frear

Η Ημέρα της Μαρμότας – του Δημήτρη Χριστόπουλου

Το ξύλινο κουτί το φύλαγε καλά κρυμμένο σ’ ένα μεγαλύτερο κουτί. Κι αυτό μέσα σ’ ένα μπαούλο. Και το μπαούλο στο υπόγειο του σπιτιού του. Είκοσι σκαλοπάτια κάτω απ’ τη γη, σ’ έναν χώρο που θύμιζε παλιό κελάρι. Εκεί τον οδηγούσαν τα βήματά του κάθε βράδυ.

Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός. Μπορεί να ήταν στον Δομοκό ή στο Πανξουτόνι της Πενσιλβάνια. Δεν έχει σημασία. Οι αρχές το ανακοίνωσαν με κάθε επισημότητα. Επιδημιολόγοι από την πρωτεύουσα καταφθάνουν από ώρα σε ώρα, για να εξετάσουν επισταμένως την υπόθεση. Ένα κλιμάκιο από ειδικούς πράκτορες έχει αναλάβει να εξιχνιάσει το μυστήριο. Επικεφαλής τοποθετήθηκε ο Κ., έπειτα από σαφή εντολή του Αρχηγού.

Στη μικρή μας πόλη δεν συνέβαινε τίποτα το αξιοπερίεργο. Κάθε μέρα επαναλαμβάνονταν τα ίδια γεγονότα. Οι άνθρωποι ξύπναγαν το πρωί, δούλευαν, έτρωγαν, ψώνιζαν, διασκέδαζαν, αναπαράγονταν, αλλά δεν ερωτεύονταν. Το τελευταίο ήταν ύποπτο και επισφαλές. Το βλέμμα καρφωμένο στη γη· ποτέ, δεν κοίταζαν τον ήλιο τη μέρα ή τ’ αστέρια τη νύχτα.

Μια μέρα ξύπνησαν και συνειδητοποίησαν ότι δεν έβλεπαν όνειρα. Τον τελευταίο καιρό, βέβαια, όπως πολλοί κάτοικοι ομολογούν, τα λιγοστά τους όνειρα έγιναν τρομακτικοί εφιάλτες. Πηγάδια χωρίς νερό, δρόμοι που δεν οδηγούσαν πουθενά, θάλασσες που ξέρναγαν πελώρια κύματα.

Μια νύχτα όλοι είδαν το ίδιο όνειρο. Κάποιοι είπαν πως ήταν ένας σκοτεινός κουκουλοφόρος. Άλλοι είπαν, μια γριά με μαύρη μπόλια εμφανίστηκε απ’ το πουθενά μπροστά τους. Κάποιοι περιέγραφαν έναν τύπο με καπέλο άλλοτε ημίψηλο άλλοτε σε στυλ καουμπόικο. Δεν έλειψαν και αυτοί που με τρόμο και τρόπο συνωμοτικό έκαναν λόγο για ανεξήγητες σκιώδεις υπάρξεις που δεν τους άφηναν να αναπνεύσουν.

Από εκείνο το βράδυ τα όνειρα έκαναν φτερά. Δυστυχώς γέροι δεν υπήρχαν στη μικρή μας πόλη, που με τη σοφία τους να διαφωτίσουν τους νεότερους. Σ’ αυτό το σημείο – συγχωρέστε μου την μικρή παρέκβαση που καθυστερεί εσκεμμένα την αφήγηση των γεγονότων – πρέπει να πούμε ότι στην πόλη μας δεν υπήρχαν διαφορετικές ηλικίες. Τα παιδιά ενηλικιώνονταν στα πέντε τους και οι μεγάλοι με ειδικές γονιδιακές θεραπείες είχαν βρει το ελιξίριο της νεότητας.

Ο πράκτορας Κ. με τη βοήθεια του επιτελείου του ήταν σίγουρος, ύστερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, η μικρή μας πόλη μας επιλέχθηκε από τη Μόρα, τον γνωστό Βραχνά, μια δαιμονική οντότητα, που από πολύ παλιά πίστευαν οι άνθρωποι ερχόταν στον ύπνο τους για να τους πνίξει. Το αξιοπερίεργο όμως σ’ αυτήν την υπόθεση ήταν άλλο –τούτη τη φορά η γριά Μόρα δεν έπνιξε κανέναν. Έκλεψε τα όνειρά τους.

Όταν το νέο διαδόθηκε αστραπιαία, μια περίεργη μουρμούρα απλώθηκε στους δρόμους, στα μαγαζιά, στα σπίτια. Τουλάχιστον, ύστερα από πολύ καιρό, οι άνθρωποι άρχισαν να κουβεντιάζουν τους φόβους τους. Οι πιο ευφυείς δεν πίστεψαν τίποτε απ’ όλα αυτά. Κοροϊδίες, είπαν. Μυθεύματα. Ούτε «Μόρες» υπάρχουν ούτε κουραφέξαλα. Πολλοί βέβαια, προσπάθησαν –ανεπιτυχώς– κάτι άλλο: να μην κοιμούνται καθόλου και να βλέπουν όνειρα στον ξύπνιο τους. Δεν άντεξαν για πολύ. Υπήρχαν όμως και κάποιοι που έπεσαν σε βαθιά κατάθλιψη. Λες και γέρασαν απότομα. Σε κάτι απόμερες γωνιές αντίκριζες κάτι αξιολύπητα πλάσματα που μιξόκλαιγαν τη μοίρα τους. Οι φιλήσυχοι κάτοικοι μετατρέπονταν σταδιακά σε θηρία. Φώναζαν, διαμαρτύρονταν, θύμωναν. Τα έβαζαν με τον διπλανό τους ή με τον εαυτό τους. Είναι αλήθεια, εκείνο τον καιρό συνέβησαν τα πιο ειδεχθή εγκλήματα. Φόνοι, αιμομιξίες, κανιβαλισμοί.

Σπουδαίοι διανοητές διατύπωναν ανοιχτά πλέον τους φόβους τους. Αν η επιδημία εξαπλωνόταν και σε άλλες πόλεις, αν εξαφανίζονταν τα όνειρα, αν οι άνθρωποι έπαυαν να έχουν μνήμη, ο πολιτισμός μας σίγουρα θα κατέρρεε. Τους τρομοκρατούσε το γεγονός ότι με την απώλεια των ονείρων θα έμεναν ασυγκράτητες οι καταπιεσμένες επιθυμίες και οι κρυφοί τους πόθοι.

Ο καιρός περνούσε και σταδιακά κάτι άλλαζε. Ήταν η πρώτη φορά που άρχισαν μερικοί –δειλά δειλά– να ξεθάβουν λέξεις ξεχασμένες εδώ και δεκαετίες: παρέα, έρωτας, ουρανός, πουλιά. Πολλοί ούτε καν τις γνώριζαν και ρωτούσαν τους άλλους τι σημαίνουν. Στα ηλεκτρονικά λεξικά, όσο κι αν έψαξαν, δεν βρήκαν πουθενά αυτά τα λήμματα. Ενώ τα μαγαζιά άρχισαν να ερημώνουν, οι δρόμοι κι οι πλατείες γέμιζαν από ανθρώπους που μετά τη δουλειά τους έκαναν περίεργα πράματα. Ντύνονταν με αλλόκοτες φορεσιές, χοροπηδούσαν, τραγουδούσαν αυτοσχέδιες μελωδίες, πρόσφεραν δώρα που έφτιαχναν οι ίδιοι ο ένας στον άλλον, χάζευαν με τις ώρες τον κατακόκκινο ουρανό. Κάποιοι άρχισαν να παίρνουν λουλούδια και να τα φυτεύουν στο χώμα ή να απαγγέλλουν στίχους. Άλλοι έφτιαχναν ουράνιες σκαλωσιές, πήγαιναν βόλτα με στίλβοντα ποδήλατα, ζωγράφιζαν στους τοίχους σκύλους μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι. Αλλά το πιο παράδοξο συνέβη λίγο μετά: έσπασαν τις πόρτες των σπιτιών και ο καθένας μπαινόβγαινε όποτε ήθελε στο σπίτι του άλλου.

Έξω απ’ τη μικρή μας πόλη ζούσε ένας μοναχικός άνθρωπος, ακαθόριστης ηλικίας, παρέα με τα τρωκτικά του, που μιλούσε – λένε – τη γλώσσα των πουλιών. Αυτός ο τύπος έμενε πριν από πολλά πολλά χρόνια στη μικρή μας πόλη, αλλά, για άγνωστους σε μένα λόγους, εξορίστηκε από τις Αρχές ως «αταίριαστος» και καταδικάστηκε να ζει εκτός. Εκείνη την εποχή, αταίριαστος ήταν αυτός που επέμενε να ζει και να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις αρχές του παλιού και απαγορευμένου πια Κώδικα.

Πάραυτα οι Αρχές της πόλης συνέλαβαν τον άνθρωπο και τον καταδίκασαν σε ισόβια εξορία. Κυκλοφορεί η φήμη πως ήταν –λέει– «ποιητής». Όσους ρωτούσα τι σημαίνει αυτή η λέξη, δεν γνώριζαν ή με κοιτούσαν καχύποπτα. Αυτός ο τύπος λοιπόν ζούσε μέσα στο δάσος σ’ ένα ξυλόσπιτο που κατοικείται από φαντάσματα και βιβλία. Κανείς δεν τολμούσε να τον επισκεφθεί. Τον φοβόντουσαν, γιατί πάντα είχε τη δύναμη να εισβάλλει στα όνειρα κάποιων ανθρώπων και να τους μιλά για πράματα ξεχασμένα, καταχωνιασμένα στης ψυχής τους τις κασέλες.

Κάποια μέρα, από ακαθόριστο λόγο, οι πιο τολμηροί βάδισαν με αποφασιστικότητα στο δάσος. Αψηφώντας τις προειδοποιήσεις των Αρχών, τις συστάσεις του κυρίου Κ. και τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, πήγαν να συναντήσουν τον ξεχασμένο «ποιητή». Σε λίγο τους ακολούθησαν κι άλλοι πολλοί. Ένα ανθρώπινο ποτάμι ξεχύθηκε μέσα στο δάσος. Όταν έφθασαν, ανθρώπινη ψυχή δεν συνάντησαν πουθενά. Κατέβηκαν διστακτικά τις σκάλες. Παντού παλιά σκονισμένα βιβλία με παράξενα ονόματα, που ελάχιστοι τα γνώριζαν. Κάθισαν κατάχαμα στο υγρό κελάρι και σαν σε μυσταγωγία διάβαζαν λέξεις που καρφώνονταν στην καρδιά τους. Μόνο ένα κερί σα δαχτυλίθρα τούς φώτιζε και έλιωνε την εσωτερική τους παγωνιά. Το μπαούλο δεν τόλμησε να το ανοίξει κανείς.

Ένα βράδυ, επιτέλους, κοιμήθηκαν και ονειρεύτηκαν όλοι το ίδιο όνειρο: η μαρμότα, το μικρό τρωκτικό, βγήκε την αυγή από τον κορμό του δέντρου της και δεν μπορούσε να δει τη σκιά της.

Το πρωί ξύπνησαν χαρούμενοι. Ήξεραν ότι φθάνει η άνοιξη.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly