frear

Τζιείνον το δέντρον – της Αυγής Λίλλη

– Παπά, τι έν’ τούτα;

– Ποια τούτα;

– Τούτα τα πράματα που κρέμμουνται πάνω σε τζιείνον το δέντρο που μόλις επεράσαμεν!

– Τάματα.

– Τι έν’ τα τάματα;

– Υποσχέσεις.

– Υποσχέσεις για ποιο πράμα;

– Υποσχέσεις ότι εννά καμεις τζιείνο που έταξες του Θεού ότι εννά κάμεις, όταν κάμει τζιείνο που του ζητάς να κάμει.

– Ε, τζι αν δεν μπορέσεις να το κάμεις; Εν θα φοάσαι μετά, αν δεν μπορέσεις να το κάμεις, αλλά τζιείνος κάμει το; Παπά, εσύ πιστεύκεις στα τάματα;

– Πελλάρες που κατεβάζει ο νους των ανθρώπων, κόρη μου.

Οδηγούσε ο Νίκος. Ήταν η σειρά του. Εγώ θα οδηγούσα στην επιστροφή∙ αυτή ήταν πάντα η συμφωνία. Μόλις είχαμε μπει της Πάφου. Ξεκινούσαν επιτέλους οι καλοκαιρινές μας διακοπές, κατ’ εξαίρεση εντός φέτος· έστω…

– Είδες ποττέ τες κατακόμβες της Αγίας Σολομονής;

– Κάτω ’πού τζιείνον το δέντρον που μόλις επεράσαμεν; Όι.

– Ούτε εγώ. Τζιαι πόσες φορές επέρασα ’πού δαμαί ούτε που ξέρω!

– Ε, άλλη μέρα να έρτουμε, εννά είμαστε τόσες μέρες δαμαί.

– Όι, όι άλλη μέρα. Πάρκαρε δαμαί. Έν’ κοντά. Αν πυρώνεις πολλά, μεν κατεβείς. Πέντε λεπτά εννά κάμω. Θέλω να δω τα τάματα.

Ήταν μεσημέρι Αυγούστου και ο ήλιος έκαιγε ανελέητα, όπως θα ανέμενε κανείς στην Κύπρο τέτοια εποχή. Το κυπριακό καλοκαίρι έχει γίνει ανυπόφορο, ακόμα και αν πρέπει να περπατήσει κανείς μόνο μερικά μέτρα∙ θλιβερά ανυπόφορο.

Κάτω από το δέντρο είχε δροσιά. Λωρίδες από λευκά και ανοιχτόχρωμα υφάσματα, σεντόνια ίσως, κορδέλες. Στολίδια πάνω στην τρεμιθιά τη χτισμένη μέσα στην καμάρα σαν άλλη πρωτομαστόρισσα κρέμονταν πάνω από το κεφάλι μου. Και άλλες τόσες στις μεταλλικές πύλες φυλούσαν σε ταξιαρχίες το βάθος των κελιών κάτω από τα πόδια μου. Θυμήθηκα τον Άγιο Θέρισσο στην Καρπασία. Δεν κατάλαβα ποτέ τι ήταν εκείνο που με είχε συγκλονίσει πιο πολύ στον βράχο του Αγίου εκείνη τη μία και μοναδική φορά που τον επισκέφθηκα πριν 7-8 χρόνια∙ η πίστη, τα τάματα, τούτες οι πελλάρες των ανθρώπων ή η θάλασσα απέναντι. Για μια στιγμή είδα τα υφασμάτινα τάματα από τη μια στεριά της Κύπρου στην άλλη να σμίγουν και να φιλιούνται σε λερωμένους κόμπους στις ίδιες λωρίδες.

Κατέβηκα. Μύριζε μούχλα και υγρασία. Καμία πληροφορία για την Αγία Σολομονή ή τις κατακόμβες της. Μόνο μια επιγραφή πάνω από την εικόνα της Παναγίας: «Παρακαλώ, μην παίρνετε τις εικόνες. Υπάρχει άτομο που φροντίζει για αυτές». Όντως, μια σκούπα ακουμπούσε στη γωνία του κεντρικού θαλάμου. Μέτρησα τρία κελιά· τα σκαλοπάτια συνέχιζαν προς τα κάτω, σε απόλυτο σκοτάδι. Δεν κατέβηκα. Δεν ξέρω τι φοβήθηκα πιο πολύ∙ τις υποσχέσεις, τις πελλάρες των ανθρώπων ή την πίστη που είχε αρχίσει να κατεβάζει ο νους μου.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly