frear

Γράμμα του στρατιώτη Βόυτσεκ στη Μαρία – της Ελευθερίας Κυρίτση

ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ ΒΟΫΤΣΕΚ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ

Μαζεύονται ήδη στην πλατεία, Μαρία.
Και τα σχολεία είναι από νωρίς κλειστά.
Για μας έρχονται, Μαρία, για σένα και για μένα.
Και όλο κοιτάνε να δουν το τέρας
την άγρια τρυφερότητα στο λαιμό σου, το κόκκινο στεφανάκι.
Το πρόσωπό σου πλοίο ποντοπόρο
αυτό ήταν όλο ό,τι είχα, Μαρία
και αυτό δικό μου πια δεν ήταν.
Τα σκουλαρίκια σου λάμπαν ανυποψίαστα
ραμμένοι φάροι στις άκρες των αφτιών σου
μα το γέλιο τους τρυπούσε το γκρίζο μου στομάχι.
Έρχονται κι άλλοι, Μαρία, κρατάνε από ένα καρβέλι ψωμί
και το παιδί τους απ’ το χέρι.
Άρχισε να θροΐζει η πλατεία
είναι όλοι τους καλοί στο άθλημα της αρετής.
Θα περιμένουν καρτερικά, θα δουν ευλαβικά
θα χειροκροτήσουν την αστραφτερή λεπίδα
μα τα μπιζέλια είναι ακόμα μουδιασμένα στο στομάχι μου.
Πήγαμε στο σιτοβολώνα με τον Αντρέα, Μαρία
στα ομοιόμορφα καλάμια, ξαπλώσαμε μα και εκεί ιδρώτας
ύπνος πικρός σαν μουχλιασμένος
κι η φωνή του λοχαγού τρυπούσε το φτωχικό κεφάλι μου.
Οι μανάδες βυζαίνουν τώρα τα μωρά στην πλατεία
και περιμένουν εσένα και εμένα, Μαρία
να πούμε για το θάνατο που μας ενώνει.
Όμορφα τα παιδιά τους, όμορφα μεγαλώνουν
και είναι κλειστά σήμερα τα σχολεία, για μας.
Το μαχαιράκι κι αυτό φτηνό, δυο γρόσια στον Εβραίο
άξιζε πιο πολύ η αγάπη μας μα τα σκουλαρίκια σου λάμπαν
αδιάκοπα, λιγόστευαν τη μέρα.
Και οι φωνές τους μπαίναν στις πέτρες ανάμεσα
στα χώματα, στις καλαμιές και τραγουδούσε ο Αντρέας
να σύρει μακριά τα τύμπανα απ’ το στραβό κεφάλι μου
κρανίο το ’λεγε ο γιατρός, τι ξέρει αυτός από φτωχά κεφάλια.
Ακουμπήσαμε το παιδί μας πάνω στο καλοκαίρι, Μαρία
να ροδίσει τα μαγουλά του στο ήλιο,
ήταν απόγευμα κι ήσουν όμορφη μόνο για μένα.
Δες, Μαρία, γέμισ’ η πλατεία
αφήσαν τα χωράφια και τα κουρεία και μαζευτήκαν
γύρω απ’ τη χοντρή λεπίδα.
Χρόνια είχαν ν’ ανταμώσουν τόσοι στην πλατεία
μαζεύονται γύρω απ’ το θάνατο
για μένα ήρθαν ξαναμμένοι.
Η ομορφιά σου η μόνη μου πατρίδα.
Η λίμνη ρηχή και οι τουρίστες ψαρεύουν με τα παιδιά τους
το καλοκαίρι από ανία.
«Κοίτα μπαμπά κάτι γυαλίζει στον πάτο»
θα φωνάξει ο Χανς με τις ξανθές του μπούκλες.
Δυο γρόσια όλα κι όλα, δυο γρόσια ο θάνατος.
Δεν γράφω να ξεφύγω, το κόκκινο σιντριβάνι θα λούσει
το λαιμό μου. Δεν γράφω για ν’ ακουστεί μετάνοια.
Γράφω για να ’χω κάτι να σου πω
τώρα που έρχομαι επιτέλους.
Είναι τόσοι πολλοί, μαζεύτηκαν
κι είμαστε μόνοι.

Σημείωση: Το ποίημα γράφτηκε τον Μάρτιο 2019 με αφορμή τον «Βόυτσεκ» που παίζεται από την ομάδα Ξανθίας στο Θέατρο Σημείο. Το έργο μετέφρασε ο Αλέξιος Μάινας και σκηνοθέτησε ο Κώστας Παπακωνσταντίνου.

Το δε ημιτελές έργο Βόυτσεκ (1836/37) του γερμανού συγγραφέα Γκέοργκ Μπύχνερ τελειώνει λίγο μετά την ανακάλυψη του φόνου της Μαρίας (όπως λέγεται στο έργο), όχι με την καταδίκη ή την εκτέλεση του στρατιώτη Φραντς Βόυτσεκ.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly