παφλάζουσα ποιητική φαντασία. Όπως μάλιστα αναφέρει η Ντουνιά, στην ποιητική συλλογή Ο Μινώταυρος μετακομίζει «επιχειρείται μια πρώτη συμφιλίωση με τη γενέθλια γη και τις απωθήσεις της παιδικής ηλικίας, μια δύσκολη εξομολόγηση στην ανίχνευση του τραύματος ή του βιώματος που γίνεται εμπειρία, μέσα από έναν απαιτητικό δρόμο αναστοχασμού» [4]. Σε αυτόν τον αναστοχασμό η εναλλαγή των ρόλων είναι εμφανής: θύτης και θύμα (μινώταυρος και ποιητής) εναγκαλίζονται και κυνηγιούνται∙ ωστόσο η πρωτοβουλία των κινήσεων στο 6ο ποίημα ανήκει στον μινώταυρο, ενώ στο 10ο η πρωτοβουλία της μετακόμισης στον ποιητή. Υπό την έννοια αυτή, η δράση και οι τόποι (Χάνδαξ-Αθήνα) μοιράζονται, όπως και τα δρώντα υποκείμενα. Ωστόσο, τα δρώντα υποκείμενα βρίσκονται τελικώς μαζί (μετακομίζει ο μινώταυρος/μαζί μου στην Αθήνα) αλλά αυτό το μαζί υποβάλλει το ομο-ούσιον και όχι το ομοιο-ούσιόν τους.

Βεβαίως, ο επιθετικός εναγκαλισμός του μινώταυρου, η κυνηγετική ανταπόκριση και εναλλαγή με το ποιητικό υποκείμενο δηλώνουν την αμφίπλευρη φορά μιας έλξης που στοιχειοθετεί τους όρους και την προοπτική της ταύτισης. Η έλξη αυτή, ωστόσο, με τους όρους: εναγκαλίζεται, με κυνηγά, τον κυνηγώ, δημιουργεί παράλληλα συνειρμούς για τη θεώρησή της και στο πλαίσιο ενός ερωτισμού επικίνδυνου [5], αφού το ερών ή το ερώμενον υποκείμενο είναι ένα τέρας, ένα θαυμαστό δηλαδή, παράξενο και αινιγματικό πλάσμα∙ ο μινώταυρος είναι ένα τέρας, όπως η ίδια η ποίηση, που συγχρόνως εκτίθεται και εκθέτει τον ίδιο τον ποιητή. Σε αυτήν την έκθεση, η ταύτιση του ποιητή με τον μινώταυρο δεν ομολογείται ρητώς, περισσότερο υπονοείται, ή μήπως τελικώς δεν επιτυγχάνεται; Μετακόμιση πάντως συντελείται στον ευρύτερο χώρο του αττικού άστεως. Σύγκλιση και σύμφυρση πορείας, ναι, συμμόρφωση, όχι. Μινώταυρος και ποιητής είναι δύο διακριτά υποκείμενα, το ένα δεν είναι είδωλο του άλλου. Υπάρχει ασφαλώς σύμπραξη, αλλά στο πλαίσιο της ετερότητας που πρέπει να διασωθεί.

Αυτή η ετερότητα των υποκειμένων, παρά τη σύγκλιση της πορείας τους, διασώζει την πολύτιμη σχάση τους. Έτσι συμβαίνει κατά τη μετακόμιση στην Αθήνα να κλείνει μεν ένα πρώτο χάσμα, μέσα όμως σε ένα άλλο χάσμα. Τούτο σημαίνει ότι το χάσμα διατηρείται. Είναι το ατέρμονο και αβυσσαλέο χάσμα του ποιητικού υποκειμένου όχι μόνον με τον κόσμο, αλλά κυρίως με τον εαυτό του. Η ποιητική συνθήκη δεν είναι για τον Λιοντάκη η ταυτότητα, είναι η ενότητα, έστω η θραυσματική ενότητα [6]. Η ετερότητα, και μάλιστα στην πιο τραυματική μορφή της, τη σχάση, είναι η α-νοιχτή υπόθεση της ίδιας της ύπαρξης και της ίδιας της ποίησης. Γι’ αυτό και είναι δυνατόν η ετερότητα να στοιχειοθετείται με τους δυναμικούς όρους μιας θεατρικής παράστασης (Μ’ εναγκαλίζεται ο μινώταυρος/ μας είδανε μαζί πολλές φορές), ακριβώς διότι η σχάση, η ετερότητα δεν είναι το κλειστό σύστημα μιας συμπαγούς επιφανείας αλλά η ανοιχτή οπή μιας θέασης που επιγεννά φήμες, δηλαδή δυνατότητες λόγου και ρόλων. Αλλά ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι ο ποιητής ταυτίζεται με τον μινώταυρο, η ταύτιση αυτή δεν σημαίνει και κατάργηση της σχάσης, πλήρωση δηλαδή του κενού. Η σχάση απλώς μετατίθεται από τον Χάνδακα (Χάνδαξ εξάλλου σημαίνει χάσμα), μετακομίζει στην Αθήνα (το χάσμα κλείνει/ στο άλλο χάσμα). Aυτή η μετακόμιση συνιστά και την ποιητική τόλμη του Λιοντάκη. Ένας ταύρος μπορεί να μετακομίζει [7], ένας μινώταυρος όμως δεν μετακομίζει ποτέ∙ ζει, όσο ζει, στον ιδανικό βιότοπό του, που είναι πάντα ένα χάσμα, ένας τέλος πάντων υπόγειος χώρος. Έχει σημασία μάλιστα να τονίσουμε ότι η ποίηση του Λιοντάκη αρέσκεται στους υπόγειους χώρους∙ υπάρχει εξάλλου ολόκληρη συλλογή, η τρίτη, με τον τίτλο Υπόγειο γκαράζ (1978) [8], ενώ και στην τελευταία συλλογή του Στο τέρμα της πλάνης (2010) το μοτίβο της βύθισης και της υπογείωσης χρησιμοποιείται εμφατικά [9]. Οι καταβυθίσεις του Λιοντάκη, επομένως, συνιστούν έντονο στοιχείο της ποίησης και κατά τούτο της ποιητικής του [10].

Αν, ωστόσο, στον Λιοντάκη η ετερότητα ή η ταυτοποίηση του ποιητικού υποκειμένου με τον μινώταυρο συνιστά και το εκκρεμές του ποιητικού λόγου του, στο ποίημα του Μανουσάκη η εξομοίωση- να μην μιλήσουμε αμέσως για ταυτοποίηση- είναι εξαρχής ρητή. Ο ποιητής επείγεται με λεπτομέρειες γι’ αυτή την εξομοίωση (Είχε το σώμα το δικό μου/ -και την ελιά μου ακόμη/ στο δεξί του μπράτσο). Ο μινώταυρος του Μανουσάκη, παρότι ως σύμβολο ανακαλεί τον καταγωγικό του χώρο και μύθο, δεν εγκιβωτίζεται από το ίδιο το ποίημα σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Επίσης, τα όποια δρώμενα δεν έχουν ενδοποιητικούς θεατές. Η ενδοποιητική δράση στοιχειοθετείται ως εξωποιητικό θέαμα, απευθύνεται άμεσα στο αναγνωστικό κοινό, εκτός και αν θεωρήσουμε ότι το ενδοποιητικό κοινό ταυτίζεται απολύτως με τα δρώντα πρόσωπα που είναι θεατές ο ένας του άλλου (Μόλις αντικρυστήκαμε). Επιπροσθέτως, ενώ στον Λιοντάκη ο εναγκαλισμός του ποιητικού υποκειμένου από τον μινώταυρο αποκτά τους όρους μιας αμφίδρομης, για να μην πω παιγνιώδους κυνηγετικής σχέσης, στον Μανουσάκη αυτός ο εναγκαλισμός (αξιοσημείωτη η χρήση του ίδιου όρου: εναγκαλίζεται-αγκαλιάστηκαν) συγκροτεί τις συνθήκες μιας θανάσιμης σύγκρουσης, η οποία τελείται μέσα και με το ποιητικό εγώ (Μα καθώς αγκαλιάστηκαν τα σώματά μας/ κι αρχίσαμε το πάλεμα έβλεπα/ όλο και πιο πολύ πως πάλευα/ μ’ εμέ τον ίδιο). Ο αγώνας μάλιστα αυτός είναι αρχικά αμφίρροπος (Μια εκείνος/ νικούσε, μια εγώ), τελικώς όμως το ποιητικό υποκείμενο είναι, παρά τις αμφιβολίες του και τους δισταγμούς του, ο νικητής (Τράβηξα το σπαθί μου και το βύθισα/ ως τη λαβή στο λαιμό του). Ο μινώταυρος δεν μπόρεσε ούτε με τη δύναμή του ούτε με τα δάκρυά του, σε μια πολύ δυνατή ποιητική εικόνα του Μανουσάκη, να κάμψει το ποιητικό υποκείμενο. Συντελείται επομένως ο φόνος του μινώταυρου, όχι η μετακόμισή του. Εντούτοις ο φόνος του μινώταυρου δεν σημαίνει και την εξαφάνισή του∙ στους τρεις τελευταίους στίχους του ποιήματος, ο Μανουσάκης δίκην επιμυθίου ομολογεί:

Από τότε είναι φορές που κοιτάζοντας
το λαμπερό χαλκό βλέπω στη θέση
του κεφαλιού μου κεφαλή μινωταύρου.

Τούτο σημαίνει ότι και στον Μανουσάκη ιδιοτύπως ο μινώταυρος επιζεί, παρά τον φόνο του, ιδιοτύπως μετακομίζει ενίοτε έστω στη θέση του κεφαλιού του ποιητή. Η λάμψη του χάλκινου ξίφους γίνεται ουσιαστικά ο καθρέπτης, όπου παραμορφώνεται ή μεταμορφώνεται η όψη του ποιητικού υποκειμένου. Ο Μανουσάκης βλέπει στη θέση της κεφαλής του το κεφάλι του μινώταυρου, το κεφάλι του επομένως είναι και δεν είναι η κεφαλή του μινώταυρου. Κατά συνέπεια, το ποιητικό υποκείμενο βλέπει μερικές φορές κάτι που δεν είναι το ίδιο. Η σχάση του εαυτού σε αυτό που είναι και δεν είναι συγκροτεί τους όρους όχι μόνον της αυτογνωσίας αλλά και της ίδιας της τέχνης. Η φασματική απεικόνιση, η ψευδαισθησιακή λειτουργία, ο παραμορφωτικός ή μετα-μορφωτικός κατοπτρισμός είναι συνθήκη της ποιητικής δημιουργίας. Κατά τούτο, η ιδιότυπη αλλαγή της μορφής (κεφάλι μινώταυρου στη θέση της κεφαλής του ποιητή) δομεί έναν τρόπο «οντολογικής αφήγησης» του ίδιου του Μανουσάκη για τον εαυτό του [11]. Αυτό, ωστόσο, σημαίνει ότι η μεταμόρφωση του ποιητή με το φασματικό κεφάλι του μινώταυρου δεν αποτελεί απλώς και μόνον θεματικό συμβάν για το ποίημα αλλά και στοιχείο της «Ποιητικής» του [12].

Συμβαίνει, επομένως, και στις δύο περιπτώσεις που εξετάζουμε, οι ποιητές, κρήτες αμφότεροι, να αξιοποιούν το κατεξοχήν σύμβολο της τερατικής ενότητας και διχοστασίας ανάμεσα στο έλλογο και το άλογο, το είναι και το μη είναι, το αυτό και το έτερον, προκειμένου να διερευνήσουν το χασματικό πεδίο του ποιητικού και του ανθρώπινου εαυτού. Γι’ αυτό και ποιητικώς αποτυπώνουν το ηρακλείτειο ἐδιζησάμην ἐμεωυτὸν (ερεύνησα τον εαυτό μου). Έτσι ο Λιοντάκης και ο Μανουσάκης οικειοποιούνται τον μινώταυρο όχι για να δώσουν τη διάσταση μιας κοινωνικής ουτοπίας, όπως συνέβη με την υπερρεαλιστική εκδοχή του μύθου, αλλά για να μεταγράψουν προσωπικά τους βιώματα και υπαρξιακές ανησυχίες [13]. Ωστόσο, ο τρόπος και τα προϊόντα αυτής της ενδοσκοπικής έρευνας συστήνουν όχι μόνον έκαστα τα ποιήματα αλλά παράλληλα συνιστούν και στοιχεία διαφορετικής ποιητικής που αξίζει νομίζω να επισημάνουμε σε σχέση με τη διαχείριση του μινώταυρου: στον Μανουσάκη ο μινώταυρος δεν διασυνδέεται με έναν χώρο εξωτερικό, πολιτικό, συμπλέκεται αποκλειστικά και μόνον με το ποιητικό υποκείμενο∙ ο χώρος του είναι το σώμα και η ύπαρξη αυτού του υποκειμένου [14]. Αντιθέτως, στον Λιοντάκη η αναζήτηση της ποιητικής και προσωπικής ταυτότητας πλαισιώνεται και διαλαμβάνει δύο πόλεις, τον Χάνδακα και την Αθήνα, οι οποίες ούτως ή άλλως συνδέονται από τον γνωστό μύθο με τον μινώταυρο αλλά και τη ζωή του ποιητή [15].

Έτσι, αν ο μινώταυρος στον Μανουσάκη αναπτύσσει τη φορά μιας υπαρξιακής αναζήτησης που τελείται εκτός τόπου και χρόνου, στον Λιοντάκη αυτή η υπαρξιακή επίσης αναζήτηση γειώνεται εν τόπω και χρόνω, γειώνεται δηλαδή σε κοινωνικά συμφραζόμενα, παρόλο που η γενιά του ’70, όπως σημειώνει ο Ζήρας για την πρώτη ποιητική της παραγωγή, δεν φαίνεται να νιώθει άνετα στις κοινωνίες, όπου ζει [16]. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει συστολή ή διαστολή της ποιητικής αναζήτησης, η οποία ούτως ή άλλως πάντα τελείται εν χρόνω και τόπω, σημαίνει ωστόσο ως ένα βαθμό διαφορετική εγγραφή της μινωταυρικής θεματογραφίας. Ο Λιοντάκης οδηγεί τον μινώταυρο στον κόσμο, στην πόλη [17], όπου και είναι μαζί, ο Μανουσάκης είκοσι χρόνια περίπου αργότερα (το ποίημα δημοσιεύτηκε το 2003) συναντά τον μινώταυρο και διαπράττει τον φόνο του.

Υπό την έννοια αυτή, ο Μανουσάκης, αφού σκοτώνει τον μινώταυρο, διεκδικεί τον ρόλο του Θησέα, ενός Θησέα όμως που πότε πότε φασματικά φορεί το κεφάλι του μινώταυρου, όντας ο ίδιος οιονεί μινώταυρος∙ στο σημείο αυτό εξάλλου κορυφώνεται δυναμικά το ποίημα του Μανουσάκη. Αυτόν τον ρόλο του θύτη Θησέα τον ακυρώνει ο Λιοντάκης, ο οποίος τους θέλει και τους δύο πόλους ζώντες∙ και το θύμα και τον θύτη. Τούτο μπορεί να σημαίνει ότι τον Λιοντάκη τον ενδιαφέρει ένας άλλος Θησέας που δεν σκοτώνει αλλά μπορεί να συ-ζεί εντέλει με τον μινώταυρο στον υπόγειο χώρο του αττικού άστεως. Οι ποιητικές προθέσεις φαίνεται να είναι διαφορετικές. Ωστόσο, ακόμη και όταν στον Μανουσάκη φονεύεται ο μινώταυρος, το τέρας εξακολουθεί να ζει. Κανείς επομένως από τους δύο ποιητές δεν απαλλάσσεται από αυτό το περίεργο πλάσμα. Στον Λιοντάκη μετακομίζει, στον Μανουσάκη φαντάζει επί κεφαλής είδωλο. Σε κάθε περίπτωση ο μινώταυρος έχει την ιδεώδη κατοικία του, το σώμα και τον λαβύρινθο της ψυχής, το σώμα και τον λαβύρινθο της ποιητικής γραφής.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Για τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, βλ. Παπαγεωργίου 2002. Επίσης, για τη γενιά του ’70, βλ. Παπαγεωργίου 1989.

2. Jauss 1995, 57.

3. Βλ. Περαντωνάκης 2009, 526-531, ειδικά για το πρώτο μέρος της συλλογής του Μανουσάκη Σπασμένα αγάλματα και πικροβότανα. Για την παρουσίαση και αποτίμηση αυτής της συλλογής βλ. Παπαθανασόπουλος 2006, Φίλης 2006, Κουβαράς 2006. Για την εμπειρία από τη διδασκαλία της συλλογής σε σχολική τάξη, βλ. Μαρκομιχελάκη 2010, 40-48. Επίσης, Ρούσου 2009, 480-486, γενικά για το ποιητικό πεδίο του Μανουσάκη.

4. Βλ. Ντουνιά, 2014, 81.

5. Βλ. Μητσού, 2014, 89.

6. Βλ. Στρατής Πασχάλης http: www. Greece2001.gr/ writers/ChristoforosLiontakis. Html

7. Βλ. το ανακρεόντειο ποίημα (54): ὁ ταῦρος οὗτος, ὦ παῖ, /δοκεῖ τις εἶναί μοι Ζεύς∙/ φέρει γὰρ ἀμφὶ νώτοις/ Σιδωνίαν γυναῖκα,/ περᾷ δὲ πόντον εὐρύν,/τέμνει δὲ κῦμα χηλαῖς∙/ οὐκ ἂν δὲ ταῦρος ἄλλος/ ἐξ ἀγέλης λιασθεὶς/ ἔπλευσε τὴν θάλασσαν,/εἰ μὴ μοῦνος ἐκεῖνος.

8. Βλ. τα κείμενα του Λειβαδίτη (εφ. Η Αυγή, 25-5-1979) και Παπαγεωργίου 1994, 205-210, για τη συλλογή Υπόγειο γκαράζ.

9. Ενδεικτικά βλ. τα ποιήματα από τη συλλογή Στο τέρμα της πλάνης: Στο παρακάτω του φόβου, Εξιλαστήριο.

10. Βλ. Κατσακός 2011, 716-720, για την ποίηση και την ποιητική του Λιοντάκη με αφορμή μια ερμηνευτική και κριτική ανάγνωση της τελευταίας συλλογής: Στο τέρμα της πλάνης (2010).

11. Βλ. Μπουρναζάκης 2012, 20, 223, όσα αναφέρει ο ίδιος ο Μανουσάκης για τον υπαρξιακό χαρακτήρα της ποίησής του.

12. Βλ. Παπαγγελής 2009, 21-29, για τη μεταμόρφωση στο οβιδιακό corpus ως οντολογική αφήγηση και ως ποιητική.

13. Για την υπερρεαλιστική εκδοχή του μινώταυρου και την αυτοβιογραφική διασύνδεσή του με τη θεματογραφία του Picasso, βλ. Λοϊζίδη 1988, 11-102. Επίσης, βλ. Ταχοπούλου 2009, 318-328, για τη μετεξέλιξη του μινώταυρου στη μεταπολεμική ποίηση του Εγγονόπουλου σε σχέση με τη μινωταυρική θεματογραφία του Picasso.

14. Για τον υπαρξιακό χαρακτήρα της ποίησης του Μανουσάκη βλ. Αρετάκη 2009, 448-479. Επίσης, βλ. Ζουμπουλάκης 2009, 437-446.

15. Για την εργοβιογραφία αλλά και τη «ρηγματογενή» σχέση με τον «ποικίλο εαυτό» μέσα από διαφορετικούς τόπους και χρόνους, βλ. Κατσακός 2014, 76-79 και 100-101.

16. Ζήρας 1979, 32.

17. Βλ. και Ζήρας 1983, 46: «[…] οι δίοδοι του λαβυρίνθου προεκτείνονται ως τη ζωή της πόλης».

***

Βιβλιογραφία

Jauss, H. R. 1995. H θεωρία της πρόσληψης. Τρία μελετήματα. Εισαγωγή, μετάφραση, επίμετρο: Μίλτος Πεχλιβάνος. Αθήνα.

Αρετάκη, Μ. 2009. «Ο ατελέσφορος εγκλεισμός. Μια απόπειρα προσέγγισης του ποιητικού κόσμου του Γ. Μανουσάκη». Νέα Εστία τ. 165ος, τεύχ. 1820, σσ. 448-479.

Ζήρας, Α. 1979. Νεώτερη Ελληνική Ποίηση 1965-1980. Αθήνα.
» 1983. «Χριστόφορος Λιοντάκης: Ο Μινώταυρος μετακομίζει». Σχολιαστής, τεύχ. 6, σ. 46.

Ζουμπουλάκης, Σ. 2009. «Χάρτες της ποιητικής χώρας του Γιώργη Μανουσάκη». Νέα Εστία τ. 165ος, τεύχ. 1820, σσ. 437-447.

Κατσακός, Ζ. 2011. «Ο πλάνης ποιητής». Νέα Εστία τ. 169ος, τεύχ. 1843, σσ. 716-720.
»2014. «Εργοβιογραφία Χριστόφορου Λιοντάκη. Για την ποίηση και την ποιητική του Χριστόφορου Λιοντάκη». Εντευκτήριο τεύχ. 106, σσ. 76-79, 100-102.

Κουβαράς, Γ. 2006. «Αυτός ο κόσμος ο παλιός, ο νέος». Ένθετο «Βιβλιοθήκη», εφημ. Ελευθεροτυπία, 29.9.2006.

Λοϊζίδη, Ν. 1988. Ο μύθος του Μινώταυρου στην πρωτοπορία του Μεσοπολέμου. Αθήνα.

Μαρκομιχελάκη, Α. 2010. «Διδάσκοντας μια ποιητική συλλογή στο μάθημα των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Σπασμένα αγάλματα και πικροβότανα του Γιώργη Μανουσάκη». Χρονικά του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης τεύχ. 20, σσ. 40-48.

Μητσού, Μ. 2014. «Πρόσωπα και προσωπεία του μύθου στην ποίηση του Χριστόφορου Λιοντάκη». Εντευκτήριο τεύχ. 106, σσ. 87-91.

Μπουρναζάκης, Κ. 2012. (επιμ.) Ανθολογία από το έργο του Γιώργη Μανουσάκη. Έκδοση: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη.

Ντουνιά, Χ. 2014. «Τα δικαιώματα του «θυμού» και η ποίηση του Χριστόφορου Λιοντάκη». Εντευκτήριο τεύχ. 106, σσ. 80-86.

Παπαγγελής, Θ. Δ. 2009. Σώματα που άλλαξαν τη θωριά τους. Αθήνα.

Παπαγεωργίου, Κ. Γ. 1994. Τα άδεια γήπεδα. Ποιητικές κριτικές δοκιμές. Αθήνα.
»1989. Η γενιά του ’70. Ιστορία-Ποιητικές διαδρομές. Αθήνα.
» 2002. Η ελληνική ποίηση. Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, τ. ΣΤ΄, Σοκόλης, Αθήνα.

Παπαθανασόπουλος, Θ. 2006. «Γιώργη Μανουσάκη: Σπασμένα αγάλματα και πικροβότανα». Εφημ. Χανιώτικα Νέα, 1. 2. 2006.

Περαντωνάκης, Α. 2009. «Η νωδή γραία (Σκέψεις και σχόλια για τα Σπασμένα αγάλματα του Γιώργη Μανουσάκη)», Νέα Εστία τ. 165ος, τεύχ. 1820, σσ. 526-531.

Ρούσου, Β. 2009. «Το ποιητικό πεδίο του Γιώργη Μανουσάκη». Νέα Εστία τ. 165ος, τεύχ. 1820, σσ. 480-486.

Ταχοπούλου, Ο. 2009. Μοντερνιστικός Πρωτογονισμός. Εκδοχές υπερρεαλισμού στο ποιητικό έργο του Νίκου Εγγονόπουλου. Αθήνα.

Φίλης, Γ. Α. 2006. «Γιώργη Μανουσάκη Σπασμένα αγάλματα και πικροβότανα, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005». Εφημ. Χανιώτικα Νέα, 11. 10. 2006.

Ευχαριστώ και από τη θέση αυτή τις συναδέλφους Βαρβάρα Ρούσσου και Κατερίνα Κουμάκη για τη συζήτηση που είχα μαζί τους.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Οι μινώταυροι είναι του Πάμπλο Πικάσο. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly