frear

Τυρόπιτα – του Μιχάλη Μακρόπουλου

Στον Φάνη

Έφτιαξαν μια βάση με χαρτόνι, ο Κώστας συνεισφέροντας με δεκάχρονη βιασύνη, προχειρότητα κι ενθουσιασμό, κι ο Αντώνης βοηθώντας με τις σαραντάχρονες συμβουλές του και τα υπομονετικά του δάχτυλα. Πάνω στο χαρτόνι κόλλησαν ζαρωμένα κομμάτια εφημερίδας βουτηγμένα σε αραιωμένη ατλακόλ, στη μια μεριά έβαλαν μια μισογκρεμισμένη χαρτονένια αγροικία· περίμεναν να στεγνώσει πρώτα η ξυλόκολλα στον ήλιο, με τον Κώστα να ρωτάει κάθε πέντε λεπτά: «Στέγνωσε; Στέγνωσε;», κι έπειτα έβαψαν τη βάση με νερομπογιές και πρόσθεσαν εδώ κι εκεί ξερά κλαριά και χόρτα – χαμόκλαδα και δέντρα υπό κλίμακα, κολλημένα με UHU.

Ύστερα ο Κώστας έφερε τα δυο κουτιά του με τους Αμερικανούς και τους Γερμανούς του 2ου Παγκοσμίου, 1:76. Τους άδειασε στις πλάκες κάτω, κι άρχισαν να τους στήνουν. Ο Αντώνης έπαιρνε πάντα τους Γερμανούς γιατί ο Κώστας ήθελε τους Αμερικανούς. Η αγροικία ήταν των Αμερικανών, αποφάσισε το αγόρι κι έβαλε φαντάρους σ’ όλα τα παράθυρα. Έβαλε τους ξαπλωτούς και τους καθιστούς πίσω από ζάρες στη βάση, και πίσω από θάμνους και δέντρα. Με την άκρη του ματιού έβλεπε πού έβαζε ο Αντώνης τους δικούς του κι άλλαζε θέση στους Γερμανούς του για να έχουν πάντα το πλεονέκτημα και να μη βρεθούν περικυκλωμένοι, πλαγιοκοπημένοι ή με τον εχθρό στα νώτα τους. Ο Αντώνης θα ’ταν σίγουρα ο χαμένος στη μάχη.

Η τοποθέτηση πήρε ώρα γιατί ήθελε σκέψη, κι ο Κώστας είπε:

«Μπαμπά, πείνασα».

«Πετάξου στο φούρνο και πάρε ό,τι θες», του ’πε ο Αντώνης δίνοντάς του ένα πεντάευρω.

Το αγόρι γύρισε με μια τυρόπιτα και μια λεμονάδα. Ήπιε τη λεμονάδα με τρεις ρουφηξιές κι έφαγε λαίμαργα την τυρόπιτα. Ο ήλιος τους ζέσταινε τα μπράτσα, το σβέρκο, τα αφτιά. Οι πλάκες είχαν αρχίσει να καίνε λιγάκι. Τα τζιτζίκια στριφογυρνούσαν ασταμάτητα τις ροκάνες τους. Τα φύλλα στα δέντρα, τα κεραμίδια της σκεπής, κάτω από το τόσο φως όλα βάραιναν και συνάμα έχαναν λίγο την υλικότητά τους, όπως η λιακάδα μασουλούσε το περίγραμμα της μορφής τους. Ένα πουλί για λίγο κατέβηκε σε μια πλάκα, ίσως είχαν βαρύνει κι αυτουνού οι φτερούγες απ’ το πολύ φως· τις τίναξε για να αποτινάξει αποπάνω τους τον ήλιο και ξαλαφρωμένο πέταξε ψηλά. Ένα κορνάρισμα ακούστηκε απέξω.

«Είναι η μαμά σου», είπε ο Αντώνης.

Δεν μπήκε. Περίμενε θολή στην αυλόπορτα, με το τελείωμα της φιγούρας της φαγωμένο απ’ τη λιακάδα.

«Γεια σου, μπαμπά!» φώναξε ο Κώστας κι έτρεξε. Πίσω του, πάνω στις πλάκες της αυλής, η μάχη στη χαρτονένια βάση μαινόταν λυσσαλέα. Ένας Γερμανός με φλογοβόλο έκαιγε μάταια μερικούς άκαυτους Αμερικανούς αντίκρυ του. Ένας Αμερικανός πετούσε ολοένα τη χειροβομβίδα του σ’ ένα γερμανικό πολυβόλο. Ένας Γερμανός με μπαζούκας στόχευε ένα παράθυρο στη ρημαγμένη αγροικία, απ’ όπου δύο Αμερικανοί πυροβολούσαν. Ένας άλλος Γερμανός έβαζε ξανά και ξανά τον ίδιο όλμο σε ένα ολμοβόλο. Φαντάροι συμπλέκονταν ασάλευτοι εκ του συστάδην.

Ψίχουλα από την τυρόπιτα είχαν πέσει ανάμεσά τους, σαν μάννα εξ ουρανού, και μυρμήγκια πηγαινοέρχονταν στη βάση. Ήταν μεγάλα σαν σκύλοι πλάι στα φανταράκια – παράξενοι εξάποδοι σκύλοι με κεραίες. Τα μυρμήγκια μάζευαν μεθοδικά, ένα ένα, τα ψίχουλα της ήδη χωνεμένης τυρόπιτας, ενόσω η μάχη γύρω τους παρέμενε και θα παρέμενε εκκρεμής, και η έκβασή της αμφίβολη.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Οι φωτογραφίες («Τα στρατιωτάκια του Χρίστου») είναι του συγγραφέα. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly