frear

Ο φαξαδόρος – του Κωνσταντίνου Κ. Χατούπη

H φυσική ροπή τ’ ανθρώπου προς την αδράνεια δύσκολα αλλάζει. Όσοι καταφέρνουν να την μετατρέψουν σ’ απόφαση κι εφόρμηση δια βίου, δημιουργούν προυποθέσεις για την κατάκτηση επιτευγμάτων, μικρών ή μεγάλων. Οι υπόλοιποι, που αφήνουν αυτή την προδιάθεση να τους κυβερνάει, βυθίζονται για πάντα στην πλήξη και την θανάσιμη στασιμότητα. Ο λαός, αυτούς τους τελευταίους, τους αποκαλεί, κατ’ ευφημισμό, ράθυμους, ή, δυσφημιστικώς, τεμπελόσκυλα.

Το επίνειο της Αλχανίας είν’ από παλιά γιομάτο μ’ ανεπρόκοπους κι αργούς κατοίκους. Λίγο η ανυπόφορη ζέστη, που κρατάει πολλούς μήνες το χρόνο, λίγο η προαιώνια νοοτροπία τους να θέλουν υπηρέτες, ακόμα και για τις πιο απλές δουλειές, λίγο η συνήθειά τους, που κληρονόμησαν απ’ τους παππούδες τους, να επιδίδονται σε πολύωρο αριδοξάπλωμα στα αρίφνητα καφενεία του επίνειου, όλα αυτά μαζί συνετέλεσαν στην ενίσχυση αυτής της φυσικής τους ροπής για την οποία μίλησα λίγο πιο πάνω.

Το μεγαλύτερο όμως τεμπελόσκυλο, το βάρος του οποίου δύσκολα το σήκωνε η γη της Αλχανίας, ήταν ο Βανδώνης· γιατί πως αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί η μόνιμη και σταθερή απροθυμία του, από τότε που τελείωσε το σχολείο, για πρωινό εγερτήριο και για δουλειά;

Πέραν απ’ την ιδιοσυγκρασιακή αδράνεια του ο Βανδώνης είχε την ατυχία να γεννηθεί μοναχόπαιδο από μία μάνα που, επειδή η δική της μητέρα ήταν καταπιεστική και στενός κορσές στη ζωή της κόρης της, αποφάσισε από πολύ νωρίς ν’ αφήσει τον γιό της αχαλίνωτο. Κατά συνέπεια ο Βανδώνης δεν άκουσε ποτέ στη ζωή του ούτε μια παρατήρηση, ούτε καν μια ανώδυνη επιπληξούλα απ’ την μάνα του όταν έκανε του κεφαλιού του. Το σπίτι του αποτέλεσε γιαυτόν λαμπρό πεδίο ατιμωρησίας κι ασυδοσίας και του δίδαξε ότι μπορεί να κάνει στη ζωή ό,τι θέλει. Έτσι ο Βανδώνης, ελλείψει μητρικής καθοδήγησης, δεν έκανε απολύτως τίποτα!

Αφού τελείωσε το σχολείο επιδόθηκε σε δεκαπεντάωρες κατακλίσεις ενώ τις λίγες ώρες που του απέμεναν έμενε μέχρι αργά το βράδυ μπροστά στα δύο αγαπημένα του «παράθυρα» με θέα την «πραγματικότητα»: την οθόνη ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή και μιας τηλεόρασης. Ο Βανδώνης δεν έβγαινε απ’ το σπίτι του καθώς είχε αναπτύξει από νωρίς αντικοινωνικές συμπεριφορές· σπάνια τον έβλεπες σε καφενεία, σ’ εκδηλώσεις, και γενικότερα σε κάθε είδους κοινωνική σύναξη.

Ο Βανδώνης δεν είχε φίλους κι όσοι τον πλησίαζαν το έκαναν είτε από συμφέρον είτε γιατί δεν είχαν τίποτα άλλο να κάνουν στη ζωή τους. Όμως, όταν διαπίστωναν ότι τους αντιμετώπιζε υπεροπτικά μ’ εκείνο το φουσκωμένο εγώ, απομακρύνονταν άρον άρον. Ο Βανδώνης έμεινε μέχρι τέλους ένα κακομαθημένο παιδί, γιομάτο εγωισμούς κι ειρωνεία. Ίσως γιατί τον έμαθε η μάνα του να πιστεύει ότι είναι μοναδικός και ξεχωριστός σ’ αυτόν τον κόσμο. Με μια τέτοια ψυχοσύνθεση δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να τον συναναστραφεί.

Μια τέτοια ψυχοσύνθεση, όμως, αναπτύσσεται κυρίως σ’ ανθρώπους που δεν προσπάθησαν ποτέ για κάτι στη ζωή τους. Κι ο Βανδώνης ήταν ένας απ’ αυτούς. Ούτε στο πανεπιστήμιο πήγε και όταν ήρθε η ώρα να υπηρετήσει τη μητέρα πατρίδα χάλασε τον κόσμο. Πάντα δικαιολογούσε τη στάση του αυτή λέγοντας ότι αφού κάποτε θα πεθάνουμε όλοι, ποιος ο λόγος να πασχίζουμε! Πίσω όμως απ’ αυτή τη ματαιότητα του καραδοκούσε πάντα η προαναφερόμενη αδράνεια του. Αυτό ήταν που τον κράταγε μακριά απ’ όλα όσα διεκδικούσε ένας μέσος άνθρωπος.

Κάποια στιγμή, όταν άρχισε να επέρχεται η ωριμότητα, και μαζί με αυτήν οι τύψεις για την απραγία του, ένιωσε ότι ίσως θά έπρεπε να δείξει κι αυτός ότι κάτι πέτυχε· να δείξει τόσο στους άλλους, βέβαια, όσο και στον ίδιο του τον εαυτό (κυρίως σε αυτόν!), που μέχρι πρότινος δεν τολμούσε να τον αντιμετωπίσει έτσι όπως ήταν μέσα στην τεμπελιά και την αργία. Εξάλλου δεν τον άφηνε ο εγωισμός του κι η ίδια του η μάνα που ενίσχυε, όπως θα δούμε πιο κάτω, την κακομοιριά του αυτή.

Έτσι βάλθηκε να μαζέψει κάτι ψευτοπεργαμηνές για τις οποίες κανένας δεν νοιαζόταν στην πραγματικότητα, γιατί όλοι γνώριζαν ότι δεν αξίζουν πεντάρα. Αυτό όμως του έφτανε και του περίσσευε.

Σιγά-σιγά άρχιζε να νιώθει κι ο ίδιος καλύτερα, ποτέ όμως στον βαθμό εκείνο που απαιτείται για να ξεπεράσει κάποιος τον κούφο εαυτό του. Αυτό δεν θα το κατάφερνε ποτέ!

Εκείνο, όμως, που τόνωσε την αυτοεκτίμηση του ήταν η ιδέα που του μπήκε να αγοράσει ακριβά έπιπλα γραφείου και να μετατρέψει το δωμάτιό του σε χώρο τάχα εργασίας κι υποδοχής όσων θα ερχόντουσαν για επίσκεψη. Στο σχέδιο ήταν, επίσης, μια μεγάλη βιβλιοθήκη, που θα την στόλιζε με ακριβά βιβλία, και δύο τηλεομοιότυπα (αγγλιστί, μ η χ α ν έ ς f a x). Αφού δεν είχε επιδοθεί σε κάποια σπουδή ή τέχνη και δεν είχε δουλέψει ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή, έπρεπε να νιώθει κάπως ότι βρίσκεται σ’ εργασιακό χώρο κι ότι δουλεύει σκληρά. Σ’ αυτό τον βοήθησε κι η φαντασιοπληξία του, την οποίο είχε κληρονομήσει απ’ τη μάνα του. Η μητέρα του Βανδώνη, όπως όλα τα θηλυκά της Αλχανίας, φημιζόταν για αυτή την φαντασιοπληξία. Ό,τι δεν μπόρεσε να κάνει ή να είναι η ίδια, το πετύχαινε μέσα στ’ όνειρο και τη φαντασία. Κοινώς, τόσο η μαμά όσο κι ο γιόκας ήσαν ονειροπαρμένοι.

Με την οικονομική συνδρομή της ο Βανδώνης έστησε ένα πολυτελέστατο γραφείο μ’ ακριβά έπιπλα και με μια δερμάτινη, σχεδόν προεδρική πολυθρόνα, απ’ όπου θα «έχυνε» τον τίμιο ιδρώτα του «εργαζόμενος» επώδυνα. Τόσο και τέτοιο ήταν το θάμβος του καινούργιου χώρου, που θα τον ζήλευαν ακόμα και «σημαίνοντα» πρόσωπα της Αλχανίας, γνωστά για τ’ ακριβά τους γούστα και τον πλούτο τους. Όσο για την βιβλιοθήκη, που θα καταλάμβανε όλο τον τοίχο πίσω απ’ την πολυθρόνα, σύντομα θα την γέμιζε με βιβλία. Βιβλία όμως που ποτέ δεν θα διάβαζε και που θα έπαιζαν μόνον ρόλο διακοσμητικό.

Τούτο το εγχείρημα έγινε, όπως προείπα, για να καλύψει το κενό του και να ξεπεράσει το αίσθημα κατωτερότητας έναντι εκείνων των γνωστών του που είχαν κοπιάσει στη ζωή τους. Αυτά, φυσικά, πήγαζαν απ’ την απουσία σοβαρών σκοπών και, κατ’ επέκταση, ουσιαστικών κατορθωμάτων στη ζωή του.

Κι όταν όλα στήθηκαν στην εντέλεια, ο Βανδώνης πανευτυχής πια, ξύπναγε στις δύο το μεσημέρι (όπως πάντα) για να πιάσει «δουλειά». Στρογγυλοκαθόταν στην αναπαυτική πολυθρόνα του και ξεκίναγε να χαζολογάει στην οθόνη του υπολογιστή του και να παραγγέλνει στοίβες τα βιβλία, τα οποία φρόντιζε νάναι πάντα σκληρόδετα, πολυσέλιδα και με εξώφυλλα πλούσια σε πολύπλοκα σχέδια που στο κέντρο τους είχαν σχήματα σαν μενταγιόν, στολισμένα με οικόσημα και στέμματα· κάτι δηλαδή σε στυλ Groliére!

Όσο για τις δύο μηχανές fax, αυτές ήταν επί εικοσιτετραώρου βάσεως ανοιχτές, λες και περίμενε σημαντικά μηνύματα, ειδοποιήσεις ή οτιδήποτε άλλο έβαζε η πλούσια φαντασία του. Περιττό να ειπωθεί ότι ποτέ δεν του χρησίμεψαν σε κάτι! Όμως, ήθελε να φαντασιώνεται ότι κάποιος σημαντικός άλλος τον ζητάει ή ότι σύντομα θα του ανατεθεί κάτι σπουδαίο προς διεκπεραίωση! Αυτές οι δύο μηχανές fax ήταν το καμάρι του γραφείου του για τις οποίες υπερηφανευόταν κρυφά και φρόντιζε νάναι σε καλή λειτουργία πάντα.

Η μητέρα του είχε αναλάβει χρέη «γραμματέα»: του πήγαινε την αλληλογραφία ακουμπώντας την πάντα στην πάνω μεριά του γραφείου, δίπλα απ’ τη μια μηχανή fax και μπροστά απ’ την οθόνη του υπολογιστή. Τρόπος του λέγειν αλληλογραφία· διαφημιστικά φυλλάδια, λογαριασμοί και καμμιά εφημερίδα ήταν όλα κι όλα αυτά που του έφερνε κάθε πρωί.

Η μάνα έπαιζε τον ρόλο της σωστά. Είχε πειστεί με τη φαντασία της κι είχε πείσει τον γιόκα της με την στάση της ότι επιτέλους έπιασε δουλειά κι εργάζεται για κάποιον σοβαρό σκοπό. Όταν καμμιά φορά αργούσε να ξυπνήσει το θρεφτάρι της, του έλεγε με μειλίχια φωνή πάνω απ’ το κρεβάτι του: «Γιε μου δεν θα πας στη δουλειά;».

Επομένως, τόσο η μαμά όσο κι ο γιός ήσαν τρισευτυχισμένοι. Ο μεν γιός γιατί χωρίς να κοπιάζει για τίποτα πίστευε ότι δούλευε κι εκπλήρωνε, έτσι, ένα βασικό ιδανικό της κοινωνίας, η μεν μαμά γιατί ο γιός της δεν ήταν, τελικά, ανεπρόκοπος και τεμπέλης κι οι «θυσίες» της δεν πήγαν χαμένες.

Κι όπως περνούσαν τα χελιδόνια, όμοια περνούσαν και τα χρόνια του Βανδώνη. Η μητέρα του στο μεταξύ πέθανε από αρρώστια της καρδιάς κι άρχισε να τρώει τον Βανδώνη, για πρώτη φορά στη ζωή του το σαράκι της επιβίωσης. Η ανάγκη τον έσπρωξε να παντρευτεί γυναίκα καπάτσα που τον έβγαλε με το ζόρι στη δουλειά και έτσι τον γλίτωσε απ’ την πείνα. Αλλά σύντομα χώρισε γιατί δεν ήταν μαθημένος όχι μόνον να μοιράζει τη ζωή του μ’ άλλους αλλά και να ζει αγκαλιά μ’ έγνοιες και βιοτικά προβλήματα. Η μόνη αγκαλιά που γνώρισε και επιζητούσε μια ζωή ήταν αυτή της μάνας του.

Τελευταία φορά που τον είδαν ήταν τότε που έφυγε απ’ το επίνειο αφότου χώρισε. Έκτοτε κανείς δεν έμαθε γιαυτόν. Ύστερα από πολλά χρόνια ακούστηκε ότι τον είδαν να περιφέρεται στους δρόμους της Αλχανίας μέσα σε βρώμικα και παλιά ρούχα, σέρνοντας ένα ψωραλέο σκυλί, ετοιμοθάνατο σαν κι αυτόν. Παρ’ όλη την κακομοιριά του, η όλη του όψη φανέρωνε άνθρωπο ήρεμο και ψύχραιμο, σχεδόν απαθή· ίσως η φαντασία του, ακόμα κι τούτες τις στιγμές, να δούλευε υπέρ του και να μην τον άφηνε ναχει επίγνωση της αθλιότητάς του. Ωστόσο ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν όλες αυτές οι πληροφορίες. Εξάλλου, οι κάτοικοι του επίνειου, την εποχή εκείνη, ήταν τόσο απασχολημένοι με τα μεγάλα προβλήματα που είχαν προκύψει για την Αλχανία, ύστερα απ’ την οικονομική διάλυση του τόπου, που δεν είχαν την όρεξη ν’ ασχοληθούν μ’ έναν ονειροπαρμένο τεμπέλη και να επιδοθούν στην προσφιλή τους συνήθεια του κουτσομπολιού και της περιέργειας.

Όταν όμως στη γειτονιά του Βανδώνη άρχισε να μυρίζει ψοφίμι κι η δυσωδία έπνιγε τον τόπο όλο, οι αρχές παραβίασαν το σπίτι του υποψιασμένοι τα χειρότερα. Μέσα σε λερούς τοίχους και σάπια απ’ την υγρασία πατώματα βρήκαν το κουφάρι του Βανδώνη να κάθεται ακίνητο στην προεδρική πολυθρόνα με το κεφάλι ριγμένο στο στήθος και τα όμορφα κατσαρά μαλλιά του να στολίζουν τους ώμους! Στο πάλαι ποτέ λαμπρό γραφείο του είχαν μείνει μόνον η πολυθρόνα και τα δύο μηχανήματα φαξ. Εκείνη τη στιγμή το ένα εκ των δύο τηλεομοιότυπων έστελνε για πρώτη και τελευταία φορά, από τότε που τ’ αγόρασε, ειδοποίηση για την κατάσχεση και του έσχατου περιουσιακού του στοιχείου που ήταν η πολυθρόνα κι αυτά τα δ ύ ο f a x !

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly