frear

Για το βιβλίο του Βασίλη Χουλιαρά «Ο φάρος του Σόρενσον» – γράφει η Ελένη Συντίλα

«Διαβάζοντας το νέο βιβλίο του Βασίλη Χουλιαρά Ο Φάρος του Σόρενσον, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Θράκα, το πρώτο πράγμα που διαπιστώνει κανείς είναι τη δυναμική ενός συγγραφέα που συγκινεί για άλλη μια φορά με την εγκάρδια γραφή του, τη βαθιά του σκέψη και την τρυφερότητα των ιστοριών του.»

Ο Φάρος του Σόρενσον, το τρίτο στη σειρά βιβλίο του συγγραφέα, ακολουθεί ως προς τη μορφή, τη χαρακτηριστική για τον ίδιο φόρμα του διηγήματος, της μικρής αφήγησης που άλλοτε εκτείνεται σε μερικές σελίδες κι άλλες φορές σε μερικές μόνο λέξεις. Λιτή, περιεκτική γραφή, μεστός λόγος και βαθιά σκέψη είναι μερικά μόνο χαρακτηριστικά του έργου που έχουμε στα χέρια μας. Εδώ, σε σχέση με τις Ιστορίες από το Αρχιπέλαγος Φουάν, το προηγούμενο βιβλίο του, και πολύ περισσότερο σε σχέση με τις Μικρές Ιστορίες για Πριν τον Ύπνο, το πρώτο του βιβλίο, πληθαίνουν οι αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο, συναισθηματικά φορτισμένες και με έναν ατόφιο λυρισμό που αφήνουν τον αναγνώστη να πιστέψει, ίσως πάλι και όχι, ότι πρόκειται για πραγματικές προσωπικές καταθέσεις, να συναισθανθεί τον συγγραφέα και να ανασύρει από τη μνήμη του παρόμοια βιώματα. Κι αν αυτή η ειλικρινής αμεσότητα των μικρότερων ιστοριών παραπέμπει στην ποίηση, δεν υστερούν καθόλου μπροστά τους οι μεγαλύτερες μυθοπλαστικές ιστορίες, οι φανταστικές αλληγορίες και τα παραμύθια για πόλεις με δράκους, βασιλιάδες και Σουλτάνους, τέρατα και θυσίες προς τους θεούς. Είναι αυτού του είδους τις ιστορίες που ο Βασίλης Χουλιαράς με μοναδική μαεστρία ανάγει σε άλλη διάσταση· μέσα από περιγραφές σχεδόν φωτογραφικές, κινηματογραφικές εικόνες που ρέουν η μία μετά την άλλη και κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, καταλήγει σχεδόν πάντα σε ένα, απροσδόκητο και, συνάμα, διδακτικό τέλος, μια πρόσκληση για προβληματισμό και σκέψη.

Ποίηση, λοιπόν, και φωτογραφία μπολιάζουν το έργο του Β. Χουλιαρά και δίνουν στα διηγήματά του μια ιδιαίτερη ομορφιά.

Με τη διεισδυτική του ματιά, μέσα από τα κείμενά του, στον Φάρο του Σόρενσον, ο Βασίλης Χουλιαράς μας προτείνει μια λογοτεχνία που φιλοσοφεί, που επιχειρεί να κοιτάξει βαθιά στο νόημα της ύπαρξης, και που, χωρίς επιτήδευση και χωρίς επιφανειακούς διδακτισμούς, καταλήγει να προβληματίζει μόνο και μόνο μέσα από την ειλικρινή εμπειρία του γράφοντος, αυτού που βιώνει και που τολμά να μοιραστεί. Και είναι αυτή η ειλικρινής διάθεση που καθιστά όλα αυτά τα μηνύματα συγκινητικά. Απλές αφηγήσεις που θαρρείς ξεπηδάνε από τη λαϊκή παράδοση, με λιτό ύφος και ρεαλιστική αποτύπωση, αποκτούν άλλη διάσταση μέσα από τη φιλοσοφική και ψυχαναλυτική θεώρηση των πραγμάτων του γράφοντος. Ζητήματα όπως η αναζήτηση της Αλήθειας και της Ευτυχίας, ο Θεός και ο Θάνατος, η αδιαπραγμάτευτη αξία της Γαλήνης και της Ελευθερίας, τα όρια ανάμεσα στο Πραγματικό και το Μεταφυσικό είναι στοιχεία που διατρέχουν το έργο του Χουλιαρά, τον κινητοποιούν και τον προβληματίζουν.

Χωρίς αμφιβολία, το νέο του βιβλίο είναι ένα έργο που χαίρει πολλαπλών αναγνώσεων, μια πολυδιάστατη και πολύπλευρη κατάθεση φιλοσοφικών προβληματισμών, μια σειρά από ιστορίες στις οποίες αναδύονται συναισθηματικές και ψυχολογικές καταστάσεις που φανερώνουν τη βαθιά ψυχαναλυτική ματιά του γράφοντος. Παρακάτω επιχειρείται μια προσέγγιση των τριών βασικότερων ζητημάτων που θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνθέτουν τη ραχοκοκκαλιά του έργου.

Το πρώτο είναι η αντίληψη σχετικά με την Ελευθερία. Οι ήρωες αρκετών ιστοριών στον Φάρο του Σόρενσον με γενναιότητα και τόλμη ξεκινούν ταξίδια παράτολμα για να εκπληρώσουν ένα όνειρο ή να κατακτήσουν έναν άγνωστο, αλλά σίγουρα αμύθητο, θησαυρό. Η αιτία του ταξιδιού τους είναι να αποκτήσουν κάτι, να γίνουν ίσως κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι, κι έτσι, τυφλοί ακόλουθοι ενός ονείρου, μιας φαντασίωσης και μιας ασαφούς φιλοδοξίας, καταλήγουν σχεδόν πάντα να χτίσουν οι ίδιοι τις φυλακές τους ή φτάνοντας στο τέλος της διαδρομής να τους αποκαλυφθεί η αλήθεια ότι τα όνειρα υπάρχουν για να τα αψηφάμε. Σε αντιστάθμισμα, ο συγγραφέας μας χαρίζει τη χαρά της ελευθερίας μέσα από τους ήρωες που καταφέρνουν να απελευθερωθούν από τα δεσμά του ονειρέματος, μέσα από τη συμφιλίωση με τον εαυτό τους, την αποδοχή της φύσης τους και, εν τέλει, μέσα από την απόδραση από τις προσδοκίες και τους περιορισμούς που οι ίδιοι θέτουν στη ζωή τους. Αυτοί οι ήρωες, ελεύθεροι πια, ξεκινούν να ανακαλύψουν κόσμους που δεν είχαν ποτέ φανταστεί.

Ένα δεύτερο κεντρικό χαρακτηριστικό στοιχείο του βιβλίου είναι η εμβάθυνση στο ζήτημα των επιλογών και στην ανάληψη της προσωπικής ευθύνης. Η ευθύνη των ηρώων και, εν τέλει, η ευθύνη του δημιουργού τους. Ποια είναι τα όρια αυτής της ευθύνης και πώς σχετίζεται με την προσωπική επιλογή; Πώς αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί να οδηγήσει τελικά στην εσωτερική γαλήνη; Ο Τζέικ, από την ιστορία με τον τίτλο «Ομίχλη» του βιβλίου, όταν συμφιλιώθηκε με την επιλογή του και όταν ανέλαβε για τα καλά την προσωπική του ευθύνη, ελεύθερος πια, είπε: «Μπορεί να έχω κάνει πολλά, και είμαι σίγουρος πολύ περισσότερα από ό,τι σου είπαν κι απ’ ό,τι το πιθανότερο να φαντάζεσαι, αλλιώς δε θα ξεκίναγες να έρθεις μόνος σου να με βρεις, αλλά πίστεψέ με: μου πήρε καιρό μα, παρ’ όλες τις αμαρτίες μου, η ψυχή μου έχει ηρεμήσει. Αυτή τη γαλήνη, λοιπόν, που πλέον νιώθω, δεν την παζαρεύω για οτιδήποτε στον κόσμο, και δεν έχω σκοπό να τη διαταράξω, φορτώνοντάς με με κανενός πια το φόνο». Κι ο συγγραφέας, έχοντας εκμυστηρευτεί με ειλικρίνεια, με διαφορετικούς τρόπους και σε αρκετά σημεία, την ανησυχία του για το αν στέκεται αντάξιος της τέχνης που υπηρετεί, αντιλαμβανόμαστε πως φτάνει στην ίδια γαλήνη, όταν πια αναλαμβάνει την ευθύνη να προσφέρει τις «λέξεις που από καιρό μέσα του μέστωναν». Τις λέξεις που αποτελούν, όπως ο ίδιος καλύτερα παραθέτει, «τις χαρές και τις λύπες του, τις σκέψεις και τις έγνοιες του, την κάθε ελπίδα και όλες τις ήττες του» και που «δεν είναι περισσότερο δικές του απ’ ότι δικές μας».

Το τρίτο ζήτημα αφορά στα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το μη πραγματικό. Με αφορμή την αναζήτηση των ορίων ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, μια διαλεκτική που εκτυλίσσεται άλλες φορές σε πρώτο πλάνο κι άλλες φορές στο υπόβαθρο των ιστοριών του βιβλίου, ένα ερώτημα που ίσως να μην έχει ποτέ απάντηση, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ίσως η Πραγματικότητα και η Ανυπαρξία να εμπεριέχονται το ένα στο άλλο και να μην αποκλείεται να είναι απαραίτητα και τα δύο για να οδηγηθούμε τελικά στην Αλήθεια. Και η Λογοτεχνία, που φέρει μέσα της το σπόρο και των δύο, μπορεί να μας οδηγήσει εκεί. Έτσι, ο Βασίλης Χουλιαράς μας προσκαλεί στον κόσμο της λογοτεχνίας με την ελπίδα πώς, παρά τη φαινομενικά φανταστική της υπόσταση, μπορεί να αποτελεί τον δικό μας Φάρο του Σόρενσον μέσα στη ζωή μας. Γιατί η λογοτεχνία είναι λύτρωση, γι’ αυτόν που γράφει και γι’ αυτόν που διαβάζει.

Και δεν είναι υπερβολή να πούμε πως η τέχνη την οποία δημιουργεί ο Βασίλης Χουλιαράς πληροί τον παραπάνω ορισμό γιατί, παρά την αγωνία του γράφοντος για τις λέξεις, —για το αν μ’ αυτές μπορεί κανείς να εκφράσει πλήρως τις σκέψεις του και να φτάσει στην αλήθεια του, για το αν οι λέξεις είναι αρκετές για να τις πάρει κανείς στα σοβαρά κι αν αποτελούν αξιόλογη πρώτη ύλη για να αντιληφθούμε τον κόσμο γύρω μας— την ίδια στιγμή ο ίδιος έχει κατακτήσει μια μαεστρία που με όχημα τις λέξεις καταφέρνει να φέρει στην επιφάνεια μια πληθώρα από σκέψεις, προβληματισμούς και συναισθήματα κι όλα αυτά να τα κάνει με γλαφυρότητα, πρωτοτυπία και διαρκές ενδιαφέρον για τον αναγνώστη.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly