frear

Θεέ μου τι μωρό που είναι το σπίτι χωρίς μάνα – του Θανάση Τζούλη

Διάλεξα νύχτα να έρθω για τα Σαράντα του σπιτιού
αφού ήξερα ότι αυτό ακριβώς ήταν το σπίτι·

λίγο λαδάκι για όλες τις ώρες να βγαίνει από το σκοτάδι
όπως κυδώνι που αρπάζει φως χωμένο
σε παλιά κασέλα και ιδίως στις λόχμες του κατωγιού

εκεί συλλογίζεται το σπίτι που είναι στα Σαράντα του

Θεέ μου τι μωρό που είναι το σπίτι χωρίς τη μάνα
κι όλο μασά ξινόμηλα πίσω από την πόρτα
όπου να ‘ναι θα χαθεί στο μελαγχολικό κατώι
που συλλογίζεται·
να
λέει που ακούει το μουλάρι από τα άστρα
εκεί μας τό ‘κλεψαν που ονειρεύονταν ο πατέρας
οχτώ αγριόμηλα σ’ έναν αστερισμό

και τά ‘βαζε στο καστανόχωμα για ύπνο
όσο που γέμιζε ρίζες ως πάνω το ύπαιθρο

να
λέει που σηκώνεται η μάνα μου παραχωμένη
μόλις ένα δάχτυλο κάτω από τη στάχτη
με χοντρό κόκκινο κάρβουνο και το καστανό
όνειρο του χωραφιού

ανοίγει ο καιρός όπως και η μήτρα της μάνας μου
και πού να βρεθεί νερονόμος για το δυόσμο της

την ακούμε που ψάχνει έναν έναν τους ζωντανούς με τ’ όνομά τους
και ιδίως κρατάει τη θέρμη κάτω απ’ την κοιλιά της
να ‘χει ρίζα παχιά το σπίτι όπως στο θερμοκήπιο

κι ανάβει η μάνα μου την παλιά χειμωνιάτικη χειρολάμπα
που είναι σαν κοτσύφι κομμένο στα χέρια της
βγάζει ένα φως κατακόκκινο

θα είναι από πετεινάρι που συνήθιζε να κόβει λέω
όταν ερχόμαστε ανειδοποίητα

αν και δεν ξεγελούσαμε εύκολα τη μυρουδιά της
κρύβονταν μέσα στα κλαριά
και χόρταιναν αγαπημένη λεία τα μάτια της από μακριά

είχε και ένα άσπρο πουλί που δεν έφευγε από το κεφάλι της
κι ήταν το άγιο πνεύμα που το έστελνε
όλο με αναμμένο κάρβουνο και μάλλινο καιρό

όπου μας εύρισκε

Μου είπε ο πατέρας σας λέει κι αυτό είναι η τάξη μας·
δε σηκώνει δεύτερο λόγο η γερόντισσά μου
που τη θυμούμαι με το ολόλευκο κεφάλι της
κι ανάλαφρη σαν καλαμπόκι
μ’ ένα πουλί από πάνω που το τρώει κάτασπρο

να ‘χετε το νου σας στον πατέρα σας λέει
εκεί που περνάτε και φέγγει το καντήλι του
μη θέλει και τίποτε άλλο

κι είναι κοφίνι η γριούλα μου από βέργα ιτιάς
με τα ενδιάμεσα ανοιχτά να χύνονται
τα περιβόλια του Θεού

κι είναι κι η μάνα μου μέσα που τα καλλιεργεί
κι έχει ένα κοφίνι απέξω για τον περαστικό
και τον Άγιο

εποχές αλλάζει το χωράφι λέει

και κρύβεται μέσα στα κλαριά
να χορτάσουν αγαπημένη λεία τα μάτια της
που ερχόμαστε από μακριά

[Από τη συλλογή του Θανάση Τζούλη (1932-2010) Και γάμον Έβρου του ποταμού, Μανδραγόρας, Αθήνα 1996.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly