frear

Για την ποίηση του Γιώργου Σταυρίδη – γράφει ο Χρήστος Βασματζίδης

Με αφορμή τη συγκεντρωτική έκδοση «Ποιήματα 1975-2012», από τις εκδόσεις Δίαυλος.

Αν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε με λίγες αράδες την ποίηση του Γιώργου Σταυρίδη, με αφορμή τη συγκεντρωτική έκδοση που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Δίαυλος και με τον γενικό τίτλο Ποιήματα 1975-2012, θα λέγαμε ότι είναι μία καθαρά βιωματική ποίηση, εμπνευσμένη από την ατομική πείρα του ποιητή, λυρική αλλά δοσμένη με σπαρτιατικό τρόπο. Ελλοχεύει η λεπτή ειρωνεία, λανθάνει η κραυγή διαμαρτυρίας, διαχέεται η αγωνία, υμνείται η μοναξιά ως ελπίδα και αντίδραση. Και όλα αυτά με ολιγόστιχα ποιήματα σχεδόν στο σύνολό τους, με μία μορφή προσωπικού τόνου και εξομολογητικής διάθεσης.Ασφαλώς και πρόκειται για μία έντιμη ποίηση. Και με τον όρο αυτό εννοώ ότι ο ποιητής εκφράζει το προσωπικό του βίωμα, ψυχικό και διανοητικό, με απλότητα δίχως να ακολουθεί συντακτικούς ή γραμματικούς δαιδάλους, προκειμένου να στολίσει το ποίημα μ’ ένα χρυσοποίκιλτο υφαντό λέξεων και εικόνων.

Στη λυρική ποίηση, άξια λόγου και γραφής είναι τα ενδόμυχα συναισθήματα. Και ο ποιητής δεν φείδεται να τα παρουσιάσει· μοναξιά, φόβος, αγωνία, αγάπη, θρήνος, έρωτας, απογοήτευση, λύπη αλλά και η χαρά της έλξης όταν περιγράφει την αγαπημένη του θάλασσα. Η διάθεσή του είναι να αποκαλύψει τον ίδιο του τον εαυτό και όχι απαραίτητα να επικοινωνήσει με κάποιον άλλο. Και αν στον καιρό μας έχει κατηγορηθεί η λεγόμενη υποκειμενική ποίηση, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ποιητικός λόγος αφορμάται από το προσωπικό βίωμα. Ευτυχώς όμως που η ποίηση του Γιώργου Σταυρίδη δεν έχει τη μορφική ακολουθία των βαρύγδουπων εκφράσεων και τη φλυαρία των γραμματικών υπερβολών που συνήθως τραυματίζουν τον υποκειμενισμό και απομονώνουν τελικά το συναίσθημα από τη συγκίνηση, ακυρώνοντας την ποιητική λειτουργία. Αντίθετα ο ποιητής στέκεται με σεβασμό απέναντι στη μούσα. Δεν την προκαλεί με θυμιατά και τάματα. Περιορίζει τη στιχουργία του στην απλότητα των λέξεων, κοινών σε πολλά ποιήματα, και στην περιγραφική αμεσότητα των τοπίων.

Γι’ αυτό η ποίηση του Γιώργου Σταυρίδηείναι αναπαραστατική. Αν κάτι λαμβάνει ο αναγνώστης των ποιημάτων του είναι οι εικόνες, ζωντανές και άμεσα προσλήψιμες.

Σε παλαιότερη εκδήλωση είχαν χαρακτηρίσει τον ποιητή ως τον Μαραμπού της Αλεξανδρούπολης, καθώς και ο ίδιος είχε γράψει ένα ποίημα για τον Νίκο Καββαδία, που περιλαμβάνεται στην πρώτη συλλογή του παρόντος τόμου. Και αν ο Καββαδίας κατέχει τον τίτλο του ποιητή της θάλασσας, αφού η θεματική του είναι το βίωμα από το υγρό στοιχείο, ο Γιώργος Σταυρίδης μετά την πρώτη του συλλογή το Μπάργκο, ασχολήθηκε και με άλλα θέματα όπως την πόλη, την πολιτική, τον έρωτα. Όλα όμως δοσμένα κάτω από την αχλύ της εσωτερικής του αγωνίας και της διαπάλης με το μάταιο των πραγμάτων και μ’ένα ύφος ήπιου καρυωτακισμού, όπως άλλωστε βλέπουν ορισμένοι κριτικοί ότι ισχύει και για τον ίδιο τον Καββαδία.

Γράφει στο πρώτο μέρος από το ομώνυμο ποίημα της συλλογής Μπάργκο:

Μπαρκάραμε απ’ τον Πειραιά
κι ήτανε μεσημέρι
Ο σάκος ελαφρύς στους ώμους…
Με το εικόνισμα του Αι Νικόλα,
λίγος χλωρός βασιλικός
και σκόρπια στ’ ασπρόρουχά μας
φιλιά και δάκρυα της μάνας.
Κι ακόμη, τα γερά κορμιά μας
και ματιά σαν τον Απρίλη.
Αυτά νομίζαμε πως φτάναν,
για νάχουμε καλό ταξίδι.
Κι ούτε μας πέρασε απ’ το νου
πως άλλαξαν πρόσωπο οι Σειρήνες
και πως, για νάχεις γυρισμό
πρέπει να ξέρεις να σκοτώνεις!

Νομίζω ότι αυτό το τμήμα του ποιήματος είναι αντιπροσωπευτικό των όσων ανέφερα παραπάνω. Ο λιτός λόγος και η δύναμη της εικόνας μας υποβάλλουν το συναίσθημα του ποιητή. Η ανάγκη του μπαρκαρίσματος υποδηλώνεται από τον ελαφρύ σάκο και τα σκόρπια εσώρουχα, από τον βασιλικό και την εικόνα του προστάτη των θαλασσών. Η μορφή της μάνας με τα δάκρυα στα μάτια, προβάλλει ακόμη περισσότερο αυτή την ανάγκη. Αλλά έρχεται η αισιοδοξία και η υπεροχή της νιότης που υποδηλώνεται με τα γερά κορμιά και την καλοσύνη της ματιάς του Απρίλη, για να καθησυχάσει το συναίσθημα αγωνίας. Μόνο παροδικά όμως. Στους τελευταίους στίχους συμβαίνει η ανατροπή. Ανατρέπεται ο χρόνος της ποιητικής αφήγησης και από χρόνος μνήμης, γίνεται χρόνος εμπειρίας τετελεσμένης. Αρκεί ο στίχος «κι ούτε μας πέρασε απ’ το νου», για να μεταφερθούμε από την αισιοδοξία της νιότης στην σκληρή πραγματικότητα της επιβίωσης, μέσω της ρητής δήλωσης και ομολογίας της πλάνης. Ότι το μπάργκο έκρυβε τελικά πολλές Σειρήνες και μάλιστα όχι τις μυθολογικές. Εδώ ο ποιητής παίζει με το μύθο. Χρησιμοποιεί τον μύθο για να μεταφέρει σε κατοπινό χρόνο το σύμβολο των σειρήνων έτσι όπως έχει ήδη εμπεδωθεί στην κοινή αντίληψη, δηλαδή για να περιγράψει τα ψυχολογικά φαινόμενα που έχουν σχέση με τις εσώτερες επιθυμίες του εαυτού ή τα κελεύσματα του ασυνειδήτου. Και καταλήγει λοιπόν καταρρίπτοντας κάθε ίχνος αθωότητας του μπαρκαρίσματος, ότι για να γυρίσεις πίσω στον τόπο σου θα πρέπει αυτές τις σειρήνες να τις σκοτώσεις. Δηλαδή πρέπει να σκοτώσεις κομμάτια του εαυτού σου που σου ανήκουν. Πώς λοιπόν να μην υποψιαστεί ο αναγνώστης ότι το «μπάργκο», δεν αφορά μόνο ένα ταξίδι από λιμάνι σε λιμάνι αλλά και μία αλλαγή του εαυτού προς την ενηλικίωση και τελικά μία αναγνώριση της σπουδαιότητας της εμπειρίας.

Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει τις ποιητικές συλλογές Μπάργκο (1975), Χρονικό (1975), Δίαυλοι (1984), Λόγος Ερωτικός (1984) καθώς και ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στο παλιό λογοτεχνικό περιοδικό της Αλεξανδρούπολης Εξώπολις.

Και αν στο Μπάργκο ο ποιητής θεματικά έχει σαν αναφορά τη θάλασσα και τα ταξίδια, στη δεύτερη συλλογή το Χρονικό πατάει πλέον στη στεριά. Από την αύρα και την αρμύρα, στη ρίγανη και τον δυόσμο. Η στιχουργία αναπτύσσεται πάντοτε ολιγόστιχα αλλά με ολοφάνερο εσωτερικό ρυθμό και με τόνο που παραπέμπει σε δημοτικό τραγούδι, τόσο στις εκφράσεις όσο και στον τρόπο στοίχισης των λέξεων. Τα συναισθήματα που κυριαρχούν είναι θρηνητικά για απώλειες και πένθη αλλά οργανωμένα πλέον με συνδηλωτικό τρόπο.

Διαβάζουμε στο ποίημα «Ο Δρόμος»:

Σ’ αυτό το δρόμο όποιος βρεθεί
πρέπει να προσκυνήσει
κι ας μην υπάρχει εκκλησιά
ούτε κι εικονοστάσι.
Δυο πόρτες, μόνον, είν’ εδώ,
μαύρες, γιομάτες αίμα
κι απάνω τους χορεύουνε
ψυχούλες αγιασμένες.

Ή στο ποίημα «Γυναίκες»

Χτενίστηκαν, στολίστηκαν,
σα να’ τανε για γάμο.
Μα, ούτε τραγούδια λέγανε,
ούτε χαρές εκάναν.
Στ’ άσπρα τους χέρια μόνο
ωχρά, μικρά κεράκια
ο θάνατος παντρευόταν
με τα δροσάτα νιάτα

Μετά το Χρονικό ακολουθεί η πιο μεστή και ώριμη συλλογή Δίαυλοι του έτους 1984. Κυριαρχεί και εδώ το μοτίβο του ελλειπτικού ύφους το οποίο αφήνει διάχυτη τη γοητεία της ανάμνησης. Ο ποιητής δεν κρύβει την απογοήτευσή του για την αισθητική της πόλης και για την ανία ως αποτέλεσμα της επαρχιακής νοοτροπίας. Ξαναγυρνάει όμως στη σοφία της αγαπημένης του θάλασσας πιστεύοντας πως κάποτε όλα αυτά δε θα έχουνκαμία σημασία.

Στο ποίημα «Ελπίδα» διαβάζουμε:

Κάποτε θ’ αξιωθούμε
τη γνώση των δέντρων
και τη σοφία της θάλασσας
Ανεμίζοντας τότε
κλώνους ακακίας,
θα υποδεχθούμε άφοβα
τους δρόμους αυτής
της άθλιας πόλης.

Το 1984 κυκλοφορεί ο Λόγος ερωτικός στον οποίο διατηρεί πάλι το ολιγόστιχο κυρίως σχήμα, την απέριττη λυρικότητα, διανθισμένη με μία ελαφρά πικρία για ανομολόγητους ή ανεκπλήρωτους έρωτες. Εδώ η συγκίνηση που προκαλείται στον αναγνώστη έχει περισσότερη ένταση καθώς πάντα στην αναφορά του ποιητή υπάρχει πλέον ένα «εσύ». Ένα πρόσωπο (το αγαπημένο) βρίσκεται σε κάθε ποίημα, και υποδηλώνεται είτε με τον χρόνο, είτε με την απώλεια, είτε με την καλοσύνη της φύσης.

Στο «Φθινοπωρινό σονέτο» γράφει:

Γεμάτο φως το καλοκαίρι
δραπέτευσε από τα σύννεφα.
Κορίτσι, λύσε τα μαλλιά σου
να σκαρφαλώσω στο φθινόπωρο.

Ο ερωτισμός του Σταυρίδη, είναι απαλός και ελαφρύς όπως το άρωμα της εναλλαγής των εποχών. Το συναίσθημα δεν είναι φορτικό ακόμη και όταν αναφέρεται στις απογοητεύσεις. Φροντίζει να το λειαίνει, να το κουβαλά μέσα του τονίζοντας μ’ αυτό τον τρόπο την μοναχικότητά του.

Γράφει λοιπόν στο ποίημα «Μην στεναχωριέσαι», που το έχω ξεχωρίσει και το θεωρώ ως το καλύτερο της συλλογής, καθώς αποδίδει καλύτερα από πολλά σύγχρονα ποιήματα τον ψυχολογικό εγκιβωτισμό του ερωτικού βιώματος.

Μη στεναχωριέσαι πια για μένα.
Τώρα έχω γίνει ένα ποτάμι.
Μπορεί να με πίνει ο καθένας
ή να βαφτίζεται ή ν’ αυτοκτονεί.
Μη στεναχωριέσαι πια για μένα τώρα.
Έχω γίνει μια κρεμάστρα.
Ο καθένας μπορεί να κρεμάσει
την αδιαφορία του.

Θεωρώ ότι τα ποιήματα του Γιώργου Σταυρίδη δεν αποτελούν γραφικές απεικονίσεις ενός υπερχειλίζοντος συναισθήματος. Η απλότητα και η αμεσότητα της γραφής του, με την ελάχιστη ποικιλία στο ύφος, δεν πρέπει να εκληφθεί ως αδυναμία αλλά ως προτέρημα. Στην εποχή μας η επικάλυψη του υποκειμενισμού από ασάφειες και γενικεύσεις, οδηγεί στην αδυναμία μετάδοσης της συγκίνησης για το προσωπικό βίωμα. Τα ποιήματαμπαζώνονται με διάφορα σχήματα που κυκλοφορούν ευρέως στα εργαστήρια εκκολαπτόμενης ποίησης, προκαλώντας στην καλύτερη των περιπτώσεων συναισθήματα του σωλήνα.

Κοντά στην ανάγνωση των ποιημάτων του Σταυρίδη, και επειδή μ’ αρέσει ν ανακατεύω τα διαβάσματά μου συνάντησα και ένα χωρίο από τον αγαπημένο γερμανόφωνο ποιητή Ρίλκε, που πάντα έχει να πει κάτι πολύ ενδιαφέρον, ιδίως όταν μιλά για την ποίηση και που νομίζω ότι θα μπορούσα να το ταιριάξω εδώ πέρα,όχι φυσικά σαν σύγκριση μεγεθών ποιητικότητας, αλλά σαν κοινό παρανομαστή της καμωμένης από το βίωμα ποίησης. Λέει λοιπόν υπερασπιζόμενος τη θέση ότι ποίηση χωρίς βίωμα και μάλιστα βαθύ δεν μπορεί να γίνει: «Θα έπρεπε να περιμένουμε και να καρπολογούμε σε ολάκερη ζωή, μια ζωή μακριά αν είναι βολετό — και ύστερα τέλος, πολύ αργά, θα είμαστε ίσως ικανοί να γράψουμε τις δέκα γραμμές που θα είναι καλές. Γιατί οι στίχοι δεν είναι, όπως πιστεύουν μερικοί, αισθήματα (αυτά τάχουμε πάντα αρκετά νωρίς), είναι πείρες. Για να γράψει κανείς και ένα στίχο, πρέπει νάχει ιδεί πολλές πολιτείες, ανθρώπους και πράματα, πρέπει να γνωρίζει τα ζώα, πρέπει να αισθάνεται πώς πετούν τα πουλιά και να ξέρει τι κίνηση κάνουν τα μικρά λουλούδια όταν ανοίγουνε το πρωί. Πρέπει να μπορείς να ξανασυλλογιστείς δρόμους σε άγνωστα μέρη, συναντήσεις απροσδόκητες, αναχωρήσεις που τις έβλεπες καιρό να ζυγώνουν, (…) πρωινά στην ακροθαλασσιά, την ίδια τη θάλασσα, θάλασσες, νύχτες ταξιδιών που φρικιούσαν πολύ ψηλά και πετούσαν με όλα τ’ άστρα — αλλά και όλα αυτά να μπορείς να τα σκέπτεσαι, δεν είναι αρκετό. Πρέπει νάχει κανείς αναμνήσεις από πολλές ερωτικές νύχτες, που καμιά τους δεν έμοιαζε με την άλλη, από κραυγές γυναικών που ούρλιαζαν γεννοβολώντας, και από ανάλαφρες, λευκές, κοιμόμενες λεφτερωμένες που ξανάκλειναν. Πρέπει ακόμα νάχουμε σταθεί δίπλα σ’ ετοιμοθάνατους, νάχουμε μείνει καθισμένοι κοντά σε νεκρούς, μες στην κάμαρα, με το παράθυρο ανοιχτό και με τους θορύβους που έρχονται μαζωχτοί κάθε τόσο. Αλλ’ ούτε φτάνει να έχουμε αναμνήσεις. Πρέπει να ξέρουμε να τις ξεχνούμε όταν είναι πολλές, και πρέπει νάχουμε τη μεγάλη υπομονή να περιμένουμε να ξανάρθουν. Γιατί ακόμα και οι αναμνήσεις δεν είναι ό,τι χρειάζεται. Όταν μονάχα γίνουν μέσα μας αίμα, ματιά, χειρονομία, όταν δεν έχουν πια όνομα και δεν ξεχωρίζονται πια από μας, τότε μονάχα, σε μια πολύ σπάνια ώρα, μπορεί απ’ ανάμεσά τους να υψωθεί η πρώτη λέξη ενός στίχου…».

Με αυτή λοιπόν τη συγκεντρωτική έκδοση ο Αλεξανδρουπολίτης ποιητής Γιώργος Σταυρίδης, μας κατέθεσε αυτές τις σπάνιες ώρες των στίχων του.

(Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε για τον ποιητή και για την παρουσίαση της έκδοσης «Ποιήματα 1975-2012, Γεώργιος Σταυρίδης», από τις εκδόσεις Δίαυλος στο Καφέ Βιβλιοπωλείο ΚΑΦΚΑ στην Αλεξανδρούπολη στις 19.7.2019 και με τις αναγκαίες τροποποιήσεις δημοσιεύεται εδώ.)

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Τα ζωγραφικά έργα είναι του Πάρι Πρέκα. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly