frear

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Σύρρου «λογότυπα» — γράφει η Έλσα Λιαροπούλου

Μαρία Σύρρου, λογότυπα, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 2019.

Η ποίηση είναι ο μόνος τόπος όπου η λέξη αυτονομείται. Το σώμα της λέξης, δηλαδή ο ρυθμός, οι συλλαβές, η ηχητική της σάρκα και το είναι της λέξης, οι πολλές σημασίες που της έχουν δοθεί διαμορφώνουν το ρητό και το άρρητο σώμα της ποίησης. Με τις λέξεις γίνεται το ποιητικό παιγνίδι.

Αυτό το γνωρίζει πολύ καλά η Μαρία Σύρρου αρχής γενομένης από τον τίτλο της ποιητικής συλλογής της λογότυπα. Χρησιμοποιεί λέξη με πολλαπλά νοηματικά φορτία που της επιτρέπει, όπως θα δούμε παρακάτω, να παίξει μαζί της και να την αποδομήσει με εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Το λογότυπο είναι η γραφιστική αποτύπωση ενός εμπορικού σήματος μιας επιχείρησης, ενός οργανισμού ή ενός ιδρύματος. Η ποιήτρια μπαίνει στην ετυμολογία της λέξης και τη φορτίζει με ευφάνταστο τρόπο. Λόγος: η ίδια η γλώσσα ως οργανωμένο σύστημα σημείων, η επικοινωνία με τη γλώσσα, η λογική ικανότητα του ανθρώπου, υπόσχεση, αιτία, απολογισμός. Τύπτω: ελέγχω, ψέγω αλλά και φτιάχνω καλούπι, αποτυπώνω επακριβώς.

Όλες αυτές οι σημασίες κατακλύζουν την ποίηση της Μαρίας Σύρρου, έρχονται και ξανάρχονται δημιουργώντας ποιητικά φορτία που αποκαλύπτονται στον αναγνώστη άλλοτε φανερά, άλλοτε κρυπτικά κι άλλοτε με σιωπές.

Ο τίτλος ωστόσο δεν είναι μόνο ομπρέλα για τα ποιήματα της συλλογής. Επαναφέρεται στα συνθετικά του στις δύο ενότητες του βιβλίου. Η πρώτη ενότητα φέρει τον τίτλο «αντιλογίες», η δεύτερη «αποτυπώσεις», αναπτύσσονται δε ισοδύναμα, με δώδεκα ποιήματα η κάθε μια. Η ένωση των δύο συνθετικών, η απομάκρυνση και η επανένταξή τους σε άλλες συνθέσεις δεν είναι απλώς ένα γλωσσικό παιγνίδι της ποιήτριας, αλλά και μια ένδειξη της προσπάθειάς της να επανασυνθέσει τον κόσμο της και να τον προσφέρει σε μας με τη γοητεία του ποιητικού λόγου.

Η πρώτη λοιπόν ενότητα φέρει τον τίτλο «αντιλογίες». Αντίθετος λόγος προς ποιον; Προς την πραγματικότητα, τις βεβαιότητες, τα κακά του κόσμου τούτου, τις πολιτικές του, τους συμβιβασμούς, τις εσωτερικές αντιφάσεις, τις αναγκαστικές επιλογές, τη μονοσημία της γλώσσας; Αντίθετος λόγος ή ενάντια στο λόγο; Μήπως ενάντια στον ορθολογισμό; Ή όλα αυτά μαζί;

Όλα αυτά μαζί και άλλα πολλά είναι η ποίηση της Μαρίας Σύρρου. Γιατί, όχι μόνο αισθητοποιούνται αυτά που συμβαίνουν έξω και μέσα μας, αλλά παρίσταται και το μη παραστατό, εκφράζεται το ανέκφραστο, φωτίζεται το κρυμμένο.

βολιδοσκόπηση

ο μέγας χορηγός της συγκυρίας
έστησε φιέστα στα χαλάσματα
με ποτ πουρί κοάσματα παρηγορίας.
οι διασκεδαστές —δημαγωγοί αλλόφρονες
άλλοτε καθωσπρέπει—
στονάρουν με προσχήματα στεντόρεια
παράφρονες και θιασώτες πατρονάρουν.
το χάραμα, κεκαθαρμένοι αμαρτωλοί
φτύνουν χολή συλλογικής ματαιοπονίας
δάκρυα νόθα μετανοίας χύνουν
για την εσχάτη προδοσία
τετραγωνίζουν με τεχνάσματα μυστήρια
το φαύλο κύκλο της απόγνωσης
και τα πειστήρια
της πανηγυρικής διαφυγής κομίζουν.
τέτοιο παράπτωμα δεν ξανακούστηκε
— ένοχοι εξιλέωσης. ψηφίστε τους
ή, τέλος πάντων, αψηφήστε τους.

Η τελευταία φράση «αψηφήστε τους» είναι η αντι-λογία της ποιήτριας προς έναν κόσμο «συλλογικής ματαιοπονίας». Με όρους που έχουν φορτία υπαρξιακά και θρησκευτικά, ψυχιατρικά, ιστορικά, πολιτικά και νομικά, ορίζεται συλλήβδην το τοπίο της ανθρώπινης εξαθλίωσης, της θλιβερής πορείας του ανθρώπου στη ζωή. Αυτόν τον κόσμο αψηφά η ποιήτρια — πράγμα που ξέρει καλά ότι είναι αδύνατο με πραγματικούς όρους— με το προκλητικό «αψηφήστε τους». Με την ποιητική γλώσσα υπονομεύει το αδύνατο της πράξης.

Στο ίδιο μοτίβο της αδυσώπητης αντίστασης είναι και το ποίημα «αβλεψίες και παραβλέψεις», μόνο που εδώ η δράση, η επιθυμία περνάει στο υποκείμενο.

αβλεψίες και παραβλέψεις

καλή σας μέρα, οπτικέ μου.
τηλεφωνώ για να σας παραγγείλω
ένα ζευγάρι ματογυάλια.
μ’ ακούτε;
τον έναν από τους δυο φακούς
τον προτιμάω κοίλο.
καθώς θ’ αναποδογυρίζει
σκέφτηκα
το καθετί που βλέπω
ίσως ξυπνάει το θυμικό μου.
πώς σας φαίνεται;
αριστερός ή δεξιός φακός
το ίδιο μού κάνει.
ο έτερος, ωστόσο, θα ’θελα να ’ναι
οπωσδήποτε κυρτός φακός.
λίγη αντικειμενικότητα δε βλάπτει
στο, έτσι κι αλλιώς, υποκειμενικό μου βλέμμα.
θα καταφέρω, λέτε, να κρατήσω
ταυτοχρόνως
και τα δυο μάτια μου ανοιχτά;
χρειάζομαι τη συμβουλή σας.
πώς είπατε;
αδυνατείτε διά τηλεφώνου
να μετρήσετε τα κέντρα μου;
θα προτιμούσα, αν δεν έχετε αντίρρηση
να αποφύγω κάθε συμμετρία.
θέμα ιδιοσυγκρασίας, καταλαβαίνετε.
όσο για τους βαθμούς διόρθωσης
το αφήνω στη διακριτική ευχέρειά σας.
αντιλαμβάνομαι μια κάποια
ανησυχία στη φωνή σας, οπτικέ μου.
φοβάστε μήπως χάσω
διά παντός την όρασή μου;
παρακαλώ, μη θορυβείστε
δηλώνω εκ πεποιθήσεως τυφλός.
πώς; αν είστε σύμφωνος με τα υπόλοιπα
δεν πρόκειται να τα χαλάσουμε στο σκελετό.
είμ’ ανοιχτός, να ξέρετε, σ’ όλα τα χρώματα.
πώς είπατε, οπτικέ μου;
αφού επιμένετε λοιπόν, ακούστε
το σκελετό τον προτιμώ κοκάλινο
με dna επαναστάτη.

Η γλώσσα εδώ λειτουργεί ως άνοιγμα του είναι. Μέσω της γλώσσας σώζεται και ο οπτικός από την τεχνικοποίησή του. Γίνεται ο διαχειριστής των ματιών τού αφηγηματικού υποκειμένου, το οποίο επιθυμεί να διατηρήσει τον υποκειμενισμό και την οπτική του γωνία, επιστρατεύοντας ακόμη και τον τομέα της τεχνολογίας. Η αίσθηση του αφηγητή ότι το πάθος της επανάστασης μπορεί από τα μάτια να περάσει και στο διαμεσολαβητή της όρασης, τα γυαλιά, είναι μια εκπληκτική σύλληψη της ποιήτριας, μια συνεκδοχή ενδιαφέρουσα που αισθητοποιεί τον ψυχισμό του επαναστάτη. Η ποίηση, ως μορφή πράξης, φέρνει μέσω της ποιήτριας έως εμάς τη δύναμη της μεταμόρφωσης.

Στη δεύτερη ενότητα της συλλογής, «αποτυπώσεις», η ποιήτρια περνάει σε μιαν εσωτερική κατάδυση μέσω της οποίας παρατηρεί και την έξω ζωή, την κάνει δική της χρησιμοποιώντας τον πλούσιο ψυχικό και πνευματικό της κόσμο, τις εξασκημένες αισθήσεις, την ευαισθησία της, την αγάπη της για τη φύση και την ομορφιά, τις προσωπικές της ματαιώσεις. Το τύπτω εδώ χάνει τη σημασία τού ψέγω, γίνεται τυπώνω, καταγράφω, διασώζω, προσεγγίζω με τρυφερότητα και ανθρωπιά. Φωτίζω μνήμες, αυλές, αρχέτυπα, δρόμους, γειτονιές, μας λέει η ποιήτρια. Μέσω της ποιητικής της γραφής μάς μυεί στα μυστικά που υπάρχουν γύρω και μέσα μας και είναι τόσο δύσκολο να τα δούμε. Μέσα από τις εικόνες που έρχονται και ξανάρχονται καταιγιστικές, έρχεται στο φως ένας ειρμός εικόνων, ιδεοπλαστικός, που είναι ο εσωτερικός ειρμός του ποιητικού λόγου.

υπαναχώρηση

σε συμβουλεύω
συνετίσου, θάλασσα
πλέξε για κομποσκοίνι την οργή
τους παφλασμούς χρίσε ψαλμό
λύσε τα μύχια με λυγμούς
για τους νεκρούς σου αναθήματα.
καταμετρώ τα κρίματα, παραλογίζομαι
τσαλαβουτώ στην υγρασία σου.
με των χεριών τα ακροδάχτυλα
κύκλους ορίζοντας
σε μαστιγώνω, σε καταφρονώ.
λύγισε στα χτυπήματα. εγώ πώς λύγισα;
ορθώνομαι μπροστά σου απαρχής
κηρύσσω πετροπόλεμο
στην παντοδυναμία σου
με οχυρό θρήνο ανοχύρωτο.
ανεμοδείχτη για ούριο άνεμο
προτρέπω το φτερό του γλάρου
και τον αγύρτη σκύλο μέσα μου
που εκλιπαρεί για οδυσσέα
σύμμαχο τον πλειστηριάζω.
σάμπως να μη σκοτίζεσαι
για τις φοβέρες και τις προτροπές μου
τείχος τα κύματα ανεβάζεις μαίανδρους
και μ’ αποδιώχνεις, με περιγελάς.
προτού μ’ αδράξει απ’ το μεδούλι η φθορά
σε αποκηρύσσω, θάλασσα
και ιστορώ ομφάλιο λώρο την απάρνηση.

Ο λόγος ενός απελπισμένου που βιώνει το αρχετυπικό μαρτύριο του πλάνητα, που η ζωή του είναι η ίδια η θάλασσα και ξοδεύτηκε στη θάλασσα, στο ταξίδι, στην αναζήτηση. Οι προτροπές για συνετισμό δεν έχουν προφανώς αποδέκτη τη θάλασσα. Έχουν τον αφηγητή, την ποιήτρια, εμάς, που με όπλο την ήττα, τη φθορά και την απελπισία αισθανόμαστε πως έχουμε το δικαίωμα να θυμώνουμε μαζί της. Ο τελευταίος στίχος «και ιστορώ ομφάλιο λώρο την απάρνηση» θεωρώ ότι αποκαλύπτει την απομάκρυνση του ανθρώπου στην πορεία του πολιτισμού από τη φύση και το βαθύτερο εαυτό του. Αυτή η βίαιη απόσπαση του ανθρώπου από το πραγματικό του περιβάλλον και η τραγική του πορεία για να την ξαναβρεί, δίνονται μέσα από την απέλπιδα αίσθηση δύναμης και παρέμβασης που έχει ο αφηγούμενος της Σύρρου, η ίδια η Σύρρου. Και όλο αυτό με μια μουσικότητα που όχι μόνο δε μειώνει τη δύναμη της απελπισίας, αντιθέτως την ενισχύει ως να είναι παρούσα μέσα στο ηχητικό σώμα των λέξεων. Από την ίδια ενότητα και το ποίημα «τελετουργία»:

τελετουργία

συνέβη χτες, θα ήταν επτά και τέταρτο
ώρα του οκτώβρη, μούχρωμα.
είπα να κάνω ένα τσιγάρο στην αυλή
—καταφυγή και καταφύγιο η αυλίτσα μας
εδώ, στο γκαζοχώρι—
παρέα με την αγγελική και τη ροδιά
καθώς το συνηθίζω.
με το που έγειρα την πόρτα για να βγω
αξιώθηκα ένα θέαμα πρωτόγνωρο
για τα δικά μου μάτια.
όνειρο έμοιαζε
μα, σας τ’ ορκίζομαι, συνέβη.
τα είδα να στροβιλίζονται σ’ ατέρμονο χορό
—δέκα με δεκαπέντε (αν υπολόγισα σωστά)
μικρά, αθόρυβα κοτσύφια—
να καταδύονται μέχρι τη γης
κι ύστερα πάλι προς τον ουρανό να υψώνονται
σε μια τελετουργία απόκοσμης σιγής.
φοβήθηκα για μια στιγμή
—ντρέπομαι, το ομολογώ—
για την αδιακρισία ετούτη
να παραστώ απρόσκλητη στη δειλινή μυσταγωγία.
συνέβη, μα δεν το ’θελα, τ’ ορκίζομαι.
κλείστηκα μέσα βιαστική
κι απ’ το παράθυρο
πάσχιζα να διακρίνω τι και πώς.
θα είχε περάσει κιόλας τέταρτο
όταν ο άρχων τελετάρχης κότσυφας
κύκλωσε έναν κύκλο τη ροδιά
κι ύστερα χάθηκε στην αγκαλιά της φυλλωσιάς της.
τα υπόλοιπα τον ακολούθησαν
—με την αράδα του το κάθε ένα—
ώσπου το δέος άγιασε του θάμπους την αυλή
που στεφανώθηκε τη νέα σελήνη.

Ένα ποίημα γεμάτο εικόνες που ξεκινούν από αυτοβιογραφικά στοιχεία και με μια ενδιαφέρουσα κλιμάκωση φθάνουν σε θέωση της φύσης που γίνεται ολόκληρη ναός στα σεμνά μάτια της ποιήτριας, η οποία είχε την τύχη να παρακολουθήσει τη μυητική διαδικασία, μα και την ικανότητα και την ευαισθησία να τη μεταφέρει και σε μας. Αυτή η σταδιακή μετάβαση στο ιερό κομμάτι του κόσμου ευτυχώς αισθητοποιείται μέσα από τη ματιά της Σύρρου, η οποία έχει συνείδηση της παραβίασης, του μέτρου, της ιερότητας. Γιʼ αυτό ακριβώς η συγκεκριμένη τελετουργία φτάνει ως εμάς χωρίς απώλειες, χωρίς διαμεσολάβηση, ακέραια και πειστική. Η στάση της ποιήτριας φέρνει σε μας ακέραιη τη δοξαστική στιγμή της φύσης, την καταλυτική της δύναμη.

Οι δύο ενότητες της συλλογής δένονται άρρηκτα από τα ίδια μοτίβα που έρχονται και ξανάρχονται στην ποίηση της Σύρρου. Τα μοτίβα του φόβου, της αγωνίας, της μνήμης, της αβεβαιότητας, του τραύματος διατρέχουν τα «λογότυπα», φτάνουν ως τον αναγνώστη, φορτία γεμάτα αλήθειες, χωρίς να ψευτίζουν ούτε για μια στιγμή τα εννοιολογικά και συναισθηματικά περιεχόμενα που κουβαλούν.

Κατορθώνει δηλαδή η ποιήτρια ο ποιητικός της λόγος να αποδεσμεύεται από αυτήν και να γίνεται τόπος αδιαμεσολάβητης αναμέτρησης του αναγνώστη με τον εαυτό του, που συνειδητοποιεί ότι η κάθε λέξη σφραγίζει το νόημά της μέσα του, φέρνοντας στο φως τη βαθύτερη φύση της.

Αυτή η βαθύτερη φύση των λέξεων που σμιλεύεται μέσα στην ποιητική της Μαρίας Σύρρου δίνεται στο πρώτο ποίημα της συλλογής με τον τίτλο «tabula rasa».

tabula rasa

πιστώνω φωνές
παλμούς
μορφές από μνήματα
ρισκάρω ανανήψεις
στενεύω τις φόρμες
μετά τις πλαταίνω
αποσιωπώ
αυτοσχέδιες
μαρτυρικές
καταθέσεις
παρακάμπτω δειλά τη σιωπή
καταλείπω τα νώτα στο φως
μετρώ τη σκιά μου
σκιά γίγαντας
ζυγίζω το σκότος
αναμετρώ εξαπατήσεις
σκιά νάνος γίνομαι
γυρίζω σελίδα
γδύνω τους φθόγγους
αφήνομαι
στο μεσουράνημα μιας νύξης.

Εκθέτει το ποιητικό της πρόσωπο με ρηματικό πρωτοπρόσωπο λόγο. «Πιστώνω», «ρισκάρω», «στενεύω», «καλύπτω», «αποσιωπώ», «ζυγίζω», «αναμετρώ», «γδύνω» είναι κάποια από τα γεμάτα δράση, εσωτερική αγωνία, υπαρξιακή ουσία μεταβατικά ρήματα τα οποία διαχειρίζονται τα ποιητικά, ψυχικά και πνευματικά της τοπία. Εδώ η πολικότητα υποκειμένου αντικειμένου αίρεται, παράγονται νοήματα πλούσια και ζωντανά, τα οποία αναδεύουν εσωτερικά και πνευματικά σκιρτήματα. Η δράση του ποιητικού υποκειμένου υποχωρεί στο τέλος με τη χρήση του ρήματος «αφήνομαι» σε ουδέτερη διάθεση που δηλώνει μια ανακουφιστική αποδοχή. Μπορεί ο υποκειμενικός δυναμισμός να δίνει τη θέση του στην τραγική συνειδητοποίηση του μη εφικτού, ωστόσο ο ποιητικός λόγος έχει τη δύναμη της υπέρβασης, που είναι τόσο απαραίτητη για την παρουσία των ψυχικών και πνευματικών αιτημάτων —«αφήνομαι στο μεσουράνημα μιας νύξης» είναι η ελπίδα που τελικά καλύπτει κάθε προσωπική δράση, πέρα και πάνω από μας, αυτή που καθαγιάζει τις πράξεις και δικαιώνει την ύπαρξη.

Ο λόγος κουβαλάει μέσα του το φως, τους ήχους, τα χρώματα, τις μυρωδιές, την αφή, τη γεύση. Τα κουβαλάει και τα υπερβαίνει. Όταν ξεκόβει από αυτά, γίνεται ένα κουφάρι χωρίς ζωή, μια ανούσια μηχανική δομή. Ή όταν δεν ταυτίζεται με την έννοιά της δεν οδηγεί μόνο σε ποιητικά αδιέξοδα αλλά και σε απουσία της ζωής, γιατί δεν την εκφράζει.

Αυτή την παγίδα τη γνωρίζει καλά η Μαρία Σύρρου. Το σκάψιμο της αλήθειας που γίνεται με τη γλώσσα το ξέρει καλά —«μες στην ομίχλη /της λεξιλαγνείας μου / πενθώ αλήθειες», μας λέει.

Δεν επιτρέπει στη λέξη να παίξει χωρίς να πάρει την ευθύνη της ουσίας. Λεξιθηρία, λεξιλατρεία, λέξεις είδωλα, κενός λόγος δεν ευδοκιμούν στην ποίησή της. Η ποιητική γλώσσα την οποία ξεδιπλώνει με μεγάλη επάρκεια δίνει στη λέξη τη δική της φυσιογνωμία που την καθιστά μοναδική και σφραγίζει το βαθύτερο νόημά της, εκείνο που κάθε φορά η πολυσημία της μέσα στο ποίημα υποδεικνύει ως αυθεντικό.

Η Μαρία Σύρρου πραγματοποιεί ένα ταξίδι με τα ποιήματά της. Ταξίδι στη ζωή, στη μνήμη, στο μέσα, στην πορεία της γλώσσας, στο χρόνο. Το ταξίδι αυτό που χαράζεται με λέξεις, η πνευματική, ψυχική και γλωσσική περιπέτεια της ποιήτριας έρχεται σε μας, ταξιδεύουμε κι εμείς μαζί της καθώς μας αγγίζει η πνευματική και καλλιτεχνική της αγωνία. Με κουπί τη γλώσσα η ποιήτρια μπορεί να πει:

«μακάριος είσαι, δύσμοιρε
που, ανέλπιδα, αξίωσες και αξιώθηκες
με το κουπί σου, το ανάξιο λόγου
παντοτινά τη λήθη να πλανεύεις.»

Η ποίηση, η καλή ποίηση, μπορεί να πλανεύει τη λήθη.

[Το παρόν κείμενο αναγνώστηκε στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής λογότυπα στο Αίθριο της Στοάς του Βιβλίου (Polis Art Café), Τετάρτη 17 Απριλίου 2019.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly