frear

Για το «Τατουάζ στον παράμεσο» του Γιάννη Νταουλτζή – γράφει ο Μάριος Μιχαηλίδης

Γιάννης Νταουλτζής, Τατουάζ στον παράμεσο, Διηγήματα, Momentum 2019.

Είναι φορές που λογοτεχνική γραφή έρχεται να ξαφνιάσει ευχάριστα και να διεγείρει το ενδιαφέρον του αναγνώστη που μοναδικό κίνητρο έχει την αγνή αγάπη για τον έντεχνο λόγο και, κυριολεκτικά, απολαμβάνει την αναγνωστική εμπειρία. Το ίδιο ευχάριστα, όμως, ξαφνιάζει και τον επαρκή αναγνώστη. Αυτόν που αναζητεί στα βιβλία την μυθοπλαστική πρωτοτυπία και την παρουσία χαρακτηριστικών δομικών αρετών, αυτόν που θέλγεται από το κράμα ενός λόγου αβρού που παραπέμπει στις υπώρειες της ελληνικής γλώσσας.

Είμαι πεπεισμένος ότι αυτό το ξάφνιασμα θα προκαλέσει το βιβλίο του Γιάννη Νταουλτζή Τατουάζ στον παράμεσο που σήμερα παρουσιάζουμε.

Η δική μου επαφή με τη γραφή του Γιάννη Νταουλτζή έχει γίνει πολύ πριν την έκδοση αυτής της συλλογής που φιλοξενεί δεκατέσσερα, επιλεγμένα από τον ίδιο, διηγήματά του. Από τότε είχα τη βεβαιότητα ότι πρόκειται για ώριμη γραφή, που δεν έπρεπε να μένει άλλο στη σιωπή. Όμως, ο Γιάννης ήθελε τον δικό του χρόνο. Δεν βιάστηκε, ούτε και αναλώθηκε σε προσπάθειες να πείσει τους άλλους για την αξία της λογοτεχνικής του πλευράς, όπως κατά κανόνα συμβαίνει με πολλούς πρωτοεμφανιζόμενους, και όχι μόνο, συγγραφείς.

Τη σεμνότητα του Γιάννη την γνωρίζουν όλοι όσοι είχαν και έχουν την τύχη να συνεργάζονται μαζί του. Προσωπικά, και μετά από 25 χρόνια καθημερινής επαφής και επικοινωνίας, λόγω της κοινής επαγγελματικής πορείας και κάτω από την ίδια σχολική στέγη, μπορώ άνετα να πω ότι πάντοτε με εντυπωσίαζε η απόλυτη αφοσίωση στο έργο του και ο αγώνας του να κατακτήσει τις κορυφές της φιλολογικής γνώσης και της διδακτικής επάρκειας.

Πριν από πέντε χρόνια, και μετά από πολλή φορτικότητα, τον έπεισα και μου έστειλε ένα διήγημά του. Ήταν το «Για μια περμανάντ» που συγκαταλέγεται στη συλλογή. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την έκφραση έκπληξης μαζί και απορίας με την οποία αντέδρασε, όταν, την επόμενη μέρα, και αφού είχα διαβάσει το διήγημα, με έκδηλο ενθουσιασμό του είπα «Καλώς ήρθες Γιάννη».

Ωστόσο, στο θέμα αυτό ο Γιάννης επέβαλε στον εαυτό του μια σιωπή που δεν ήταν συνέπεια φόβου ή ατολμίας, παρά μόνο σοβαρότητας και υπευθυνότητας. Από τότε δεν διάβασα άλλο διήγημά του, παρ’ ότι σποραδικά του έστελνα δικά μου κείμενα, γιατί με ενδιέφερε η προσωπική του ματιά, αλλά και με την κρυφή ελπίδα να του αποσπάσω κάποιο αντιδώρημα. Όμως για όλα υπάρχει το πλήρωμα του χρόνου. Τον τελευταίο χρόνο κατάλαβα ότι, επιτέλους, το είχε αποφασίσει. Όταν πήρα στα χέρια μου τα διηγήματα καταχάρηκα. Στο πρώτο γρήγορο κοίταγμα διαπίστωσα τους πρωτότυπους τίτλους: «Απ’ τη ζωή μου πέρασε κήπος κάποτε», «Χαρταετοί», «Μικρός τα άκουγα», «Τατουάζ στον Παράμεσο» «Μετανάστες και μεταστάντες» κ.ά. Άλλη έκπληξη το mottο, δηλαδή η προμετωπίδα που ακολουθεί μετά από τον κάθε τίτλο και που, κατά κανόνα, αποτελείται από στίχους ποιητών, όπως του Οδυσσέα Ελύτη, του Γιάννη Ρίτσου, της Κικής Δημουλά, του Νίκου Καρούζου, του Μανόλη Αναγνωστάκη, του Πάνου Οικονόμου κ.ά.

Η ανάγνωση των διηγημάτων επιβεβαίωσε τις προσδοκίες μου. Μπροστά μου είχα μια πολύ προσεγμένη και καλοδουλεμένη γραφή ως προς τη σύλληψη των θεμάτων, την οργάνωση των μερών, την προβολή και ανέλιξη των χαρακτήρων και, ιδιαιτέρως, τη διαχείριση των αφηγηματικών τρόπων και την επιλογή των φορέων της αφήγησης.

Μετά γνώσεως λόγου σημειώνω ότι όλα αυτά έχουν ως κοινό εκθέτη την επάρκεια και την πληρότητα. Η φιλολογική γνώση και εμπειρία του Γιάννη Νταουλτζή, μαζί με τη συγγραφική του ιδιότητα, δημιούργησαν ένα θαυμαστό αποτέλεσμα, με συνέπεια η ανάγνωση να μεταβάλλεται σε δημιουργική σύμπλευση με τα πάθη και τα παθήματα των ηρώων του. Όμως, η ανταμοιβή δεν σταματάει εδώ. Ο αναγνώστης ταυτόχρονα απολαμβάνει το θάμβος του λόγου που εκρέει από το στόμα ταπεινών ανθρώπων. Ιδιαιτέρως αναφέρομαι στο θέμα αυτό, υπογραμμίζοντας την ικανότητα του συγγραφέα, να διαμορφώνει και να προσαρμόζει κάθε φορά το γλωσσικό ήθος των ηρώων του στις απαιτήσεις της ντοπιολαλιάς, αλλά και στην εξέλιξη του μύθου, τις συγκρούσεις και τις ανατροπές που αναπόφευκτα επηρεάζουν την ψυχολογία των προσώπων και αφήνουν το αποτύπωμά τους στις λεκτικές και υφολογικές διακυμάνσεις του λόγου τους.

Αυτό συμβαίνει και εκεί όπου ο ίδιος μεταβάλλεται σε πρωτοπρόσωπο αφηγητή, όπως στο πρώτο, αυτοβιογραφικό διήγημα της συλλογής που φέρει τον τίτλο «Απ’ τη ζωή μου κήπος πέρασε κάποτε». Τότε ο λόγος κυριολεκτικά συνάδει με το βαθύ συναίσθημα και τη γλυκειά μελαγχολία που γεννά η επιστροφή στον γενέθλιο τόπο και η αναζήτηση της παιδικής αθωότητας.

«Η μνήμη, τυμβωρύχος, ανασκαλεύει το παρελθόν, καταγράφει το παρόν, για να διασωθεί στη σκόνη που φέρνει το μέλλον. Οστεοφύλακας φωνών, μορφών, συναισθημάτων η μνήμη κι η γραφή. Έκτη αίσθηση, που τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από τις άλλες πέντε. Είναι αυτή που αναπλάθει σχήματα προσώπων, ανακλά είδωλα συναισθημάτων, ψηλαφεί φωνές, επιχρωματίζει εικόνες. Είναι τα ίχνη που αφήσαν οι δικοί, αποτυπώματα, άλλα αχνά – ξεθωριάζουν, άλλα βαθιά – αυλακώνουν, είναι αυτή που τη θαρρούμε χαμένη στου μυαλού τ’ αυλάκια. Και αίφνης ξυπνάει, άλλοτε σιγανό ρυάκι, που γίνεται ποτάμι, άλλοτε χείμαρρος, που κατεβάζει από τη Ντράνοβα πέτρες και ξύλα, λάσπη και πηλό, καμιά φορά και προικιά αφόρετα από γυναίκες που δε γίνανε ποτέ τους νύφες.»

Στο τέλος του διηγήματος, ο λόγος μεταβάλλεται σε λυρικό αναστοχασμό για τη δύναμη της μνήμης να αντιστέκεται, να διασπά και να καταθρυμματίζει το ακατανίκητο του χρόνου.

«Η σκόνη του χρόνου καλύπτει με διαδοχικά στρώματα το παρελθόν μου. Κληρονόμος πουλιών, αντιστέκομαι, χτίζοντας κενοτάφια, στεγάζοντας ίχνη παρουσίας απόντων. Η μνήμη μου χτίζει το μνήμα, παλεύει ν’ αναχαιτίζει το ποτάμι του χρόνου. Γιατί τα σώματα αποδημούν, οι χώροι αλλοιώνονται, τα γεγονότα εξατμίζονται και μεταμορφώνονται σε αλισάχνη.»

Στέκομαι με συγκίνηση και σεβασμό στα διηγήματα όπου ο συγγραφέας ανασύρει μνήμες από το παρελθόν, για δικούς του ανθρώπους που γνώρισε, μα και για άλλους που δεν πρόλαβε να γνωρίσει, ωστόσο, όμως, τους διατήρησε ζωντανούς μέσα του από αφηγήσεις συγγενικών του προσώπων. Ένας τέτοιος άνθρωπος που αναφέρεται στο διήγημα «Χαρταετοί» είναι ο παππούς Γιάννης, από τον οποίο ο συγγραφέας κληρονόμησε όχι μόνο το όνομα αλλά και το βίωμα του τραγικού του τέλους. «Τον παππού Γιάννη τον κλείσανε στα κρατητήρια στην άκρη της πόλης, μαζί με καμιά εικοσαριά, σε ένα κελί για πέντε νοματαίους. Μετά από δυο μέρες ρίξανε πέντε-δέκα χειροβομβίδες. Ένας πολτός όλα.»

Η μνημοσύνη στολισμένη με τα βαριά, μαύρα κεντίδια του θανάτου ξεδιπλώνει κι άλλους στεναγμούς της, και τα φορτία που με περηφάνια κουβαλά ο Δραμινός Γιάννης Νταουλτζής, αποτυπώνονται με εξαιρετική μαστορική στον έντεχνο λόγο. Στο διήγημα «Ο θείος Τάκης», ο ομώνυμος ήρωας δεν πρόλαβε να κλείσει τα είκοσί του χρόνια. Το φονικό έγινε σε δίσεχτους καιρούς. Ο Αρίστος, ο χωροφύλακας του χωριού, μες στη θολούρα του πιοτού και μαγεμένος από τα μάτια της Ζαχαρούλας, αντρειεύεται και σκοτώνει τον Τάκη, γιατί δεν άντεξε το πειραχτικό τραγούδι της συντροφιάς για τον Σκόμπι.

«Ο Αρίστος αποδόθηκε λευκός και συνέχισε να υπηρετεί την πατρίδα, αφού διαπιστώθηκε ότι Ο θάνατος του Αναστασίου Β. επήλθε εξ εκπυρσοκροτήσεως μετά από πάλη με τον εν λόγω κομμουνιστή, ο οποίος του επετέθη, όταν το όργανο της τάξεως τον παρετήρησε, διότι τραγουδούσε άσματα κομμουνιστοσυμμοριτών.

Η κατάθεση τιμής μέσα από τα διηγήματα της μνημοσύνης συνεχίζεται με το διήγημα «Ο πατέρας». Πρόκειται για τον πατέρα του συγγραφέα που η περηφάνια του δεν τον άφησε να συμβιβαστεί με τις προκλητικές υποσχέσεις. Αντίθετα τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του το πλήρωσαν με βαρύ τίμημα.

Ολοκληρώνοντας το συγκεκριμένο διήγημα, σαν ελάχιστο φόρο τιμής ο Γιάννης Νταουλτζής αναφέρει: «Το μόνο που με πληγώνει ώρες-ώρες είναι που δεν πρόλαβα να του πω πόσο περήφανος ήμουν που δεν προσκύνησε…».

Στο «Τατουάζ στον παράμεσο», που έδωσε και τον τίτλο της συλλογής, ο συγγραφέας συνθέτει με θαυμαστή ικανότητα ένα υποδειγματικό διήγημα ως προς την οργάνωση και το περιεχόμενο. Το διήγημα αρχίζει με μια ελάσσονα αφήγηση, η οποία καθίσταται εύληπτη και ολοκληρώνεται με τον εγκιβωτισμό μιας μείζονος αφήγησης. Αυτή η δεύτερη και μεγαλύτερη σε έκταση αφήγηση αποτελεί κορύφωση των διηγημάτων της μνημοσύνης. Η ταυτότητα του πρωτοπρόσωπου αφηγητή δηλώνεται εξαρχής. Πρόκειται για τον ίδιο τον συγγραφέα, ο οποίος αποφασίζει να ακολουθήσει τον γιο του, Έκτορα, στη εκδήλωση διαμαρτυρίας αμέσως μετά τη δολοφονία του Γρηγορὀπουλου. Εκεί, μέσα στην οργή του συγκεντρωμένου πλήθους, ανατρέχει στο παρελθόν και, συγκρίνοντας, διαπιστώνει πρωτόγνωρες και προκλητικές, για όσους τις έζησαν, αλλαγές:

Το ξανασκέφτομαι, και αποφασίζω να κατέβω κι εγώ με την Έφη. Βάζω σ’ ένα σακίδιο νερό, φουλάρια, λεμόνια για τα δακρυγόνα, και τη φωτογραφική μηχανή. Είκοσι χρόνια είχα να κατεβώ σε διαδήλωση. Δεν ήξερα για τα καινούρια κόλπα και μέσα αντιμετώπισης των δακρυγόνων.

8.00 μ.μ. στα Προπύλαια. Πανηγύρι. Φιστίκια, σουβλάκια, καπνοί από την τσίκνα και τα τσιγάρα. Γνωστοί με γκρίζα, άσπρα ή απόντα μαλλιά. Παλιοί συμφοιτητές. Κοιλιές, προγούλια και χαμόγελα.

Συνθήματα. Αμηχανία. Έχω να φωνάξω είκοσι χρόνια. Είμαστε πολλοί. Δεκάδες χιλιάδες. Κοιτώ περίεργος. Πλησιάζοντας την Ομόνοια απλώνονται μουρμουρητά. Από τις παρόδους ξεπροβάλλουν σκοτεινά είδωλα σωμάτων, μαύρα αερικά. Ασπόνδυλα, γουστέρες, κυρτοδάκτυλοι, τυφλίτες, οφιόμορφοι, λιακόνια, τοιχόσαυροι, σπιτόφιδα έρπουν. Κρατούν άλλος καδρόνια, άλλος ρόπαλα, δυο τρεις τσεκούρια, λοστάρια κι αλυσίδες. Άνθρωποι δίχως πρόσωπο. Ανδρείκελα μιας μαύρης αστραπής.

Εδώ, στις τελευταίες γραμμές, ο λόγος ορθώνει το ανάστημά του σαν πυρκαγιά που την αποτυπώνουν λέξεις-σφραγιδόλιθοι μιας ανείπωτης οργής, και επίμονα ζητά να αναμετρηθεί με τον προκλητικό εφησυχασμό που τολμά να στρεβλώνει αλήθειες.

Όμως την αλήθεια που βίωσε ο Γρηγόρης Νικολάου, της ελάσσονος αφήγησης –πρόσωπο υπαρκτό όπως και ο Γρηγορόπουλος– αφήνω να την αναζητήσετε εσείς, αποκαλύπτοντας συνάμα με πόση τέχνη είναι καμωμένο το διήγημα αυτό.

Εκείνο που καταληκτικά αναφέρω είναι ότι όλα τα διηγήματα της μνημοσύνης, και όχι μόνον αυτά στα οποία επιλεκτικά επέμεινα, σφραγίζονται από βιωματικές εμπειρίες του συγγραφέα. Εκείνο που κατορθώνει ο Γιάννης Νταουλτζής είναι να μεταπλάθει αυτές τις εμπειρίες σε αυθεντικό έντεχνο λόγο. Σ’ αυτό, καταφανής είναι η συνέργεια των γνώσεων που έχει αποκομίσει τόσο ως δάσκαλος της λογοτεχνίας όσο και με τον διαρκή αγώνα για την κατάκτηση της γλώσσας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly