frear

Για τον «Πλάγιο Μπακ» του Αχιλλέα Κατσαρού – γράφει ο Νίκος Φιλντίσης

Στην πρώτη επαφή με την ποιητική συλλογή Πλάγιος Μπακ (γράμματα σε νέο ποδοσφαιριστή) του Αχιλλέα Κατσαρού (εκδόσεις «Οδός Πανός», 2018), ο αναγνώστης ίσως θεωρήσει πως η προφάνεια της διακειμενικότητας που διατρέχει τον σκελετό του βιβλίου –ο παρενθετικός κιόλας υπότιτλος «γράμματα σε νέο ποδοσφαιριστή» που ευθέως «δείχνει» τις επιστολές του Ράινερ Μαρία Ρίλκε στον Φραντς Ξάβερ Κάπους, καθώς και οι τίτλοι των σωθικών ποιημάτων σαφέστατα να παραπέμπουν στην Ομήρου Οδύσσεια – καθιστά τη σύσταση του ποιητικού κράματος εύκολα ανιχνεύσιμη. Όμως ο συγγραφέας, νομίζω υποδειγματικά, «τριπλάρει με πλάγιο αντικατοπτρισμό», και ουσιαστικά, κινείται στον αντίποδα, δημιουργώντας πολλαπλές τεθλασμένες στην στερεοτυπική αντίληψη μιας ήδη γνωστής θεματολογίας. Μάλιστα, τολμώ να πω ότι το πλήθος και το εύρος των συνειρμών που πυροδοτούνται κατά την ανάγνωση των ποιημάτων της συλλογής είναι εκρηκτικά διεσταλμένο.

Για να εντοπίσω τη λεπτή ισορροπία, τον συγκολλητικό αρμό ανάμεσα στις πολλαπλές φιλοσοφικές διακλαδώσεις της ποίησης του Κατσαρού ξεκινώ με το εξής απλό ερώτημα: πώς σχετίζεται ένας πλάγιος μπακ του ποδοσφαίρου με την Οδύσσεια του Ομήρου και με τις επιστολές του Ρίλκε; Και πώς με τη φιλοσοφία της ποίησης και τελικώς το επίκαιρο;

Ο πλάγιος μπακ, αρχικά σκέφτομαι, είναι ένας παίκτης της οπισθοφυλακής, ένας στρατευμένος που τοποθετείται στην άμυνα παρακολουθώντας ανελλιπώς τα τεκταινόμενα με αίσθημα ευθύνης πως ανά πάσα στιγμή ίσως χρειαστεί να δράσει προκειμένου να αποτρέψει τις εχθρικές πλαγιοκοπήσεις, μια επέλαση που μπορεί να αποβεί μοιραία. Βολιδοσκοπεί, προβλέπει τα μελλούμενα και επεμβαίνει με τρόπο ακαριαίο, όπως για παράδειγμα με ένα δυνατό τάκλιν. Ένας πλάγιος μπακ λοιπόν, όπως ένας ποιητής ή και ένας Τηλέμαχος, δεν είναι απλώς μια στατική μορφή αναμονής, η σύνταξη ενός ποιήματος κι η ενατένιση στην ακτογραμμή μα η ενσάρκωση της ενδότερης ανθρώπινης επιθυμίας. Μιας επιθυμίας με δυναμική που επιχειρεί την πραγμάτωσή της τολμώντας αλλά επιζητώντας παράλληλα τη γνώση των σοφότερων: Του Νέστορα, του Ρίλκε, του Προπονητή.

Μια συμπλέουσα άποψη με τούτη ακριβώς την πιθανή οπτική διατυπώνεται στο δοκίμιο του Ιταλού ψυχαναλυτή Μάσιμο Ρεκαλκάτι «Το Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου» που υποστηρίζει πως η πυγμή της ανθρώπινης ύπαρξης συμπυκνώνεται στο πρόσωπο του Τηλέμαχου. Κι έτσι, ίσως θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως τα ποιήματα της συλλογής του Κατσαρού συντάσσονται με απώτερο σκοπό να αναπλάθει εμφατικά το ευρύτερο πρόσωπο ενός Τηλέμαχου, μπακ ποιητή που κρεμάει ερωτηματικά στις γραμμές του ορίζοντα για να ανιχνεύσει έναν κόσμο πιο μακριά από το πέρας των συμβατικών οριοθετήσεων. Δεν ξέρω αν ο Κατσαρός συνειδητά ποιεί αυτούς τους Τηλέμαχους ή αν απλώς είναι η δική μου υποκειμενική σύλληψη των στίχων του, όμως διαπιστώνω πως η ποιητική του συλλογή σκιαγραφεί το μοτίβο μιας βαριάς ευθύνης και ψηλαφεί το καθήκον των νέων γενεών, των νέων ποιητών του σήμερα σε πολλαπλές διαστάσεις: σε ποιητικό, σε ανθρωπιστικό ή και κοινωνικοπολιτικό επίπεδο. Και τρόπον τινά, αποτάσσεται την σημερινή παθητικότητα ως στάση ζωής όπως ο Ρίλκε στις επιστολές προς Κάπους: «Κανένας δε μπορεί να σας συμβουλέψει ή να σας βοηθήσει, κανένας. Ένας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας». Το αξιοσημείωτο είναι πως ενώ ο Κατσαρός συνθηματικά δίνει πάσες και κάθετες μπαλιές στον αναγνώστη του, δεν πετάει την μπάλα στην κερκίδα μα, ως παίκτης βασικός, επιλέγει να γράψει πρόλογο και επίλογο σε πρώτο ενικό, στοιχείο που μάλλον λειτουργεί ως το άνοιγμα μιας παρέκβασης, σηματοδοτώντας δηλαδή μια συλλογή εγκιβωτισμένων εις εαυτόν ποιημάτων.

Ένα γοητευτικό στοιχείο–κλειδί της ποίησης του Κατσαρού είναι πως στη φιλοσοφική του περιδίνηση διαρκώς υποφώσκει η αίσθηση της αμφισβήτησης, της αποδόμησης και της καθαίρεσης προσώπων και ιερών τεράτων. Μέσα στις σελίδες, όπως ακριβώς και στα πόδια ενός αμυντικού, δεν αναπηδά τόσο το ενδεχόμενο της νίκης όσο η πιθανή ήττα, το μάταιο, η κατάρρευση του σχεδίου. Μια ισορροπία στο ξυράφι πλεγμένη σε ευθύβολη γλώσσα με εικόνες σισύφειου υπερρεαλισμού, όπου η μπάλα γίνεται πέτρα και η έλλειψη καθοδήγησης ένα «παραμελημένο γαλάζιο». Το αχνό, ίσως, τοπίο του σύγχρονου κόσμου.

Κλείνω λοιπόν, εκφράζοντας την προσωπική άποψη πως είναι ευφυής η επιλογή του συγγραφέα να στήσει την ομηρική πλοκή στα έντεκα βήματα, πάνω σε ένα ποδοσφαιρικό τερέν. Σκηνές και μαγικές εικόνες μύθου, πραγματικότητας ή και ιστορίας στη σέντρα. Ο Σαρτρ αγαπούσε ιδιαίτερα το ποδόσφαιρο και ο Καμύ κάπου ανέφερε πως «όλα όσα γνωρίζω στη ζωή μου σχετικά με την ηθική και το χρέος, τα οφείλω στο ποδόσφαιρο». Γιατί, υποθέτω, το ποδοσφαιρικό σύμπαν, όπως και το ποιητικό, έχει τα χαρακτηριστικά μιας παγανιστικής θρησκείας, μιας λατρευτικής αποθέωσης, ενός ψυχωτικού φανατισμού. την ανατροπή ή και την αποκαθήλωση ιερών ειδώλων. Σύμπαν με ρυθμούς, αριθμούς, συγχρονισμούς, σχεδιάσματα, ανάσες, αντοχή και τεχνική. Μια επίπονη διαδικασία διαρκούς άθλησης, ένας ζωτικός αγώνας-ταξίδι που ξεκινά με τον παίκτη ως αδοκίμαστο Κανένα. Σύμπαν που «βγάζει το βλέμμα έξω από το βλέμμα», που μας βγάζουν από την Κυκλώπεια σπηλιά και αποτινάσσουν την οντολογική μας λήθη μετατρέποντάς μας από μια απλή υπόσταση σε έναν αυθεντικά υπαρκτό άνθρωπο. Όπως η ποίηση που επιζητάμε πίσω απ’ όλα τα πράγματα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ο πίνακας του Thomas M. M. Hemy αναπαριστά τον αγώνα Sunderland εναντίον Aston Villa και είναι ένας απ’ τους παλαιότερους που αποτυπώνουν ποδοσφαιρικό αγώνα (1895). Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly