frear

Μικρές Οδύσσειες – του Απόστολου Θηβαίου


Στο βάθος υπάρχει μόνο
ο έρωτας.
Όποιας λογής
και αν είναι.
Και πρέπει
να διαπερναει τα
μάτια του ζωγράφου
όπως της καρδερίνας
για να τραγουδά
καλύτερα
Πικάσο

Απόψε θα σας πω μια ιστορία, απ’ εκείνες που κερδίζουν την αθανασία χάρη στην τόσο λιγοστή τους σχέση με την αλήθεια. Πρόκειται για σωσίβιες λέμβους, γι’ άρμενα του μεσημεριού που τα πλάθει μια απαράμιλλη φαντασίωση. Λοιπόν, τα πράγματα έχουν κάπως έτσι.

Τους χειμώνες πεθαίνει απ’ την πλήξη. Τα κύματα καταπίνουν ολόκληρο τον κόσμο, όστρακα και χελιδόνια κοιμούνται εκεί που άλλοτε ζούσαν το καλοκαίρι και τα παιδιά, τα παιδιά Αλκμήνη. Μόνον την άνοιξη, καθώς μακραίνουν οι ώρες και όλα τα θαύματα είναι εφικτά, μονάχα τότε ο νους του ξυπνά. Μα όλα είναι νωθρά και αβέβαια και αρκεί ένα βαμμένο με ιώδιο απόγευμα για ν’ αρπάξει φωτιά ο παραμυθένιος κόσμος του. Τριάντα ταξιαρχίες έχουν διαβεί από πάνω του, τριάντα αυτοκρατορίες έπεσαν από το πείσμα και τον καιρό. Μα είναι τις ώρες τις πιο μετέωρες που όλα τούτα λησμονιούνται και ολοκαίνουριος, στεντόριος και αμείλικτος αναγεννιέται ο κόσμος μέσα από φρεάτια μεσσαιωνικά και θολωτές συγνώμες ανθρώπων και θεών.

Φέτος η άνοιξη κράτησε περισσότερο. Απ’ όλους τους κάβους φτάνουν μηνύματα για ασύδοτες νύχτες, για ποιητές που χάθηκαν κάτω απ’ τους επικίνδυνους γκρεμούς, τις σκάλες, τα πλοιάρια που μετεωρίζονται στ’ ανοιχτά. Αντίκρυ στα τριάντα χρόνια του δεν βρίσκει δύναμη, πέρα από εκείνο το κίτρινο του θειαφιού που σκεπάζει ολόκληρο τον ως τότε γνωστό κόσμο. Αλκμήνη, υποσχέσου μου πως θα γυρίσεις, μαζί με τις εποχές, φύκια και όστρακα απ΄τους λωβούς σου, τα εκκρεμή του έρωτά μου Αλκμήνη, ο μόνος λόγος που ζω και που αντέχω.

Μα εκείνο το κορίτσι είναι μια φαντασίωση, το περιγράφουν επίκρανα, καμίνια και ερειπωμένα θυσιαστήρια. Αν ζούσε σ’ άλλους καιρούς θα ‘δινε μια και θα ΄κανε κομμάτια αυτόν τον κόσμο, με τις πλανόδιες συνήθειες. Αν ζούσε σ΄άλλη εποχή, θ΄αναχωρούσε δίχως καθυστέρηση για τα νησιά που κρατούν αγκαλιασμένες, πήλινες γυναίκες, λουλούδια κι φρούτα και ωραίες, νεκρές φύσεις της Περγάμου.

Καμιά φορά διαβάζει το παραμύθι του Δόγη Πάολο Ρενιέρ που αγαπήθηκε μέχρι θανάτου με μια ταπεινή σχοινοβάτισσα, θέτοντας σε κίνδυνο μια αυτοκρατορία. Διαβάζει λίγες λέξεις και έπειτα οραματίζεται τους γάμους της θάλασσας με την παντοτινή φροντίδα που περιβάλλει τις αναμνήσεις ενός παλιού καιρού.

Μα πώς συνέβη; Ποια αιτία μαγική, ποια συμφωνία μυστική κύλησε τούτο τ’ ωραίο έπος; Ποιος σμίλεψε με γατίσια βλέφαρα τ’ αρχιτεκτονικά κοχύλια; Ποιος έθρεψε τόσα και τόσα μεσημεριάτικα όνειρα που πάνε και χάνονται, ποιος; Μια λύρα βρέχει τα κάτασπρα πεντάγραμμα που αφηγούνται τούτη την αλλόκοτη ιστορία.

Τελευταίο πλάνο. Αύγουστος, βρεγμένα τα μαλλιά σου, σινιάλα από περαστικά ιστία. Με ειρήνη λέγεται το αίνιγμα αυτού του κόσμου Αλκμήνη. Ένας πρίγκηπας μ’ όνομα ομηρικό μεταμορφώνεται στο ελεφάντινο μάτι του ζωγράφου. Και η ιστορία δεν τελειώνει Αλκμήνη, επειδή οι δρόμοι είναι μια άβυσσος και η φλέβα του κόσμου ερωτική, αρχαία και πανάκριβη. Τα εβδομήντα χρόνια μου μυρίζουν πια μονάχα τ’ άνθος του πορτοκαλιού, Αλκμήνη.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: B. Anthony Stewart. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly