frear

Η γεωμετρία των συναισθημάτων και το ανάγλυφο του τραύματος στο «Δύο» – γράφει η Ελένη Κοφτερού

Διάβασα το Δύο από τις εξαιρετικές εκδόσεις Κίχλη που υπογράφουν η Έλενα Μαρούτσου και η Ούρσουλα Φωσκόλου και θέλω να ξεκινήσω την προσέγγισή μου με την υψηλή αισθητική του βιβλίου ως αντικειμένου. Η φωτογραφία που κοσμεί το εξώφυλλο, έργο του Βραζιλιάνου καλλιτέχνη Τunga, είναι απόλυτα ταιριαστή με το περιεχόμενο και τον τίτλο και αλληλεπιδρά δημιουργικά με τα όμορφα σκίτσα της Εύης Τσακνιά που στηρίζονται στις φωτογραφίες της Νταϊάν Άρμπους, αλλά διαθέτουν τη δική τους ταυτότητα. Με μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο ο αναγνώστης ανακαλύπτει την ιστορία, τον συμβολισμό, τη βαρύτητα και τις προεκτάσεις αυτής της φωτογραφίας η οποία αποτελεί μέρος της περφόρμανς Xifópagas Capilaresentre Nós και περιλαμβάνει τα δίδυμα κορίτσια που εμφανίζονται απροσδόκητα στις γκαλερί για να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον που θολώνει τη γραμμή μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας. Βασίζεται σε έναν μύθο των συνδεδεμένων σκανδιναβικών κοριτσιών, των οποίων η ύπαρξη προκαλεί σύγκρουση σε ένα χωριό.

Η αχλή που καταπίνει τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ πραγματικότητας και μύθου κυριαρχεί στο Δύο προσδίδοντας παράλληλα το μυστήριο, τη μαγεία και την τελετουργία που περιέχουν πάντα οι μεταιχμιακές καταστάσεις.

Ολόκληρο το μυθιστόρημα διαθέτει ιδιότυπη, χαρακτηριστική συμμετρία που εκφράζεται με την ακολουθία και τις διακυμάνσεις των συναισθημάτων των ηρωίδων, το αντικαθρέφτισμα των αντιδράσεων και των παρεξηγημένων χειρονομιών καθώς αλληλεπιδρούν με το περιεχόμενο των επιστολών που υπογράφει η Ούρσουλα Φωσκόλου.

Η ώριμη γραφή της Μαρούτσου παρασέρνει τον αναγνώστη στο περιδίνισμα γύρω από το σύμπαν που δημιουργεί η συγγραφέας με αφορμή τις φωτογραφίες της Νταϊάν Άρμπους. Μια κεντρομόλος δύναμη έλκει την κεντρική ηρωίδα προς την αναζήτηση της αλήθειας, ενώ μια φυγόκεντρη δύναμη την απομακρύνει από τη δύσκολη και οδυνηρή πραγματικότητα, οδηγώντας την στην απαράμιλλη γοητεία του μύθου. Η συνθήκη της ορφάνιας της φαντάζει υποφερτή με την θαυμάσια μεταφορά της Έλενας Μαρούτσου όπου ο κόσμος δεν είναι τίποτε άλλο από ένα στροβιλιζόμενο παιχνίδι. «….τη μέρα που πέθανε η μητέρα μου έπεφταν γκρίζα πούπουλα από τον ουρανό. Θα έλεγες πως εκεί ψηλά μαδούσαν γριές κότες ή πως πετσόκοβαν δυσοίωνα σύννεφα και τίναζαν μετά τις παλάμες, όπως λέμε «πάει κι αυτό», όμως αυτό δεν είχε πάει πουθενά. Αυτό ήταν εκεί μπροστά μου, έτοιμο να ξεκινήσει, όπως όταν έχεις γυρίσει τη μεταλλική πεταλούδα πολλές φορές ώσπου δεν παίρνει άλλο και νιώθεις στα χέρια σου την παλλόμενη ένταση του παιχνιδιού που θέλει ν’ αρχίσει να κινείται και τίποτα δεν μπορεί να το συγκρατήσει, αρκεί μόνο να το αφήσει από τα χέρια σου. Το παιχνίδι ήταν ο κόσμος. …»

Το έργο ξεκινάει με ένα καταπληκτικό παραμύθι που προϊδεάζει τον αναγνώστη για την σημαντική θέση που κατέχει ο μύθος στην ζωή των ηρωίδων. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που και οι δυο εκφράζονται με τη γραφή. Η Ανδριάνα γράφει επιστολές και παραμύθια για να ξορκίσει την πληγή που κατατρώει τα σωθικά της, ενώ η Μυρτώ γράφει και μεταφράζει ποιήματα για να μιλήσει για την ακατάβλητη έλλειψη της μητρικής στοργής.

Η αφήγηση μπορεί να χαρακτηριστεί ακτινωτή με τις επιστολές που ανακαλύπτει η Μυρτώ να αποτελούν τους άξονες γύρω από τους οποίους κινείται η αναζήτηση, ο εσωτερικός μονόλογος και η πορεία προς την αλήθεια. Η αφήγηση επίσης στροβιλίζεται γύρω από την καθοριστική εξίσωση της σχέσης των γυναικών της οικογένειας (γιαγιά-μητέρα-κόρη-μητέρα-κόρη), τη σχέση τέχνης-ζωής, τη δυαδική φύση του ανθρώπου που ορίζεται από το φύλο και την ερωτική επιθυμία.

Η σύγκρουση είναι το κύριο χαρακτηριστικό της ψυχοσύνθεσης των ηρωίδων. Το εύρημα των επιστολών εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τις εναλλαγές του θυμικού της ηρωίδας, η οποία οδηγείται στην αναζήτηση της αλήθειας. Πότε όμως αυτή η αναζήτηση βρήκε στρωμένο τον δρόμο; Πάντα δεν απαιτείται η συνάντηση και εξοικείωση με το τραύμα;

Η πολύπλευρη, πολυκύμαντη και καταλυτική σχέση με την μάνα αναδύεται σε όλη την αφήγηση με φυσικότητα και ρεαλισμό. Με χειρουργική ακρίβεια η Έλενα Μαρούτσου ανατέμνει αυτή τη σχέση, την αναλύει και την παρουσιάζει με λογοτεχνική δεξιοτεχνία και καθαρό βλέμμα. Με ιδιαίτερη ευαισθησία και λεπτότητα χειρίζεται τις αδυναμίες και τα ελαττώματα των ηρωίδων της. Με εύρημα μια λέξη, άρρητη και σκοτεινή που πληγώνει την Μυρτώ, τραυματίζει τον έρωτά της και θρέφει την αυτοτιμωρητική της τάση σαν προπατορικό αμάρτημα, η συγγραφέας αγγίζει το ψυχικό τραύμα. Μια λέξη που εσκεμμένα δεν αναφέρει η συγγραφέας θρέφει και συντηρεί το τραύμα της Μυρτώς. Μια λέξη που παραμένει άγνωστη και βουβή σαν τον σιγαστήρα σε φονικό όπλο. Η λέξη-λεπίδι που τραυματίζει την Μυρτώ κάθε φορά που κάνει έρωτα εκστομίζεται από τον εραστή της, σαν να αποτελεί μέρος μιας σκληρής τελετουργίας κάθαρσης, στην οποία η ηρωίδα συμμετέχει οικειοθελώς. Το ίδιο όπλο, την ίδια λέξη χρησιμοποιεί η Μυρτώ που για μια στιγμή γίνεται από θύμα θύτης. Είναι αξιοσημείωτη η τόλμη και η ειλικρίνεια με την οποία η Μαρούτσου περιγράφει αυτήν τη μετάβαση των ρόλων στον έρωτα.

Πολύ σημαντική θέση στην αφήγηση κατέχουν τα σημάδια και οι διαταραχές όχι μόνο των ηρωίδων μα και των προγόνων τους στη Σέριφο. Ημικρανίες που μεταπλάθονται σε ίλιγγο από τη μια γενιά στην άλλη, αβάσταχτο πένθος που γίνεται παραμύθι για μια ξύλινη κούκλα και η κληρονομιά της θλίψης είναι μόνο κάποια από τα στοιχεία που εμπλουτίζουν τις διαδρομές της ανάγνωσης. Ιδιαίτερα θέλω να αναφερθώ στο σημάδι-στολίδι στο πρόσωπο της Σάντρας –της γυναίκας που κατά μια έννοια ενσαρκώνει την πεποίθηση πως και η μητέρα της είχε ερωτική σχέση με γυναίκα– που αποτελεί θαυμάσιο λογοτεχνικό εύρημα καθώς η συγγραφέας τού «συμπεριφέρεται» με άφατη τρυφερότητα, μετατρέποντάς το από γενετικό σημάδι σε ερωτικό φετίχ. Η Σάντρα εκπροσωπεί τη μορφή και την προσωπικότητα που θα μπορούσε να βρίσκεται στις φωτογραφίες της Άρμπους. Μια καλλιτέχνιδα που μέσα από την ψυχική διαταραχή και την οδύνη κατέκτησε την ελευθερία να ερωτεύεται ανθρώπους και όχι φύλα.

Κρίσιμο στοιχείο του μυθιστορήματος αποτελεί η θεατρικότητα, όπως αυτή εκφράζεται στην τέχνη της φωτογραφίας, στο μακιγιάζ και τη μεταμφίεση, στους ρόλους που υιοθετούν οι ήρωες στον έρωτα ακόμη και στην κατάλυση του στερεότυπου αυτών των ρόλων.

Κλείνοντας την προσέγγισή μου θα ήθελα να αναφερθώ ξεχωριστά στα παραμύθια και τις επιστολές που έχει γράψει η Ούρσουλα Φωσκόλου, που θα τα χαρακτήριζα μικρά αριστουργήματα, τόσο όσον αφορά το ύφος όσο και το περιεχόμενο. Ο αναγνώστης νιώθει να τον διαπερνά η άφατη τρυφερότητα, η νοσταλγία, το άλγος, η προσμονή κι όλα τα δυνατά συναισθήματα που σχετίζονται με την άδολη αγάπη, αυτά δηλαδή που είναι δύσκολο να εκφραστούν με λέξεις. Η Ούρσουλα Φώσκολου ωστόσο, βρίσκει τις λέξεις, τη σειρά τους, τους ελιγμούς και τα πετάγματά τους για να χαρίσει στον αναγνώστη δυο παραμύθια και έξι επιστολές που ενώνουν αρμονικά την αφήγηση σαν περίτεχνες καλλιτεχνικές ραφές.

Πιστεύω ότι είναι σχεδόν αδύνατον για τον αναγνώστη που τελειώνει το Δύο να μην επιστρέψει αμέσως στην αρχή για να το ξαναδιαβάσει (τουλάχιστον εγώ έτσι έκανα ακραγγίζοντας εκείνη την λαχτάρα που μας κατέβαλε όταν ήμαστε παιδιά και δεν φεύγαμε από το σινεμά, για να δούμε την ταινία ξανά και στη δεύτερη παράσταση).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία είναι από τον ιστότοπο του Διάστιχου. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly