frear

«Βόυτσεκ» της ομάδας Ξανθίας (σκην. Κ. Παπακωνσταντίνου) – γράφει ο Παναγιώτης Μηλιώτης

Έμεινα πραγματικά ικανοποιημένος βγαίνοντας από την παράσταση «Βόυτσεκ» στο Θέατρο Σημείο, αυτό το σπουδαίο-πρωτοποριακό έργο του αντιμοναρχικού επαναστάτη, συγγραφέα και πανεπιστημιακού γιατρού-νευροανατόμου Γκέοργκ Μπύχνερ (1813-1837), που ανέβασε η θεατρική ομάδα Ξανθίας σε σκηνοθεσία Κώστα Παπακωνσταντίνου και μετάφραση και δραματουργική επιμέλεια του ποιητή Αλέξιου Μάινα.

Γνώριζα, χωρίς να έχω δει άλλες αποδόσεις, ότι το έργο Βόυτσεκ γράφτηκε το 1836/37 και ότι είναι ένα έργο ημιτελές, αινιγματικό κι απαιτητικό και στη σκηνοθετική και μεταφραστική του απόδοση, αλλά και στην κατανόηση από τον ίδιο το θεατή. Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους:

Ο πρώτος λόγος είναι η πυκνότητα, η πληθώρα, αλλά και η ρευστότητα των νοημάτων του κειμένου. Τα νοήματα φανερώνουν κυρίως την επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος στην ανθρώπινη κατάσταση, σωματική και ψυχική. Μέσα από τις σκηνές παρακολουθούμε το πώς ελέγχεται, κατακρίνεται και καταστέλλεται ο φτωχός στρατιώτης Φραντς Βόυτσεκ από εκφραστές διαφόρων εξουσιών, όπως της επιστημονικής και της στρατιωτικής, με σκοπό τη διαρκή και εντατική εκμετάλλευση του χρόνου, του σώματος και των δεξιοτήτων του.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το έργο, όπως αναφέρει σε σχόλιό του ο μεταφραστής του έργου, που επιμελήθηκε και τα κείμενα του προγράμματος: «είναι διπλά ημιτελές – και ως προς τη σειρά των σκόρπιων σκηνών, από τις οποίες συγκροτείται κάθε φορά εκ νέου ως έργο από κάθε δραματουργό ή εκδότη (μιας και οι σκηνές και σελίδες στα ημιτελή και μισοσβησμένα χειρόγραφα δεν έχουν αρίθμηση), και ως προς το καθαυτό κείμενο εντός κάθε μικρο-σκηνής, αλλά και το τέλος του (ή όλο το τελευταίο μέρος του έργου) που μοιάζει να λείπει».

Ο Φραντς Βόυτσεκ είναι ένας χαμηλόμισθος στρατιώτης με γυναίκα και νόθο παιδί. Μέσα σ’ ένα αδιάκοπο τρεχαλητό προσπαθεί να τα βγάλει πέρα. Γι’ αυτό το λόγο κάνει θελήματα κι αγγαρείες για τον λοχαγό του. Ταυτόχρονα συμμετέχει σ’ ένα ιατρικό πείραμα. Δεσμεύεται να τρέφεται αποκλειστικά με μπιζέλια για αρκετούς μήνες. Τα θελήματα, οι αγγαρείες και ειδικά το πείραμα της μονοφαγίας τον οδηγούν σταδιακά στη διαταραχή της ψυχικής (ψευδαισθήσεις, παραληρητικές ιδέες), αλλά και στην αλλοίωση της σωματικής του κατάστασης (ακανόνιστος σφυγμός, αραίωση/πτώση των μαλλιών κλπ.). Όταν μαθαίνει ότι η Μαρία, η γυναίκα του εκτός γάμου, τον απατά με τον εύρωστο αρχιτυμπανιστή (στην παράσταση τον υποδύεται ο Κώστας Παπακωνσταντίνου) με την ωραία στολή, τη σκοτώνει με μαχαίρι.

Ο (Γιόχαν Κρίστιαν) Βόυτσεκ ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Ο Μπύχνερ εμπνεύστηκε από ιστορικό γεγονός: «Το 1824 αποκεφαλίζεται στην κεντρική πλατεία της πόλης (Λειψίας) για τον φόνο της ερωμένης του». Έτσι ξεκινά κι η παράσταση. Ακούς ένα χρονόμετρο και πέφτει η λαιμητόμος. Ο θεατής γνωρίζει ήδη το τέλος του έργου και του επιτρέπεται να επικεντρωθεί στις ίδιες τις σκηνές για να ερευνήσει και να κατανοήσει τα αίτια που οδήγησαν τον Βόυτσεκ (του έργου) στην αποτρόπαια πράξη. Η λαιμητόμος υπάρχει στη σκηνή (σκηνογραφική επιμέλεια Βίκυ Πάντζιου) σε όλη τη διάρκεια της παράστασης και σηκώνεται κλιμακωτά από κάποιον ηθοποιό μετά το τέλος συγκεκριμένων σκηνών που αφορούν τον καταφρονεμένο αντιήρωα, με σκοπό τη συνεχή υπενθύμιση της απειλής.

Στην πρώτη σκηνή ο Βόυτσεκ (Δημοσθένης Ξυλαρδιστός) ξυρίζει τον λοχαγό του (Ελισσαίος Βλάχος). Οι υπόλοιποι ηθοποιοί περιστρέφονται διαρκώς γύρω από τον ίδιο και τον λοχαγό με γρήγορο-ρυθμικό βηματισμό. Γυρίζουν χωρίς σταματημό σαν φιγούρες μουσικού κουτιού και δίνουν αφρό στον λοχαγό. Καταλαβαίνουμε τη διπλή κίνηση του κύκλου: από τη μία στριφογυρίζουν οι έγνοιες στο μυαλό του Βόυτσεκ, και από την άλλη υπονοείται ότι στη θέση του θα μπορούσε να ’ναι οποιοδήποτε άλλος στη σκηνή.

Μόλις ο βιαστικός Βόυτσεκ κατουρά στον τοίχο, συναντά τον γιατρό (Φοίβος Συμεωνίδης). Ο γιατρός προσπαθεί να τον επαναφέρει στις δεσμεύσεις και τα ζητούμενα του διατροφικού πειράματος. Κατά τον Βόυτσεκ η φύση τον κυριεύει χωρίς να μπορεί να την ελέγξει. Ο γιατρός τον κατσαδιάζει, μετράει τον σφυγμό του και τον ανακρίνει αν τρέφεται αποκλειστικά με μπιζέλια. Η κατάσταση του Βόυτσεκ είναι που τον αναγκάζει να συμμετάσχει στο πείραμα: έχει ανάγκη τα επιπλέον χρήματα. Δεν μοιάζει να αντιλαμβάνεται ότι βλάπτεται/καταστρέφεται η σωματική κι η ψυχική του υγεία. Είναι ένας φτωχός δίχως ταξική συνείδηση και δεν μπορεί να γνωρίζει ποιανού τα συμφέροντα εξυπηρετεί μια τέτοια επιστήμη.

Σε μια άλλη σκηνή Φραντς Βόυτσεκ (Δημοσθένης Ξυλαρδιστός) και Μαρία (Αγγελική Μαρίνου) παρακολουθούν ένα σατιρικό, γκροτέσκο θέαμα σ’ ένα λαϊκό πανηγύρι. Σε αυτή τη σκηνή δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε θεατές και ηθοποιούς κι επιτρέπεται στον θεατή μια πιο ολοκληρωμένη κριτική θέαση της ανθρώπινης φύσεως. Σατιρίζεται (από τη Βασιλική Σουρρή στο ρόλο του θιασάρχη) ο καθηγητής του πανεπιστημίου. Παρομοιάζεται με άλογο (Ελισσαίος Βλάχος), δηλαδή μ’ ένα τετράποδο, βλακώδες ζώο, μ’ έναν μεταμορφωμένο άνθρωπο, ο οποίος ξέρει να λογαριάζει αλλά δεν μπορεί να μετρήσει στα δάχτυλά του. Δεν μπορεί να εξηγήσει περιοχές της ανθρωπινής φύσης παρά τις επιστημονικές ανακαλύψεις του καιρού του.

Παράλληλα κλιμακώνεται και το χάσμα στη σχέση του Φραντς με τη Μαρία. Η Μαρία κρατά το βρέφος και φωτίζεται (φωτισμοί Γιώργος Αγιαννίτης) ένα μικρό τετράγωνο για εκείνη, κι ένα αντίστοιχο, ξέχωρο για τον πατέρα του παιδιού της. Συνειδητοποιεί πως: Κάθε άνθρωπος είναι μια άβυσσος.

Κατανοούμε την απέραντη μοναξιά του Φραντς και από το παραμύθι της γιαγιάς (που λέει η Βασιλική Σουρρή). Πριν τις σκηνές του φόνου η γιαγιά αφηγείται σ’ έναν κύκλο μικρών παιδιών την ιστορία ενός φτωχού, ορφανού παιδιού που ταξίδεψε στον ουρανό και τα αστέρια, όλες οι ελπίδες του διαψεύστηκαν και απόμεινε μονάχο του, όπως ήταν ήδη από την αρχή του παραμυθιού, επέστρεψε τελικά πάλι στην έρημη γη και άρχισε να κλαίει.

Ο Βόυτσεκ διαπράττει τον φόνο της συντρόφου του χωρίς ο ίδιος να συνειδητοποιεί την πολλαπλότητα και περιπλοκότητα των αιτιών. Μέσα από μια φυσική κλιμάκωση της κατάστασής του στις 28 σκηνές στη δραματουργία αυτή (Αλέξιος Μάινας) και τη γρήγορη εναλλαγή τους στη συγκεκριμένη σκηνοθεσία (Κώστας Παπακωνσταντίνου) με κινησιολογικά ευρήματα (που επιμελείται η Κατερίνα Γεβετζή), ανασυντίθεται ένα ανολοκλήρωτο μωσαϊκό του κόσμου. Ο θεατής αφενός νιώθει λύπη ή όποιο άλλο συναίσθημα για το φονικό, τη Μαρία και τον Φραντς, αφετέρου όμως μπορεί να συλλογιστεί και για τα αίτια που οδηγούν τον ταπεινό στρατιώτη, που χάνει τα πάντα, στην αποτρόπαια πράξη: εντέλει την αυτοκαταστροφή.

Σημείωση: Η παράσταση παίζεται πλέον Παρασκευές-Σάββατα-Κυριακές στην κεντρική σκηνή του Θεάτρου Σημείο, μέχρι 21.4.2019.

~.~

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση – Δραματουργική επιμέλεια: Αλέξιος Μάινας
Σκηνοθεσία: Κώστας Παπακωνσταντίνου
Βοηθός σκηνοθέτη: Χαρά Δημητριάδη
Σκηνογραφία – Ενδυματολογία: Βίκυ Πάντζιου
Πρωτότυπη μουσική – Στίχοι τραγουδιών: Βασίλης Κουτσιλιέρης
Κινησιολογία: Κατερίνα Γεβετζή
Φωτισμοί: Γιώργος Αγιαννίτης
Φωτογραφίες: Νίκος Βαρδακαστάνης
Trailer: Αντώνης Κουνέλλας
Εικαστικό – Σχεδιασμός εντύπων: Μανόλης Αλμπάνης
Κατασκευή σκηνικού: Αντώνης Χαλυβίδης
Υπεύθυνη επικοινωνίας: Λήδα Ασλανίδου
Παραγωγή: Ξανθίας Α.Μ.Κ.Ε.

Παίζουν: Ελισσαίος Βλάχος, Αγγελική Μαρίνου, Δημοσθένης Ξυλαρδιστός, Κώστας Παπακωνσταντίνου, Βασιλική Σουρρή, Φοίβος Συμεωνίδης.

Η παράσταση επιχορηγείται από το ΥΠ.ΠΟ.Α.

Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
Παρασκευή/Σάββατο 21.00
& Κυριακή 20.00
– έως 21.4.2019 –
Διάρκεια: 1 ώρα και 15΄

Εισιτήρια – Πληροφορίες
Τηλεφωνικές κρατήσεις: 210-9229579
Προπώληση: https://www.viva.gr/tickets/theater/theatro-simeio/woyzeck/
Τιμές εισιτηρίων:
€ 12,00
€ 8,00 (φοιτητικό, ομαδικό)
€ 5,00 (άνεργοι, ΑμεΑ)
Ισχύει ατέλεια Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών

Θέατρο Σημείο, Χαριλάου Τρικούπη 4, Καλλιθέα
πίσω από το Πάντειο Πανεπιστήμιο

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly