frear

Για το βιβλίο του Λεονάρντ Κοέν «Με δικά του λόγια» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Λεονάρντ Κοέν, Με δικά του λόγια, ανθολόγηση/μετάφραση: Εύη Μαραγκού, Μελάνι, Αθήνα 2018.

«Θα συνόψιζα την καριέρα μου ως ένα παράδειγμα απίστευτα καλής τύχης. Πραγματικά δεν έχω να πω κάτι παραπάνω από “ευχαριστώ”».

Ο πολύς ο κόσμος ξέρει τον Λέοναρντ Κοέν σαν τραγουδιστή· τραγουδοποιό καλύτερα. Αρκετοί τον ξέρουν και ως πτυχιούχο της αγγλικής φιλολογίας του πανεπιστημίου Μακ Γκιλ και ίσως σαν μεταπτυχιακό φοιτητή στο πανεπιστήμιο Κολούμπια της Αμερικής. Κάποιοι θα ξέρουν πως έγραψε και μυθιστόρημα που έγινε κινηματογραφική ταινία, έγραψε και ποιήματα. Ακόμα ήταν ζωγράφος, περιστασιακά ηθοποιός, επιχειρηματίας και άλλα. Οπωσδήποτε, οι θαυμαστές του τον ξέρουν από τα τραγούδια του που δεν είναι παρά ποίηση και φιλοσοφία με μουσική. Δεν ήταν τυχαία η παραμονή του στην Ύδρα κατά τη δεκαετία του ’60, όταν συνέρρεαν στο νησί του Σαρωνικού διανοούμενοι από όλον τον κόσμο, για πολλά άλλα, αλλά και για να γνωρίσουν από κοντά το ελληνικό φως που «έκανε οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου», με άλλα λόγια, που γέννησε τη φιλοσοφία. Ο Κοέν μας έρχεται πάντα στο νου με κάποιoν τίτλο τραγουδιού που στριφογυρίζει στο μυαλό μας, όπως εκείνο «dance me to the end of love», «Suzanne», «Halellouia», «So long Marianne» και τόσα άλλα.

Το βιβλίο περιλαμβάνει μια συλλογή αποσπασμάτων, τα οποία συγκεντρώθηκαν στη διάρκεια πολλών ετών από την οικογένεια, τους φίλους του και τον ίδιο και σχεδιάστηκε για να δώσει μια εικόνα για τη μουσική και τον κόσμο του, τις πολλές πλευρές της προσωπικότητάς του που διοχετεύτηκαν στα τραγούδια του. Ήταν ένας υπέροχα στοχαστικός άνθρωπος, τουλάχιστον όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο επέλεγε τι θα πει και πώς θα το διατυπώσει, έτσι ώστε τα λόγια να συμφωνούν με τον άνθρωπο, να φωτίζουν κάθε ανθρώπινη πλευρά του, αλλά και να τιμούν την αγγλική γλώσσα που αγαπούσε, όπως λέει στις συνεντεύξεις του. Είχε οικονομία στον λόγο, «μέτρο» το λέμε στα ελληνικά. Τίποτα δεν περίσσευε, τίποτα δεν έλειπε. Πάντα όμως η γλώσσα του ήταν ποιητική και αυτός είναι ο λόγος που έκανε τις συνεντεύξεις του μαγικές για τον αναγνώστη / ακροατή του.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη:

Στο 1ο Μέρος, αναφέρεται στα πρώτα του χρόνια, παιδικά, εφηβικά και πανεπιστημιακά, στη σχέση του με τον Ιουδαϊσμό, τον βουδισμό και τη μουσική: «πάντα έπαιζα μουσική, όταν ήμουν 17 χρονών ήμουν σε μια country μουσική ομάδα που ονομάζεται Buckskin Boys», όπου «κάναμε έναν ευχάριστο θόρυβο με τον οποίο ο κόσμος μπορούσε να χορέψει». Όσο για τη θρησκεία έλεγε πως τη βλέπει σαν «μια τεχνική ενδυνάμωσης και μια τεχνική για να καταστήσουμε το σύμπαν φιλόξενο». Εβραίος με εδραιωμένη μέσα του την παράδοση και βουδιστής, συνάμα, δεν δίστασε να παραδεχτεί τον Ιησού ως τον πιο «υπέροχο άνθρωπο», του οποίου η γενναιοδωρία, αν είχε επικρατήσει, «θα ανέτρεπε τον κόσμο».

Στη σύνθεση τραγουδιών προχώρησε αργότερα και στη μουσική μετά. Την κιθάρα την άφησε για λίγο, τα τραγούδια ποτέ, όπως ποτέ δεν ήθελε και τα τραγούδια του να πάνε μακριά από τη μουσική, γιατί, όπως θυμόταν από τον Ezra Pound «Όταν η ποίηση απομακρύνεται πολύ από τη μουσική, αυτή ατροφεί. Όταν η μουσική απομακρύνεται πολύ από τον χορό, ατροφεί». Ήξερε πως «Τα απαραίτητα προσόντα για να είσαι ποιητής είναι αλαζονεία και απειρία».

Συνέχισε να γράφει ποίηση και μυθιστόρημα σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960. Για να εξασφαλίσει συνθήκες ησυχίας και απομόνωσης βρέθηκε με σπίτι στην Ύδρα· «όταν έφτασα στην Ελλάδα [το 1959] ένιωσα πραγματικά ότι είχα επιστρέψει στην πατρίδα μου… έχω ένα σπιτάκι στο βουνό και μου αρέσει το γραφείο μου εκεί. Δεν ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά κάτι γίνεται με το φως..». Επειδή δεν μπορούσε να εξοικονομήσει τα προς το ζην από το γράψιμο έφυγε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να ακολουθήσει μια καριέρα ως τραγουδιστής και τραγουδοποιός λαϊκής μουσικής.

Για τις γυναίκες έλεγε ότι αυτές «είναι στην πραγματικότητα το μυαλό και η δύναμη που κρατάει τα πάντα σε συνοχή και οι άντρες είναι κουτσομπόληδες και καλλιτέχνες».

Στο 2ο μέρος αναφέρεται πάνω στα βιβλία του και τα τραγούδια του. Μερικά τραγούδια χρειάζονται μια δεκαετία για να γραφτούν, όπως το «Anthem» που λες και υπήρχε κάποια κατάρα, κάτι δεν πήγαινε καλά με τη μουσική και δεν μπορούσε να το τραγουδήσει. Ικανότητα την οποία αναγνώριζε στον Ντύλαν. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί τον εαυτό του ως τραγουδιστή, επειδή πολλοί του είπαν πως δεν έχει φωνή, επειδή η φωνή του «απλά συμβαίνει να είναι μονότονη» και τα τραγούδια του «ακούγονται μελαγχολικά». Καμιά φορά βλέπει τον εαυτό του στη Αυλή του Φερδινάνδου να τραγουδά στις κοπέλες με ένα λαούτο. Η μουσική του είναι ένα καταφύγιο. Δεν έχει πολιτικό καταφύγιο ούτε πολιτική ταυτότητα.

Από τα βιβλία και τους συγγραφείς που αγάπησε και τον επηρέασαν, αν και είναι δύσκολο να καταλήξει, αναφέρει τη Βίβλο, τον Θερβάντες, τον Καμύ, τον Σαρτρ, τον Γέητς και τον Καναδό Ίρβινγκ Λέιτον. Τον συγκινούσε και ο Λόρκα, είχε αποστηθίσει τους στίχους «Θέλω να περάσω από τις αψίδες της Ελβίρας/ να δω τους μηρούς της και ν’ αρχίσω να δακρύζω».

Μιλάει για τα βιβλία που έγραψε, μας αναλύει τη διαφορά ενός στίχου τραγουδιού από έναν στίχο ποίησης: ο στίχος του τραγουδιού πρέπει να κινείται γρήγορα από καρδιά σε καρδιά και να είναι προσιτός, ενώ στην ποίηση μπορείς να ανατρέξεις πάλι και πάλι. Μας λέει επίσης, πώς εμπνεύστηκε το κάθε τραγούδι, ξεχωριστά, ποια ήταν τα κίνητρα: Ερωτικά, κοινωνικά και πολιτικά, τραγούδια που του τραγουδούσε η μητέρα του. Σταματώ για λίγο στο «Bird on the wire» που ενοχλήθηκε όταν πέρασαν στην Ύδρα ηλεκτρικά καλώδια. Όμως, όταν είδε τα πουλιά να τα χρησιμοποιούν, άλλαξε διάθεση (Εδώ ταιριάζει ο στίχος του Ελύτη «Ένα σύρμα που οι αναμνήσεις του όλες να ’ναι από ρεύμα ηλεκτρικό και ανύποπτα πουλιά».

Στο 3ο Μέρος με τίτλο «Τα υπόλοιπα» αναφέρεται σε πολλά και ποικίλα.

Τα ναρκωτικά· δεν τα χρησιμοποιεί. Κάπνιζε μαριχουάνα για καιρό, αλλά πιστεύει ότι δεν είμαστε έτοιμοι ακόμα να το διαχειριστούμε. Έκανε δέκα χρόνια να συνέλθει. Έκτοτε, ποτέ πια. Η άποψή του για τους άλλους καλλιτέχνες: ο Ντύλαν είναι ο Πικάσσο του τραγουδιού. Η Τζάνις Τζόπλιν μέσα σε σύντομο διάστημα έλαμψε πολύ έντονα όπως ο Ρεμπώ. Η Τζόνι Μίτσελ είναι ο Μπετόβεν της πόπ. Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ είναι ο σπουδαιότερος ποιητής αυτή τη στιγμή των ΗΠΑ που μαζί με τον Κέρουακ και τον Κόρσο άνοιξαν το παράθυρο σε νέα πράγματα. Ο Ρέι Τσάρλς είναι ο σπουδαιότερος όλων. Ο Μπουκόφκι στην ουσία βίωνε το δικό του χάος και αυτό ήταν ίσως που τον ενθουσίαζε σ’ αυτόν.

Οι άλλοι για τον Κοέν: είναι πραγματικός ποιητής, έχει κάτι το υπνωτιστικό, αλλά είναι γοητευτικός… έκανε είκοσι λεπτά να κουρδίσει. Αλλά κατάφερε με τη λυπημένη του φωνή να πετύχει αμέσως αυτό που άλλοι ροκάδες προσπαθούσαν τρεις μέρες. Γίνεται καλύτερος λυρικός ποιητής όσο μεγαλώνει και άλλα και άλλα. Τέλος, όταν τον ρώτησε ο Φίλιπ Γκλας πότε θα ερχόταν στη Νέα Υόρκη, εκείνος απάντησε: «Αυτό το παλιό αμάξι δεν θα ξαναβγεί από το γκαράζ». Και ο Γκλας εξηγεί: «Εκείνη τη στιγμή δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Νομίζω ότι με αποχαιρετούσε. Δεν τον ξαναείδα. Πέθανε μια εβδομάδα αργότερα».

Ο Λέοναρντ Κοέν γεννήθηκε το 1934 στο Μόντρεαλ του Καναδά και πέθανε στις 7 Νοεμβρίου του 2016 στο Λος Άντζελες.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly