frear

Παύλου το ανάγνωσμα – γράφει ο Απόστολος Θηβαίος

Η Άννα
μου ’πε Παύλο
η Αθήνα
είναι τρελή

Τέτοιο καιρό, κάθε εποχή ένα παράξενο θέαμα μονοπωλεί το ενδιαφέρον του κοιμητηρίου. Παιδιά, το πολύ είκοσι χρονών, ολόκληρα κοπάδια από αυτά, περνούν τις πύλες κρατώντας ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο. Βαδίζουν αποφασιστικά, δίχως τα γέλια και τα ξεφωνητά που συνηθίζουν στους δρόμους της πολιτείας μας. Αρχηγός τους είναι μια Άννα λευκή, σχεδόν διάφανη, με μακριά μαλλιά που χορεύουν μες στον άνεμο. Η Άννα δεν μιλά, τα μάτια της θυμίζουν κατάμαυρα ξωτικά, το φόρεμά της είναι φτιαγμένο από την νύχτα και κάτι άλλα πράγματα απόκοσμα, υλικά ξένα για τους ανθρώπους. Το φόρεμά της, φουστάνι σ΄αδειανό σώμα, Άννα γιατί δεν μιλάς, εσύ που τον γνώριζες τόσο καλά, γιατί δεν μας λες μια ιστορία για εκείνον.

Μα εκείνη, δίχως ν΄αποκριθεί χύνεται έξω στους δρόμους. Κανείς δεν τρέχει πίσω της, όλοι οι δρόμοι είναι κλεισμένοι για την Άννα και όλοι νιώθουν πως είναι κίνδυνος για τον εαυτό της. Όμως η καρδιά της, αυτή τουλάχιστον γνωρίζει καλά τι σημαίνει να ζεις ανάμεσα σ΄όλα αυτά τα συντρίμια, τα σκληρά καλοκαίρια, τις ακίνητες ώρες. Περισσότερο από όλα η Άννα φοβάται την καρδιά του καλοκαιριού και όταν πάλι ξεσπάσουν οι βροχές κλείνεται μες στο διαμερισματάκι της κλαίγοντας, κλαίγοντας, κλαίγοντας, τρεις φορές σαν να λατρεύεις έναν θεό πατέρα. Περισσότερο από όλα η Άννα τρέμει τους κεραυνούς γιατί μπορεί να ξυπνήσουν όλα εκείνα που αστράφτουν κάτω από τον ήλιο πελιδνά και αποκαρδιωμένα. Περισσότερο από όλα η Άννα φοβάται τον εαυτό της. Όμως για όλα αυτά η ίδια φαντάζει περισσότερο αρμόδια να σας μιλήσει. Όλες μου οι παρατηρήσεις φαντάζουν άστοχες όταν η Άννα ξεκινά τις ιστορίες της.

Άννα;

Δεν τον φωνάζει κανείς με τ΄ονομά του. Όλοι συμφωνήσαμε πως μετά το φευγιό του θα ξεχάσουμε. Ήταν δύσκολο, ξέρετε, επειδή τότε διδαχτήκαμε άθελά μας, από την αρχή να τον αγαπάμε. Η καρδιά του έμοιαζε ορθάνοιχη και αν το ήθελε μπορούσε να σωριάσει με μια του κίνηση όλα τα στυλώματα, τα πατάρια, όλες τις κουίντες που κρύβουν την αληθινή ζωή.

Κάθε πρωί λέγαμε το όνομά του, κάθε πρωί τρία μιλιγκράμ, μια ευθεία βολή ίσια στα αίματα. Προς το τέλος της ζωής του παρουσίασε παραισθήσεις, πάει να πει ζητούσε επίμονα νερό, ισχυριζόταν πως ήταν ποιητής, ποιητής και μες στους τηλεφωνικούς θαλάμους της πιο πολύβουης λεωφόρου χτυπούσε τ΄ακουστικό φωνάζοντας ξανά και ξανά, ποιος, ποιος, ποιος.

Όταν έμενε μόνος αντίκριζε τον θάνατο, ούρλιαζε το όνομα της μάνας του, ποια στέρηση τον έχει αναθρέψει, είπε η Άννα και με μια κίνηση ελίχθηκε σαν αναρριχώμενο φυτό, ξένο για αυτόν τον κόσμο και για το φεγγάρι που ΄χει δει τόσα πολλά. Η Άννα διαλύεται, μιλά για ένα αγέννητο παιδί, λέει το ονομά του και όσα έχασε τώρα την στοιχειώνουν. Χάνεται σαν σήμα, όμως προλαβαίνει και μιλά, μέσα από εκείνον τον κόσμο που φτιάχτηκε από τα χέρια της. Ο κλειστός κόσμος, λένε οι γραφές συνοψίζεται στ΄απελπισμένο στόμα της. Αφήνει κάτι ψαλιδιές στον άνεμο, δίχως λόγο ουρλιαχτά, παράξενους φίλους συναντά, ακενεντόν και αιώνια χαμόγελα. Τραβάει για το Μουσείο, όλα τα παιδιά της έχουν πεθάνει εδώ και χρόνια, τίποτε δεν έχει να χάσει. Οι ωοθήκες της, η φαντασία της συνιστούν κατεστραμένα πράγματα.Περνά σπίτια κλειστά, γίνεται άνεμος που σαρώνει τα φύλλα, τις πόρτες, δίνει μια και κάνει θρύψαλα όλης την παλιά ζωή.

Κοιτάξτε ένα τροχιοδιωκτικό κορίτσι κάτω από τα σύρματα της Πατησίων. Κοιτάξτε τους ποιητές πώς σταματούν και υποκλίνονται, ένας παλιός φίλος αργοπεθαίνει στα σκαλοπάτια της εργατικής ομοσπονδίας. Κάποτε θα τον κάνουν άγαλμα, όμως πες μου πώς μπορείς να φτιάξεις προτομές από σκληρό, ανθρώπινο χαρτόνι, από λιωμένα, παιδικά χρόνια. Άννα, πες μας τον τρόπο, μην χάνεσαι.

Ένας φίλος, η εργατική ομοσπονδία, αργοπεθαίνω, παιδικά χρόνια, προτομές, προτομές, προτομές.

Όμως εκείνη κατηφορίζει σαν μια μοναχική παρέλαση, ας πούμε σαν τον τελευταίο οπλίτη του ύστατου τάγματος.

Κοίταξε την πώς ομορφαίνει βήμα το βήμα, λεπτό το λεπτό, σαν να επιστρέφει στην καλή, παιδική ηλικία. Άννα, χαμογέλασέ μας, κάπως έτσι, έλα πλησίασε, τόνισε το κερένιο μπούστο σου, ω μα είσαι τόσο όμορφη, γεμάτη σκοτεινά υφαντά. Άννα της οδού Ευριπίδου, μια μηχανή Singer που χτυπά ξέφρενα μες στις στοές σου, χαλώντας τον κόσμο. Άννα δείξε μας τα σύνεργά σου. Κοίταξε μέσα από την γυάλινη σφαίρα σου Άννα, τι πληγώνει τα δυο σου χείλη, πες μου πως αυτό στα χέρια σου δεν είναι αίμα, δεν είναι αίμα. Σκαρφάλωσε στο πεντάγραμμο της νύχτας, μα πρόσεξε Άννα, ένα βήμα λανθασμένο, ένας λάθος υπολογσμός και το μυστικό κλειδί κινδυνεύει να χαθεί.

Σαν να΄θελε τούτη την σιγουριά του θανάτου δίνει τότε μια και ο γκρεμός της σκάλας χάνει την αλλοτινή του σημασία.

Ως εδώ όμως. Οι νεαροί της φίλοι έχουν πια χαθεί, η γιορτή έχει πια περάσει. Επιστρέφει στην Δεξαμενή, όπως λένε τα τραγούδια. Και όλα μοιάζουν παράλογα εκεί που αρχίζει ο μοναχικός της δρόμος. Ως εδώ, επειδή η Άννα αυτού εδώ του τραγουδιού συγκρατεί ακόμη κάτι από την ομορφιά και την ιδέα της. Και άλλωστε δεν κάνει να μιλούμε για εκείνη, τώρα που για πάντα έχει χαθεί, που έχει χαθεί ποντάροντας όλο της το βιος σ΄έναν σαλτιμπάγκο Σ΄έναν νεαρό θεό της νύχτας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly