frear

Είναι ή δεν είναι μυθιστόρημα το «Μέγα Λαϊκό» του Νίκου Μητρογιαννόπουλου; – του Π. Ένιγουεϊ

Διήγημα του Νίκου Μητρογιαννόπουλου είχα διαβάσει στο 14ο τεύχος του περιοδικού Φαρφουλάς (καλοκαίρι 2014), με τίτλο «Τζαμάρισμα για τα ’80s», και μου είχε προκαλέσει τρομερά θετική εντύπωση!

Έτσι λοιπόν αναζήτησα με χαρά την πρώτη του πεζογραφική δουλειά Μέγα Λαϊκό (Τυφλόμυγα, 2019) σε ένα γνωστό βιβλιοπωλείο στο κέντρο της Αθήνας, αλλά, προς έκπληξή μου, πληροφορήθηκα πως το εν λόγω βιβλίο δε βρίσκεται στο λογοτεχνικό τμήμα του βιβλιοπωλείου, αλλά σε αυτό με τις… τέχνες (κινηματογράφος, μουσική, κόμικς κλπ.).

Άραγε τίθεται θέμα κατάταξης του βιβλίου, σκεφτόμουν καθώς το διάβαζα σε ένα κοντινό καφωδείο, ή έγινε κάποιο λάθος «εκ παραδρομής»;

Εντάξει, το Μέγα Λαϊκό δεν είναι ένα μυθιστόρημα «κλασικού» τύπου και μορφής. Δεν έχει κάποιο βασικό ήρωα (στις σελίδες του φιγουράρουν λούμπεν μορφές της νύχτας, ανώνυμες ή επώνυμες), ούτε βέβαια πλοκή, και ίσως αυτός να είναι ο λόγος της κατάταξής του σε μια κατηγορία των τεχνών (μουσική).

Όμως το Μέγα Λαϊκό περιστρέφεται γύρω από μια βασική ιδέα (την ελληνική λαϊκή μουσική), έχει δομή, ύφος (αν και ετερόκλητο — εξηγώ παρακάτω) και ρυθμό, οπότε θεωρώ πως άδικα δε χαρακτηρίστηκε μυθιστόρημα.

Ίσως πάλι η αιτία να είναι η παράθεση μη μυθοπλαστικών κειμένων: αληθινές καθημερινές μικρές ιστορίες, μικροδιηγήσεις/μικροαφηγήματα του ίδιου του συγγραφέα ή ανθρώπων που ανήκουν στο χώρο της λαϊκής μουσικής, αποκόμματα εφημερίδων, ποιήματα και άλλα πολλά, ένα συνονθύλευμα εν ολίγοις ετερόκλητων στοιχείων, που «φωτίζουν» το θέμα του βιβλίου, το λαϊκό τραγούδι, από όλες τις πτυχές του.

Και εδώ βρίσκεται η απορία μου: Μπορεί να αποτελέσει το κολάζ κειμένων (λογοτεχνικών ή μη) λόγο ώστε να (μη) χαρακτηριστεί ένα βιβλίο μυθιστόρημα;

Το κολάζ των κειμένων στη λογοτεχνία (και στην τέχνη γενικότερα) δεν είναι κάτι καινούριο. Στα καθ’ ημάς η αρχή έγινε με το βιβλίο του Θανάση Βαλτινού Τρία ελληνικά μονόπρακτα (Κέδρος, 1978) και στη συνέχεια, τελειοποιώντας την τεχνική του, με τα Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60 (Στιγμή, 1989), με τον Μισέλ Φάις (Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου, Καστανιώτης, 1994), τον Άρη Μαραγκόπουλο (Οι ωραίες ημέρες του Bενιαμίν Σανιδόπουλου (Κέδρος, 1998), τον Κώστα Ακρίβο (Κίτρινο ρώσικο κερί (Κέδρος, 2001), τον Σταύρο Κρητιώτη (Το μηνολόγιο ενός απόντος, Πόλις 2005) κ.ά.

Σε όλα αυτά τα μυθιστορήματα κυρίαρχο γνώρισμα είναι η συρραφή διάφορων κειμένων, που καταδεικνύει την αποσπασματικότητα της πραγματικότητας, σε αντίθεση με τη δομημένη διάρθρωση του «κλασικού» μυθιστορήματος, που βλέπει τον κόσμο σαν μια ολότητα όπου όλα τα στιγμιότυπα συνδέονται μεταξύ τους με λογικές σχέσεις.

Η αποσπασματικότητα αυτών των κειμένων αποδεικνύει την πολυφωνική και διακειμενική φύση του μυθιστορήματος και παραπέμπει όχι σε μια εξωτερική πραγματικότητα, αλλά στον ίδιο το λόγο, στην κειμενική πραγματικότητα. Έτσι τα μυθιστορήματα αυτά μπορούν να χαρακτηριστούν άνετα «πολυφωνικά» (όπως τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέβσκη), μιας και η φωνή του συγγραφέα απουσιάζει εντελώς, ενώ συνυπάρχουν, αυτόνομες και ισοδύναμες, οι φωνές των επιμέρους αφηγητών.

Επίσης, όπως αναφέρει ο Γιώργος Περαντωνάκης («Κολάζ και μοντάζ τεκμηρίων στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία», Εφημερίδα των Συντακτών, 8.7.2018): «ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται την ασυνέχεια του κειμένου, παρ’ όλο που ακόμα προσπαθεί να εκλάβει το έργο ως ένα ενιαίο όλο κι όχι σαν μια τεμαχισμένη αποσπασματικότητα. Ακόμη περισσότερο, η τεχνική του κολάζ ευνοεί την ενεργή συμμετοχή του αναγνώστη, γιατί η συμπαράθεση των τεκμηρίων αφήνει την ελευθερία στον καθένα να συνδέσει τα ετερόκλητα στοιχεία του μυθιστορήματος σε νήματα και να διαβάσει το έργο με τον δικό του τρόπο, ακόμα και με άλλη σειρά από την προτεινόμενη. Η συγγραφική παρέμβαση είναι εξ αρχής πιο μειωμένη, με αποτέλεσμα ο αποδέκτης να είναι σε θέση να κάνει τις δικές του συνάψεις».

Έτσι, μετά από αυτή την πολύ σύντομη παρουσίαση του κόσμου των κολάζ, αφήνω στην κρίση του αναγνώστη να αποφασίσει σε ποια κατηγορία θεωρεί πως ανήκει το Μέγα Λαϊκό.

Για το τέλος επιλέγω μερικά αντιπροσωπευτικά αποσπάσματα από το βιβλίο του Νίκου Μητρογιαννόπουλου (το εξώφυλλο του οποίου φιλοξενεί μια ζωγραφιά του Κώστα Ριτσώνη):

Πρωινά Κυριακής, συναντιόμαστε σε ένα καφενείο στην Αγιά Σοφιά στον Πειραιά. Βρίσκαμε ένα τραπέζι αυστηρά με δυο καρέκλες, να μην υπάρχει χώρος για τρίτο. Δεν κοιτάζαμε ποτέ ο ένας τον άλλον, βλέπαμε τον τοίχο απέναντι. Ο [Μιχάλης] Γενίτσαρης παράγγελνε ελληνικό, εγώ φραπέ. Έπαιζε το κομπολόι, κάπνιζα. Όταν χαιρετιόμαστε, μου έλεγε: «Θα τα πούμε την άλλη Κυριακή;».

Σε μια αδιάφορη ερώτηση του μπουζουξή: «Και συ ποιο ξέρεις να πεις;» απάντησε πρωτοεμφανιζόμενη σε πάλκο: «Πιάσε ένα σολ ματζόρε χιτζάζ και προχωράω μόνη μου».

Ο Κώστας, εμπόριο λευκών ειδών, το τσιγγανάκι, έκλαιγε δίπλα μου όπως γυρίζαμε στην 124 τις επιστασίες. «Πρώτη φορά δεν είμαι ελεύθερος, αδέρφι». Οι άλλοι, οι δικοί του, τον παρακολουθούσαν πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα, όπου κι αν πήγαινε, λες και θρηνούσαν πεθαμένο. Μετά από ώρες, λίγο πριν χαθούμε προς τη μεγάλη πίστα, είχαμε μπει το μεσημέρι κι είχε βραδιάσει πια, ήτανε μια κοπέλα μαγική που σήκωσε τη φούστα της —κανένα ρούχο από κάτω— φωνάζοντας: «Κοίτα, ρε Κώστα! Δες το μουνί μου, ρε, να το θυμάσαι μέσα». Έβαλε τότε να φυσάει, έμοιασε η ζωή με πλάνο του Ταρκόφσκι, τα πάντα κι όλους μας λυγίζοντας, μόνο η γυναίκα έμεινε ακίνητη και να φωνάζει, μπροστά σε χίλια πεινασμένα βλέμματα, για έναν: «Κοίτα, ρε Κώστα…». Παρακαλώντας: «Κοίτα…».

(Βλέπε επίσης http://megalaiko.blogspot.com/)

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly