frear

Δύο – του Μιχάλη Μακρόπουλου

Είχε είκοσι χρόνια το δίπλωμα αλλά δεν ήταν συνηθισμένη να οδηγάει – δεν της άρεσε το αμάξι και το ’παιρνε σπάνια μέχρι τώρα. Έσφιγγε με ένταση το τιμόνι κι ήταν προσηλωμένη συνεχώς μπροστά, κι ας ήταν ο δρόμος άδειος ως εκεί που έφτανε το μάτι. Έκανε ζέστη κι είχε ιδρώσει μες στα μαύρα. Η τσάντα της ήταν αφημένη πλάι, στην άδεια θέση του συνοδηγού. Ο εννιάχρονος Κώστας καθόταν στο καθισματάκι του από πίσω της. Έπαιζε μ’ ένα διαστημόπλοιο Lego κι έναν πλαστικό δεινόσαυρο.

«Ζεσταίνεσαι;» τον ρώτησε.

«Ναι», της είπε.

«Αν θες, βγάλε τα παπούτσια σου και τις κάλτσες σου. Αλλά μην πετάξεις τις κάλτσες όπου να ’ναι – να τις βάλεις τακτικά μες στα παπούτσια».

«Ναι, μαμά», είπε το αγόρι, άνοιξε τα σκρατς κι άφησε τα παπούτσια στο δάπεδο μπροστά του, με τις κάλτσες χωμένες μέσα τους.

Γύρω τους, ο θεσσαλικός κάμπος απλωνόταν σαν θάλασσα. Τα χωριά ήταν ίδια όλα: επίπεδα, με μπακλαβαδωτή ρυμοτομία και με μια αφύσικα μεγάλη εκκλησία, φαραωνική πλάι στα χαμηλά χωριατόσπιτα. Τα σύρματα του ηλεκτρικού τραβούσαν χαρακιές στον αέρα, που ήταν θολός από τη ζέστη. Κάθε χωριό τέλειωνε απότομα, χωρίς «σβησίματα» από σκόρπιες κατοικίες παραέξω, αλλά θαρρείς με μια μαχαιριά: ως εδώ τα τελευταία στοιχισμένα σπίτια κι αποδώ και πέρα ο κάμπος ξανά, μέχρι το επόμενο χωριό. Ο ουρανός ήταν χαμηλός πάνω απ’ την πεδιάδα, λες κι είχε σταθεί την τελευταία στιγμή εκεί που έπεφτε για να τη συναντήσει, και τα πουλιά, στριμωγμένα μεταξύ ουρανού και γης, πετούσαν χαμηλά κι αυτά. Πήγαιναν για το Πάσχα στο χωριό του Στάθη, το αγόρι ήθελε να δει τους παππούδες του κι εκείνοι, ακόμα πιο πολύ, λαχταρούσαν να δουν τον εγγονό τους. Αυτή θα προτιμούσε να μην πάνε· φοβόταν τα ταξίδια με το αμάξι, της φαινόταν ότι παραπίσω αποκεί που κυμάτιζε ο αέρας, πάνω απ’ τη ζεστή άσφαλτο, τους περίμενε κάτι τρομερό που ’χε μορφή νταλίκας, τρακτέρ, φρέζας. Τα ψόφια ζώα στο δρόμο, κάποια πατημένα τόσο που δεν ήταν πλέον παρά κάτι άμορφο, υπογράμμιζαν το φόβο της και τον επιβεβαίωναν – και τα χέρια της, κάθε φορά που αντίκριζε ένα τέτοιο κουφάρι, έσφιγγαν κι άλλο το τιμόνι, λες κι ο κόσμος ήταν έτοιμος να διαλυθεί και μόνο άμα έβαζε όλη της τη δύναμη θα κατόρθωνε ίσως να τον συγκρατήσει.

«Έβγαλες τα παπούτσια σου;» τον ρώτησε.

«Ναι, μαμά», της είπε, και υπήρχε στη φωνή του κάτι που την έκανε ξαφνικά, κι ας φοβόταν, να ξεσφίξει το δεξί χέρι απ’ το τιμόνι και να το απλώσει πίσω, χωρίς όμως να πάρει ούτε στιγμή τα μάτια της από το δρόμο.

Τεντώνοντας το χέρι όσο πιο πίσω πήγαινε, δίχως να στρέψει το κορμί, άγγιξε την πατούσα του και τα γυμνά του δάχτυλα.

«Μαμά, με γαργαλάς», της είπε γελώντας.

«Κάτσε να τα μετρήσω. Μου φαίνεται ότι λείπει ένα».

Άρχισε να τα μετρά: «Ένα, δύο, δύο, τρία, τέσσερα».

«Μη λες βλακείες. Μέτρησες δυο φορές το δύο».

Ήθελε να τραβήξει το χέρι, να οδηγήσει και με τα δύο, αλλά ακόμα περισσότερο ήθελε να συνεχίσει να κρατάει τα μικρά του δάχτυλα, ώσπου τα άφησε απρόθυμα και γραπώθηκε ξανά απ’ το τιμόνι.

Ο ουρανός σαν να ’χε κατέβει τώρα ακόμα πιο χαμηλά. Τα καμπαναριά των μεγάλων εκκλησιών, οι στύλοι του ηλεκτρικού, τα πουλιά, ίσα που χωρούσαν όλα στον αέρα πάνω από τον κάμπο.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly