frear

Στο θάνατο μοναξιά – του Αντρέα Πολυκάρπου

Αισθάνεσαι στο θάνατο μοναξιά.
Στον τάφο σου σκεπασμένος με χώμα, πέτρες
και δυο ρίζες, μακριές από έβενο ρίζες,
φυτεμένες ανάμεσα στα αραιά δόντια.
Καθώς μια γλώσσα χορεύει στο μονότονο της ανάσας ήχο
σε μιαν κάσα αφημένος μπερδεύεις τα λόγια σου.
Σε σκέπασαν εκείνο το βροχερό δειλινό.
Τότε που η μελωδία της καμπάνας προμήνυε του θέρους το τέλος.
Δυο χέρια σε κράτησαν πάνω από τη βρεγμένη άσφαλτο.
Κι ένας με τα σκισμένα ράσα του παπάς, ίδιος της κόλασης ο άγγελος,
άγγιζε τη βροχή που έπλενε τη ρυτίδα που σου χάραξαν
κάτω από το αριστερό μάτι.
Με ένα γυαλί για να θυμάσαι ότι κάποτε υπήρξες άνθρωπος,
ότι κάποτε δεν είχες ακόμη αφεθεί στο θάνατο.
Μια του πόνου σου λακκούβα για να μουλιάζει το δάκρυ, να λιμνάζει και να σαπίζει.
Τότε ακόμα πονούσες. Τότε ακόμα ψαχούλευες τις λέξεις πριν τις ξεστομίσεις.
Λέξεις που χανόντουσαν στα κρίνα.
Αυτά που ρίζωσαν στη λακκούβα με το δάκρυ
προτού τα κάψει η αρμύρα σου.

Δυο χέρια κι από κάτω η βρεγμένη άσφαλτος.
Κοιτούσες τις ρίζες να φυτρώνουν στα πόδια σου.
Δεν ήσουν, όμως, δέντρο για να σε θρέψουν.
Ρίζες που μόνο έψαχναν να σε κρατήσουν στη βρεγμένη άσφαλτο
μέχρι να κοινωνήσεις τον πόνο.
Μέχρι να το πάρεις απόφαση και να κοινωνήσεις τη μοναξιά.
Δυο χέρια με τα δάχτυλα να φειδωλεύονται το χάδι.
Μα δεν ήσαν αυτά που σε έθαψαν.
Αυτά τα χέρια τα ήξερες και δεν βρώμαγαν θάνατο.
Μύριζαν θάλασσα, ξεραμένο αλάτι
και με φύκια στους καρπούς κατάστικτα
άφηναν τα οστρακόδερμα να χωλαίνουν ανάμεσα στις φλέβες τους.
Δυο χέρια που τα έντυναν μαργαριτάρια από τις δαγκάνες των οστρακόδερμων.
Μαργαριτάρια τα δάκρυα στις δαγκάνες που φύτρωσαν στα μάτια σου,
να σου θυμίζουν το τελευταίο θέρος.

Αφήνεσαι στα καλοκαίρια.
Και ήσαν όλα τόσο πένθιμα που ο θάνατος τα ζήλεψε και σου τα πήρε.
Αισθάνεσαι στο χώμα μοναξιά.
Το βάρος της γης που σου αναλογεί δεν το συνήθισες.
Πόσο όμορφα σου έραναν τον τάφο.
Κρίνα και γιασεμιά στο λευκό απάνω χαλίκι
κι ένα κοράκι με το ράμφος του να ροκανίζει τις χορδές της άρπας
που ξέχασες να θάψεις μαζί σου.
Άκου τους ήχους από τις σφηνωμένες στο ράμφος χορδές.
Ίδια των θερινών κυμάτων η μελωδία.
Μια μονότονη σε δονεί μελωδία.
Κι είναι τόσο πένθιμα νοσηρή που σε αποκοιμίζει στην αγκαλιά της ανοιγμένης γης.
Μόνο το πλατάγισμα των οστρακόδερμων δεν ακούς πια.
Ο ήχος τους έσβησε τότε που διάλεξες να μαραγκιάσεις σε έναν τάφο.
Τα χέρια σου πια δεν ψάχνουν τον ήλιο τα καλοκαίρια
ανάμεσα στους αφρούς όπου μουλιάζουν
τα αποκαμωμένα στάχυα
για να ξεπλυθεί από τις ρίζες τους ο θάνατος της σποράς.
Ό, τι φυτεύεται στο χώμα ανθίζει.
Το χωράφι με τα στάχυα και τα κρυμμένα στις πέτρες αμπέλια
μαρτυρούν το άνθος της σποράς.
Όσο τους θάβεις ανθίζουν, θεριεύουν οι σπόροι
στο λευκό, σαν δυο στήθη, ψωμί.
Κι από πάνω δυο ερεθισμένες ρώγες γεμάτες γάλα
για τα χείλη που διψούν στην κάψα του Αυγούστου.
Μόνο του ανθρώπου το κουφάρι δεν ανθίζει
σαν φυτευτεί στη γη.
Κανένα δεν θα ζυμωθεί από το κορμί του ψωμί
και κανένα στόμα δεν θα κορέσει την πείνα του
με σάπια σάρκα.
Αισθάνεσαι στο θάνατο μοναξιά.
Τους χειμώνες μερεύεις θαμμένος κάτω από το αγιόκλημα.
Τα καλοκαίρια, με τα φαγωμένα στα δάχτυλα σου νύχια
σκάβεις το χώμα μια θάλασσα να βρεις.
Ξέρεις, όμως, ότι δυο χέρια και πάλι θα σε φυτέψουν στη γη.
Κουφάρι αφημένο στη βρεγμένη άσφαλτο.
Μόνο τα μάτια δεν έχουν λιώσει.
Πρέπει να θυμάσαι.
Όλες οι θύμισες στα μάτια σου θαμμένες.
Εκεί και τα δυο που σε έθαψαν χέρια.
Αυτά που δεν σε κράτησαν στις μεστωμένες ρώγες
και σε άφησαν να πεινάσεις, να σκελετώσεις
και να βυζάξεις το αίμα των οστρακόδερμων.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Σχέδιο: Jan Mankes. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly