frear

Ἀνθίβολα. Ἔκδοση χριστιανικοῦ διαλόγου καἰ πολιτισμοῦ, τεῦχος 2/2018 – γράφει ὁ Γιῶργος Ζωγραφίδης

Τὀ πρῶτο ἢ πάντως ἕνα ἀπό τά πρῶτα πράγματα πού σκέφτομαι ὅταν πάρω κάτι γιά τό σπίτι εἶναι ποῦ θά τό βάλω. Ἐπειδή αὐτά πού παίρνω γιά τό σπίτι εἶναι κυρίως βιβλία, ἄν καί πλέον ὁλοένα λιγότερα, ἡ διερώτησή μου μοιάζει νά μήν ἔχει αἰσθητική ἤ λειτουργική ἀπόβλεψη. Ἀφορᾶ, κατά βάση, μιά ταξινομητική διαδικασία. Ὅμως, οἱ διάφορες μορφές ταξινόμησης δέν εἶναι διόλου τυχαῖες, τουλάχιστον γιά τόν δυτικό ἄνθρωπο καί τόν τρόπο σκέψης του –οὔτε, εἰδικά, γιά μιά βιβλιοθήκη.

Ἔτσι, ὅταν πῆρα στά χέρια μου τό πρῶτο τεῦχος τῶν Ἀνθιβόλων πέρυσι τό καλοκαίρι, ἦταν ὁ ὑπότιτλος; («Ἐτήσια ἔκδοση χριστιανικοῦ διαλόγου καί πολιτισμοῦ»), ἦταν οἱ διευθυντές; (ὁ Δημήτρης Ἀγγελής κι ὁ Σταῦρος Γιαγκάζογλου, παλαιόθεν γνωστοί), πάντως τό βιβλίο βρέθηκε στό ράφι (ὄχι ἀμέσως καί ὄχι μόνιμα, ἀφοῦ διαβαζόταν σταδιακά) δίπλα σέ λίγους κομψότατους τόμους μέ σχεδόν ταυτόσημο ὑπότιτλο («Ἐτήσια ἔκδοση χριστιανικοῦ στοχασμοῦ καί τέχνης») καί διευθυντή τόν Κώστα Τσιρόπουλο. Χριστιανικό Συμπόσιο ὀνομάζονταν ἐκεῖνοι οἱ τόμοι: πενήντα ὁλόκληρα χρόνια πρίν, δεξιώνονταν κάθε χρόνο στό ὄνομα καί μιᾶς διαφορετικῆς εὐρωπαϊκῆς χώρας τούς λιγοστούς συνδαιτημόνες πού γεύονταν δίπλα στήν ἀνανεωμένη θρησκευτική σκέψη τόν καλλιτεχνικό λόγο, ἰσότιμο ἑταῖρο. Κάποιοι ἀπό τή γενιά τοῦ ’30 καἰ μεταπολεμικοί ἐπίγονοί της, ὄχι μόνο σ’ ἐκεῖνα τά συμπόσια, ἀναμείγνυαν –σέ διαφορετικές δοσολογίες– ἑλληνικότητα καί εὐρωπαϊκότητα, Ὀρθοδοξία καί ἄλλες χριστιανικές παραδόσεις, ἀφανάτιστη πίστη καί τραγική ἀγωνία, λόγο καλλιεπή καί πηγαία αἰσθαντικότητα. Δέν εἶναι τῆς ὥρας νά ἀποτιμήσουμε ἐκεῖνα τά ἀποφόρητα. Σίγουρα ἄφησαν ἀρκετά σχέδια, κάποια πλουμιστά κι εὐκολοφόρετα ἀλλά μισο-αποσυρμένα λόγω χρήσης, καί κάποια ἄλλα, ἀτέλειωτα αὐτά καί ἀχρωμάτιστα, ταπεινά καί διάτρητα –κάτι σάν τά ἀνθίβολα τῶν βυζαντινῶν καί μεταβυζαντινῶν ζωγράφων (πατρόν, θά τά ἔλεγαν οἱ νοικοκυρές τῆς δεκαετίας τοῦ ’70), χνάρια καθοδηγητικά γιά μιά πορεία πού διαρκῶς σχηματίζεται κι ἀλλάζει.

Σ’ αὐτά καί παρόμοια πατήματα, διόλου τυχαῖα, δοκιμάζουν τή δική τους πορεία, δεύτερη πλέον, τά Ἀνθίβολα τῶν ἐκδόσεων «ἐν πλῷ». Στό δεύτερο ταξίδι τους προορισμός εἶναι ἡ τέχνη: ἀποπειρῶνται, πάντα πολυσυλλεκτικά, νά ἀνιχνεύσουν τή δυνατότητα καί τίς προϋποθέσεις τοῦ διαλόγου τῆς χριστιανικῆς παράδοσης μέ τή λογοτεχνία, τόν κινηματογράφο ἤ τή ζωγραφική. Ὄχι στήν ἱστορική τους διάσταση, ἐπιστρέφοντας σέ μεγάλες συνθέσεις τοῦ παρελθόντος –ὁ παλιότερος πού ἀναφέρεται εἶναι ὁ Παπαδιαμάντης, πού εἶναι καί δέν εἶναι ἱστορία. Οὔτε στό θεωρητικό πεδίο, διατυπώνοντας νεωτερικό ἤ μετανεωτερικό λόγο περί θρησκείας καί τέχνης. Στίς ἑκατοντάδες σελίδες τοῦ τόμου γίνονται πολλές τομές, ἀρκετές μέ ὅλα τά κατάλληλα φιλολογικά ἐργαλεῖα, τομές σέ συγκεκριμένες περιπτώσεις τεχνῶν καί καλλιτεχνικῶν καί λογοτεχνικῶν ἔργων: ἀπό τίς θεολογικές προϋποθέσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχιτεκτονικῆς ἕως τήν ἑρμηνευτική τῆς δικαιοσύνης στό Dogville τοῦ Λάρς φόν Τρίερ. Μερικές ἀπό τίς μελέτες βρίσκονται στόν ἀπόηχο, θετικό κι ἀρνητικό, τῆς θεολογικῆς γενιᾶς τοῦ ’60 καί μέ τήν ἐμφανή μέριμνα νά στηθεῖ ὁ διάλογος χριστιανισμοῦ καί πολιτισμοῦ στό μόνο πραγματικό περιβάλλον του, στό σήμερα.

Ἀσφαλῶς τό ζήτημα δέν εἶναι ἄγνωστο, μέ τίς ποικίλες ἑρμηνευτικές διαστάσεις του. Ἔχει σημασία ἀπό ποιόν τόπο καί μέ ποιά ἀπόβλεψη τό θέτει ὁ καθένας. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τίς τελευταῖες δεκαετίες ἔχουν γίνει πολλές καί καλές προσπάθειες γιά νά κατανοήσουμε καλύτερα τή σχέση τῆς θρησκείας καί τῆς θεολογίας μέ τίς τέχνες, τόσο στό θεωρητικό πεδίο ὅσο καί στόν χώρο τῆς καλλιτεχνικῆς δημιουργίας. Νά κατανοήσουμε καλύτερα, δηλαδή χωρίς προαποφασισμένη τήν ἔκβαση τῆς ἀναμέτρησης!

Ἡ διερεύνηση τῶν σχέσεων λογοτεχνίας καί θρησκείας ἔχει επιχειρηθεῖ ἀρκετές φορές, κυρίως μέσα ἀπό συγκεκριμένα νεοελληνικά κείμενα, περισσότερο σέ εἰδικά τεύχη τῆς Νέας Ἑστίας (ἐπί Σταύρου Ζουμπουλάκη) καί τῆς Σύναξης· γιά λόγους οὐσιαστικούς, ὄχι πληρότητας οὔτε, ἐλπίζω, μόνο προσωπικούς, δέν μπορῶ νά μήν ἀναφέρω τό δεύτερο τεῦχος τῶν Σημειώσεων). Πολύ περισσότερο συμβαίνει αὐτό, ἀναπόδραστα, στή ζωγραφική –εἰδικά ἐπειδή ἡ παράδοση τῆς ἁγιογραφίας συνεχίζεται, μιμητικά ἤ ὄχι εἶναι ἄλλο σοβαρό θέμα, καί θέτει μέ ἐπείγοντα τρόπο τήν ἐπανεπιβεβαίωση τῶν σχέσεων ἁγιογραφίας / κοινοτικῆς ζωῆς –προσθέτοντας στή συζήτηση ἕναν ἀκόμη σημαντικό παράγοντα, τήν πρόσληψη τῆς τέχνης. Ἀλλά καί, σέ μικρότερο βαθμό, ἔχουν ἤδη διατυπωθεῖ σκέψεις γιά τή θρησκευτικότητα καί τόν κινηματογράφο (με εὔλογη ἄν καί ἴσως μονότονη ἀφορμή τόν Ταρκόσφκυ, ἤ ἔστω τόν Μπέργκμαν) ἤ τό θέατρο.

Μία παρένθετη παρατήρηση, συγκριτική γιά τά δύο τεύχη. Εἴκοσι τρεῖς ἑνότητες ἔχει τό δεύτερο τεῦχος, ὅσες καί τό πρῶτο, ἀλλά οἱ σελίδες αὐξήθηκαν κατά τρία τυπογραφικά, ὅπως θά λέγαμε κάποτε, κι ἔφτασαν τίς 350. Δεκατέσσερις μελέτες καί δοκίμια πού ἀνιχνεύουν τήν παρουσία τοῦ ἱεροῦ στή ζωγραφική, τήν ἀρχιτεκτονική, τόν κινηματογράφο καί στή λογοτεχνία, πού ἔχει τό μεγάλο μερίδιο μέ τίς μισές καί συνολικά τό 1/4 τῆς ἔκτασης τοῦ τόμου. Ἴσως εἶναι ἀπροσδόκητο ὅτι σέ ἕνα τεῦχος πού ἀφιερώνεται στήν ἴδια τήν τέχνη, καί συγκριτικά μέ τό πρῶτο τεῦχος, μικρότερη παρουσία ἔχει ἡ ποίηση (2) καί ἡ ζωγραφική (1) καί λείπουν τά πεζά –στό πρῶτο τεύχος εἴχαμε 10+1 σχετικά κείμενα. Ἐν μέρει ἡ μικρή παρουσία τῆς ἴδιας τῆς τέχνης ἐξισορροπεῖται ἀπό τήν παρουσία δύο ἑνοτήτων στίς ὁποῖες ἔντεκα δημιουργοί καί καλλιτέχνες μιλοῦν ἀφενός γιά τό θέατρο καί ἀφετέρου γιά τή δυνατότητα ἀναγέννησης τῆς ἐκκλησιαστικῆς τέχνης μέσα ἀπό τήν ὑπέρβαση τῆς βυζαντινῆς.

Ἀπό τά πολλά ἐνδιαφέροντα δοκίμια, θ’ ἀφήσω τά φιλολογικά (στόν Δημήτρη Κόκορη πού τά παρουσιάζει) καί τίς ἀμιγῶς θεολογικές μελέτες (μιά κι ἔχουμε τόν ἁρμόδιο Παναγιώτη Ὑφαντή) καί θά ἐπιχειρήσω κάποιες σκέψεις μέ ἀφορμή μερικά γενικότερα, θεωρητικά κείμενα πού πιό ἄμεσα μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὅτι ἀποτελοῦν στιγμές μιᾶς θεολογικῆς αἰσθητικῆς. Τά ὀνοματίζω: οἱ «Σημειώσεις γιά μία θεολογία τοῦ κάλλους» τοῦ Σταύρου Γιαγκάζογλου, οἱ «Θεολογικές προϋποθέσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχιτεκτονικῆς» τοῦ π. Ἀντώνιου Πινάκουλα, τά «Περί τῶν προϋποθέσεων καί τοῦ χαρακτήρα τῆς σύγχρονης εἰκονογραφικῆς τέχνης» τοῦ Γιώργου Κόρδη, ἡ συνομιλία «Περί τέχνης καί λατρείας στήν Ἐκκλησία» μεταξύ τοῦ Μάρκου Καμπάνη καί τῶν Σταύρου Γιαγκάζογλου καί Σταύρου Τερζῆ.

Χωρίς νά μέ ἐνδιαφέρουν τά φρονήματα τῶν συγγραφέων, ἀλλά καί χωρίς νά προσποιοῦμαι ὅτι δέν ἀναγνωρίζεται στίς ἀπόπειρές τους ὁ πνευματικός ἤ μεθοδολογικός τους προσανατολισμός, νομίζω πώς στίς περισσότερες περιπτώσεις ὅσοι ἀσχολοῦνται μέ τά παραπάνω ζητήματα ἔχουν κάποιον βαθύτερο λόγο νά τό κάνουν –ἐννοῶ ἐκτός ἀπό τούς συνήθεις λόγους πού κάποιος ἐπιθυμεῖ ἤ χρειάζεται νά δεῖ κείμενό του δημοσιευμένο. Ὁ βαθύτερος λόγος εἶναι, ἐννοεῖται ἐάν δέν λαθεύω, ἡ ἔγνοια τους γιά τήν οὐσία αὐτοῦ τοῦ διαλόγου καί, παραπέρα, γιά τή γόνιμη ἔκβασή του –ὅπου γόνιμη σημαίνει τή διαμόρφωση ἑνός σημερινοῦ χριστιανικοῦ καλλιτεχνικοῦ λόγου. Ἑνός λόγου ὄχι κηρυγματικοῦ ἤ αὐτοεπιβεβαιωτικοῦ (δέν εἶναι πλέον ἡ ἐποχή του), πού θά μοιράζει καί κραυγαλέα θά πιστοποιεῖ τή χριστιανικότητά του μέ ἄμεση ἀναγωγή σέ ἐξωκαλλιτεχνικά κριτήρια, ἀλλά ἑνός λόγου πού θά ἀνανεώνει τή χριστιανική αἰσθητική ὄχι μέ τόν ἄμεσο τρόπο πού μποροῦσε νά κάνει ἕνας χριστιανός συγγραφέας τοῦ 4ου αἰώνα ἤ νά εὐελπιστοῦσε ὅτι θά κατάφερνε ἕνας τοῦ 20ου αἰώνα…

Εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα λόγος, καί μετά εἶναι ὁτιδήποτε ἄλλο –τοῦ «χριστιανικοῦ» συμπεριλαμβανομένου. Καί τοῦτο, ἐκτιμῶ, εἶναι μιά πολύ θετική μεθοδολογική ἀρχή! Εἴτε γίνεται ἀπό ἀνάγκη (ἔ, ὅσο νἆναι, βρισκόμαστε στόν 21ο αἰώνα μιᾶς ἐπίπλαστα θρησκεύουσας κοινωνίας) εἴτε ἀπό γρηγοροῦσα θεολογική συνείδηση! Ἀρκετά ζήσαμε, ἤ ἀποφύγαμε νά ζήσουμε, μέ τόν προγραμματικό, ἄμεσο, θρησκευτικό λόγο –καί, πρός ἀποφυγή παρεξηγήσεων, ἀναφέρομαι στό πεδίο τῶν τεχνῶν, ὄχι στό κοινωνικό-θρησκευτικό, γιά τό ὁποῖο ἀπαιτοῦνται διαφορετική προσέγγιση καί λόγος ἐκ μέρους μας. Ἀρκετά οἱ τέχνες θεωρήθηκαν εἴτε ὄχημα τοῦ χριστιανικού μηνύματος (τιθέμενες στήν ὑπηρεσία του· ἄς θυμηθοῦμε τά περί στρατευμένης τέχνης) εἴτε περιττές ἕως βδέλυγμα, καθόσον ἐλεύθερες καί ὄχι ρητά πειθήνια στρατευμένες σ’ αὐτό τό μήνυμα, πόσο μάλλον ὅταν ἦταν ἀντίθετες!

Τό ξέρω, ὅσο τό ξέρω τέλος πάντων, ὅτι ὁ χριστιανικός χώρος δέν εἶναι κάτι ἑνιαῖο, ὅτι μεγάλες ἐντάσεις καί ρήγματα τόν διατρέχουν –εἴτε ἀναφερόμαστε στόν χριστιανισμό ὡς οἰκουμενική θρησκεία εἴτε στήν ἑλλαδική παρουσία του. Ὅτι κάποιοι, ὄχι χωρίς ἐκκλησιαστική ἐξουσία καί κοινωνική ἐπιρροή, βλέπουν κατά βάση τίς τέχνες καί γενικότερο τόν «κοσμικό/θύραθεν πολιτισμό» σάν κάτι τό ἠθικά ἐπιζήμιο καί κακό ἤ, κατά παραχώρηση καί μόνο πρός ψυχωφέλεια, σάν ἀναγκαῖο κακό: ἡ τέχνη εἶναι καλή «ὅσῃ χριστιανική» (γιά νά προσαρμόσω μιά γνωστή πλατωνική φράση) –τά ὑπόλοιπα εἶναι ἀποκυήματα τῆς ἀνθρώπινης αὐτόνομης, ἄρα δαιμονικῆς, δημιουργικότητας, πού ἀπομακρύνουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Ὁπότε ἡ τέχνη ἤ θά εἶναι ξεκάθαρα χριστιανική ἤ θά εἶναι ἄθεη –tertium non datur.

Κι ἐπειδή βρίσκομαι ἀνάμεσα σέ ἀνθρώπους πού δέν ἔχουν τέτοιες ἀντιλήψεις, σπεύδω νά προσθέσω ὅτι αὐτή ἡ ἀρχή τῆς ἀξιολόγησης τῶν τεχνῶν σέ «τελική ἀνάλυση» (τί εἶναι καί πῶς λειτουργοῦν «ἀντικειμενικά», ἀνεξάρτητα ἀπό προθέσεις κ.τ.λ.) εἶναι ἴδιον ὄχι μόνο τοῦ χριστιανικοῦ αἰσθητικοῦ δογματισμοῦ ἀλλά καί ἄλλων (πολιτικῆς καταγωγῆς) δογματισμῶν στόν νεολληνικό πνευματικό βίο. Τό ἔργο αὐτό εἶναι πολύ παλιό, καί δέν εἶναι –ὅπως εἶπα– ἀποκλειστικά χριστιανικό. Στίς τέχνες ἐπιβάλλονται κριτήρια ἐξω-καλλιτεχνικά, λειτουργιστικά κυρίως: γιά τή δημιουργία καί τήν κατανάλωσή τους. Ὁ μετεωρισμός, ἡ ἀγωνία χωρίς λύτρωση δέν ἐκτιμῶνται ἰδιαιτέρως. Ὁ συγγραφέας ὀφείλει, ἔστω στό τέλος, νά συνομολογεῖ τήν πίστη του, χωρίς πολλά αἰσθητικά τερτίπια. Καί ὁ ἄπιστος συγγραφέας ἀποτελεῖ παράδειγμα πρός ἀποφυγή (ὅταν παραμένει τέτοιος, ἄρα ἠθικῶς ἐπίμεμπτος) ἤ πρός μίμηση ἤ μᾶλλον πρός ἀνακούφιση, ὅταν στό ἔργο του (συχνά στό ὤριμο ἤ ὄψιμο) ἐμφανίζονται στιγμές καί φράσεις μιᾶς θρησκευτικῆς διερώτησης –ἀκόμη καλύτερα ἐάν ὑπάρχει ἤ μπορεῖ νά ἐπινοηθεῖ κάποια ἀφήγηση μεταστροφῆς του (ἔστω καί στό νεκροκρέββατο). Μιά ματιά στόν 20ό αἰώνα νομίζω ὅτι θά μᾶς δείξει πώς ὁ σοσιαλιστικός ρεαλισμός ἔχει τό ἀνάλογό του σέ ἕναν χριστιανικό ρεαλισμό –ἀφήνω τό ἐρώτημα κατά πόσο σοσιαλιστικός ἤ χριστιανικός εἶναι ἕνας τέτοιος ρεαλισμός.

Δίπλα κι ἀπέναντι στούς φονταμενταλιστές τῆς χριστιανικῆς τέχνης ἤ τούς ἐπαναπαυμένους παραδοσιοκράτες (καί σ’ αὐτούς ἐπιτρέψτε μου νά συμπεριλάβω καί παλαιότερους τῆς νεοπατερικῆς ἀναγέννησης) εἶναι μιά σειρά ἄλλων δημιουργῶν καί στοχαστῶν. Λέω ἀμέσως ὅτι σ’ αὐτήν τή σειρά ἀνήκουν τά Ἀνθίβολα καί πολλοί συγγραφεῖς τους. Ἀνεξάρτητα ἀπό τήν προέλευσή τους, ἄν καί συνήθως μέ εὐδιάκριτη τή θρησκευτική καταγωγή τους, εἶναι ἀρκούντως αὐτοκριτικοί (πληγωμένοι ἀπό τό ὅλον σώμα καί πληγώνοντάς το μέ τίς δράσεις τους, στοχαστικές καί πρακτικές), ἀναγνωρίζουν τό ἀδιέξοδο καί τά ἀρνητικά τῆς προηγούμενης στάσης, ἀνοίγονται κριτικά στή (μετα)νεωτερική συνθήκη καί ἔχουν καί αὐτοί ἕναν σκοπό! Ὅπως εἶπα ἐξ ἀρχῆς, τή δημιουργία ἑνός ἀνακαινισμένου χριστιανικοῦ αἰσθητικοῦ λόγου. Ἑνός λόγου πού θά εἶναι ὄχι ἐκ φύσεως φορέας ἀλήθειας, ἀλλά προσωπική μαρτυρία, στήν ὁποία ὁ καθείς μέ τά ὅπλα του (τή γραφίδα, τό πινέλο, τήν ανάλυση ἤ τή δημιουργία). Ἐδῶ, ποιητές, ζωγράφοι, θεολόγοι, μελετητές τῶν τεχνῶν καί τῆς λογοτεχνίας, εἶναι πρῶτα ἀπ’ ὅλα αὐτό: θέλω νά πῶ, ὡς τέτοιοι πρέπει νά διαβαστοῦν, κι ὄχι σάν χριστιανοί πού «ἔτυχε» νά γράφουν (ὅπως ἔλεγαν κάποτε π.χ. γιά τόν Κόντογλου ἤ τόν Παπαδιαμάντη). Γράφουν μετά τόν Μαλλαρμέ ἤ τόν Σεφέρη, ζωγραφίζουν μετά τόν Σεζάν ἤ τήν ἐννοιολογική τέχνη – δέν δημιουργοῦν σάν νά μήν συνέβησαν ὅλα τά ἐνδιάμεσα (δηλαδή ἀρκετοί αἰῶνες ‘δυτικῆς’ τέχνης), διαλέγονται μαζί τους καί δοκιμάζονται στά πεδία τῶν τεχνῶν, χωρίς νά προσδιορίζουν τίς δημιουργίες τους ὡς a priori χριστιανικές. Ἡ τέχνη τους μπορεῖ νά ψηλαφεῖ καί νά αἰσθητικοποιεῖ κάτι, μπορεῖ νά ἀναζητοῦν ἐπιστημονικά τό τί σημαίνει ἡ τέχνη ἄλλων –ἄρα δοκιμάζουν νά μιλήσουν τή σύγχρονή τους γλώσσα, νά ποῦν νοήματα παλιά ἀλλά πού κάθε ἕνας καί κάθε μία τά ξαναλέει καί τά ἐπιμαρτυρεῖ.

Ποιά εἶναι ἡ ὑποδοχή, δεξίωση πού θἄλεγε ὁ Δημαράς, μιᾶς προσπάθειας σάν αὐτῆς τῶν Ἀνθιβόλων; Θά μ’ ἐνδιέφερε ν’ ἀκούσω ἀπό τούς ἴδιους τούς συντελεστές τῆς ἔκδοσης γιά τίς ἀντιδράσεις στόν πρῶτο τόμο: πόσο ἀγοράστηκε (στίς δύσκολες, ἀσφαλῶς, συνθῆκες τῆς ἀγορᾶς), κυρίως πόσο σχολιάστηκε στούς θεολογικούς κύκλους ἀλλά καί σέ ὅσους ἀσχολοῦνται, δημοσιολογώντας ἐνίοτε χωρίς οὐσιαστικές θρησκειολογικές γνώσεις, μέ τόν φονταμενταλισμό, ποιόν διάλογο συνέχισε.

Ἀντίστοιχα, προσπαθῶ νά φανταστῶ, σέ ποιά νερά θά πέσει τό σημερινό ὁλόφρεσκο δεύτερο τεῦχος τῶν Ἀνθιβόλων:

– Ἄν οἱ «χριστιανοί», τέτοιοι ὅπως τοῦ περιοδικοῦ, δίνουν βήμα καί θέλουν νά διαλεχθοῦν μέ τήν «ἄλλη πλευρά», τήν γνωρίζουν· στό ἐπιστημονικό πεδίο πού ὁ καθένας κινεῖται υἱοθετεῖ τή γλώσσα της.

– Ἄν κάποιοι, λίγοι ἕως ἐλάχιστοι φοβᾶμαι, ἀπό τήν «ἄλλη πλευρά» ἐνδιαφέρονται γιά τόν διάλογο, ἁπλῶς ἀναμένουν πώς εἶναι οἱ χριστιανοί πού αὐτονόητα ὀφείλουν νά μάθουν τή γλώσσα τοῦ ἑκάστοτε πεδίου (πού βεβαίως καί τό ὀφείλουν!). Συνήθως ὅμως, δέν εἶναι οἱ ἴδιοι διατεθειμένοι νά μάθουν κάτι ἀπό τόν τρόπο τῆς ἄλλης πλευρᾶς. Καί πράγματι! Ποιός θά καθόταν νά μάθει τή δύσκολη γλώσσα τῆς θεολογίας; (Ἐδῶ καί στό πανεπιστήμιο, ὅταν διδάσκεις φιλοσοφία καί κάνεις μεταφυσική ἤ καί ὕστερη ἀρχαία φιλοσοφία, πολλοί φοιτητές σχολιάζουν: μά αὐτά εἶναι/μοιάζουν παπαδίστικα!). Οἱ περισσότεροι θά προτιμήσουν νά μείνουν στά ὅσα ξέρουν βιωματικά (πιθανῶς ἀπό τά ἐφηβικά τους χρόνια, κάποτε τραυματικά –στίς μεγαλύτερες γενιές), τά ὁποῖα τείνουν νά τά ἐπιβεβαιώνουν κάθε φορά πού μιλᾶ κάποιος φονταμενταλιστής κληρικός ἤ διαδηλώνουν λίγες δεκάδες φανατικῶν. Μερικές φορές ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι ὁ –πῶς νά τόν πῶ; δέν ξέρω!– ἐξω-χριστιανικός κόσμος σέ ὄχι μικρό βαθμό προτιμᾶ νά ἐπιβεβαιώνεται τό στερεότυπό του περί κλειστοφοβικοῦ ἤ ταλιμπανο-χριστιανοῦ, παρά νά διακινδυνεύσει ἕναν διάλογο μέ ὅσους ἀγωνίζονται (ὄχι χωρίς κόστος) καί ἔχουν ἀνατρέψει ἕνα τέτοιο στερεότυπο. Τό βλέπω ὡς μία ἄκρως πολιτική κίνηση: τήν ἐπιλογή τοῦ ἀντιπάλου καί ὄχι τοῦ συμμάχου (ἄρα, πιθανόν, πρόκειται γιά ἀδυναμία οὐσιαστικοῦ διαλόγου). Ἕνας Ἀναστάσιος, ἐννοῶ ἡ ἐπίκλησή του, μπορεῖ νά λειτουργεῖ ὡς ἄλλοθι γιά τούς μέν, ὡς ἐξαίρεση πού ἐπιβεβαιώνει τόν κανόνα γιά τούς δέ! Τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ἕνας Ζουμπουλάκης, ἕνας Γιαγκάζογλου ἤ ἕνας Ἀγγελής –πού δείχνουν ὅτι ὑπάρχει καί ἄλλη ἐναλλακτική, ἡ ὁποία ὅμως ὑπονομεύει τίς συνήθειές μας.

Μοιάζει νά καταλήγω μεμψίμοιρος ἤ δέσμιος μιᾶς διαλεκτικῆς φίλων καί ἐχθρῶν –ἐνῶ ἔχω μπροστά μου μιάν ἀντίθετη περίπτωση: τά Ἀνθίβολα! Ξέρω ὅτι κάποιος μπορεῖ νά ὑποστηρίξει ὅτι δέν ὑπάρχουν διαφορετικές πλευρές, ὅτι οἱ ἀναζητητές τῆς ἀλήθειας εἶναι πρίν ἀπ’ ὅλα αὐτό, ἀναζητητές, ὅτι ὁ διάλογος εἶναι –ἤ καταβάλλεται προσπάθεια νά γίνει– ἀνοιχτός διάλογος, ἀπροϋπόθετος, ἤ μέ μόνη προϋπόθεση τή βούληση γιά διάλογο. Ἀλλά ἁπλῶς δέν νομίζω ὅτι εἶναι τόσο ἁπλά τά πράγματα!

Δυσάρεστος δέν ἔχω σκοπό νά γίνω. Πάντως –καί παρά τήν ἀναμφισβήτητη πρόοδο τῆς συζήτησης γιά τή σχέση θρησκείας καί τεχνῶν καί τό πλησίασμα ὅσων διακονοῦν τούς δύο χώρους (θεωρητικά καί πρακτικά)– θεωρῶ ὅτι ὁ διάλογος τῶν δύο χώρων πάσχει πολλαπλῶς. Καί αὐτή ἡ διαπίστωσή μου ἄς ἐκληφθεῖ ὡς ὑποκειμενική καί οὐδέτερη, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι δέν ἐντάσσεται προγραμματικά σέ κάποια πλευρά τοῦ διαλόγου.

Ἡ ἀπολογητική χροιά (ἐπιθετική ἤ ἀμυντική) πολλῶν ὑποψιασμένων χριστιανῶν στοχαστῶν καί μελετητῶν εἶναι, νομίζω, ἀναπόφευκτη, ἀκόμη καί στήν πιό κατανοητή καί ἀθώα πτυχή της: τή συγκίνηση, ὅταν ἕνας θύραθεν ἀντλεῖ, ἀνακαλεῖ καί παίζει δημιουργικά μέ κάτι ἀπό τό θρησκευτικό βιωμένο παρελθόν, τό κοινοτικό ἀσυνείδητο πού βρίσκεται διαθέσιμο σέ ὁλόκληρο τό νεοελληνικό τοπίο (τή φύση, τήν καθημερινότητα, τή λογοτεχνική παράδοση). Γιά νά τό διατυπώσω κάπως ὑπερβολικά: μέ ἄλλον τρόπο ἀπό τόν συντηρητικό, καί αὐτός χαίρεται ὅταν ἡ αἰσθητικοποιημένη ἐμπειρία τοῦ θύραθεν συναντᾶ τή δική του εὐαισθησία –ὅταν φανερώνεται πώς κάτι ζωντανό ὑπάρχει (ἀκόμη) καί αὐτό τό συλλαμβάνει καί τό ἀντικειμενοποιεῖ μέ τόν δικό του τρόπο ὁ «ἄλλος», ἡ ἄλλη πλευρά. Γιά νά φέρω ἕνα εὔκολο, ἀγαπητό μου, παράδειγμα: τόν συγκινεῖ ἡ ἐμφανής καί λειτουργική παρουσία τῆς βιβλικῆς εἰκονοποιΐας στήν ποίηση τοῦ Βύρωνα Λεοντάρη, παρ’ ὅλο πού μᾶλλον πρόκειται γιά μιά «ἀντεστραμμένη θεολογία».

Ἐπιστρέφοντας στά Ἀνθίβολα: ἐννοεῖται πώς δέν ὑποστηρίζω κάποια καθαρολόγα ἤ ἐπιθετική σχεδόν προβολή τοῦ «χριστιανικοῦ» χαρακτήρα μιᾶς ἔκδοσης –χωρίς νά ἀφήσω ἀσχολίαστο ἕνα τυχαῖο τυπογραφικό: τήν παράλειψη τῆς ἐπίμαχης λέξης ἀπό τόν ὑπότιτλο στήν πρόσκληση γιά τήν ἀποψινή μας βιβλιοπαρουσίαση.

Εἶμαι μακριά ἀπό κάθε συγκαταβατική διάθεση πρός τόν ὄμορφο διάλογο στόν ὁποῖο μᾶς προσκαλοῦν τά Ἀνθίβολα καί οἱ συνεργάτες τους. Τά καλογραμμένα κείμενα πού διάβασα καί στόν δεύτερο τόμο, χωρίς νά εἶναι βαρυφορτωμένα θεωρητικά, πετυχαίνουν νά δείξουν πιθανές κατευθύνσεις ἑνός τέτοιου διαλόγου.

Τό ὅτι εἶναι γνωστά τά κεντρικά θέματα καί τό ὅτι πιάνονται ξανά σ’ αὐτό τό τεῦχος σημαίνει ὅτι παραμένουν ἀνοιχτά, ὅπως ἄλλωστε τά περισσότερα ζητήματα τῆς τέχνης! Καί αὐτό εἶναι τό μέγιστο κέρδος τοῦ διαλόγου τῶν πάντα ἀξιοσύστατων Ἀνθιβόλων.

[Παρουσίαση τοῦ τόμου στή Διεθνή Ἔκθεση Βιβλίου στή Θεσσαλονίκη, 6.5.2018. Ἑτοιμάζεται ἤδη ὁ ἑπόμενος τόμος μέ θέμα τόν διαχριστιανικό διάλογο. Πρώτη δημοσίευση τῆς παρουσίασης στό ἠλεκτρονικό Φρέαρ. Δεῖτε τά περιεχόμενα τῆς ἔντυπης ἔκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly