frear

Ποιήματα – του Tomas Tranströmer

Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης

Τον Μάρτιο του ΄79

Κουρασμένος απ’ όλους αυτούς που καταφθάνουν με λέξεις,
λέξεις,
όχι όμως γλώσσα,
έφυγα για το κάτασπρο χιονισμένο νησί.
Η άγρια ζωή δεν έχει λέξεις,
οι άγραφες σελίδες απλώνονται προς όλες τις κατευθύνσεις!
Στο χιόνι συνάντησα ίχνη από οπλές ζαρκαδιού:
Γλώσσα, όχι όμως λέξεις.

***

Πρελούδιο

Το ξύπνημα είναι ένα σάλτο με αλεξίπτωτο από το όνειρο.
Απ’ τον ασφυκτικό στροβιλισμό ο ταξιδιώτης λυτρωμένος
βυθίζεται στους πράσινους θύλακες του πρωινού.
Τα πράγματα αναφλέγονται.
Από τη θέση ενός κορυδαλλού που σιγοτρέμει,
αισθάνεται
των δυνατών ριζωμάτων
τις υπόγεια αιωρούμενες λάμπες.
Στη γη όμως η βλάστηση φουντώνει τροπική.
Με χέρια υψωμένα αφουγκράζεται
το ρυθμό ενός αόρατου αντλιοστάσιου. Και αυτός,
βουλιάζει μες στο καλοκαίρι, ρίχνεται
μες στον εκτυφλωτικό κρατήρα του, πέφτει
μέσα σε βάραθρα πράσινων και υγρών ηλικιών
δονούμενα στου ήλιου την τουρμπίνα από κάτω. Τότε
αυτή η κάθετη πορεία μέσα στη στιγμή ανακόπτεται
και απλώνει τις φτερούγες του ο ψαραετός
πάνω από ορμητικά νερά να ξαποστάσει.
Ο περιφρονημένος ήχος
της σάλπιγγας της εποχής του χαλκού
κρέμεται πάνω απ’ τ’ άδυτο.
Τις πρώτες ώρες της μέρας
μπορούν οι αισθήσεις ν΄ αγκαλιάσουν τον κόσμο
όπως το χέρι που πιάνει μια λιόκαυτη πέτρα.
Ο ταξιδιώτης στέκεται κάτω απ΄ το δέντρο –
Άραγε θ’ απλωθεί
μετά την κατάρρευση στου θανάτου τη δίνη
ένα φως δυνατό
πάνω απ΄ το κεφάλι του;

***

Θαλασσινή ιστορία

Υπάρχουν μέρες του χειμώνα δίχως χιόνι. Τότε μοιάζει η θάλασσα
με μέρη ορεινά κουρνιασμένη στα φτερά της τα γκρίζα,
γαλάζια για μια ελάχιστη στιγμή και ώρες πολλές με κύματα
όπως λύγκες ωχροί, ψάχνοντας μάταια κράτημα στης ακτής τα χαλίκια.
Μια τέτοια μέρα θα΄ναι που τα ναυάγια σηκώνονται απ΄ τα βάθη
και αναζητούν τ΄ αφεντικά τους, αραγμένα στης πόλης το θόρυβο,
ενώ πνιγμένα πληρώματα πνέουν προς τη στεριά
πιο αραιά κι απ’ τον καπνό μιας πίπας.
(Οι γνήσιοι λύγκες απαντιούνται στο Βορρά με ακονισμένα νύχια
και ονειροπόλα μάτια. Στο Βορρά,
όπου η ημέρα κατοικεί μέσα σ΄ένα ορυχείο μέρα νύχτα.
Όπου ο μόνος επιζών μπορεί να καθίσει
πλάι στην παραστιά απ΄ το βόρειο σέλας
και να αφουγκραστεί τη μουσική των παγωμένων θυμάτων.)

***

Κύριε

Κάποιες φορές τα μάτια της άνοιγε η ζωή μου στο σκοτάδι:
μια αίσθηση λες και τραβούσε πλήθος κόσμου στους δρόμους
τυφλό και ανήσυχο, οδεύοντας προς κάποιο θαύμα,
ενώ εγώ αόρατος μένω στο ίδιο σημείο.
Σαν το παιδί που αποκοιμιέται φοβισμένο
όπως αφουγκράζεται τα βαριά της καρδιάς του τα βήματα.

Αργεί πολύ ώσπου να βάλει τις ακτίνες το πρωί στην κλειδαριά
του σκοταδιού τις πόρτες για να ανοίξει.

***

Το ζευγάρι

Σβήνουν τη λάμπα. Το περίγραμμά της αχνοφέγγει λευκό
για μια μόνο στιγμή πριν διαλυθεί
σαν μια ταμπλέτα σ’ ένα ποτήρι σκοτάδι. Ύστερα αρχίζει η εξύψωση.
Οι τοίχοι του ξενοδοχείου ανυψώνονται στο σκοτεινό ουρανό.

Οι κινήσεις του έρωτα έχουν κοπάσει κι εκείνοι κοιμούνται,
αλλά οι κρυφές τους σκέψεις συναντιούνται
όπως δυο χρώματα που συγχωνεύονται καθώς ανταμώνουν
στο υγρό χαρτί μιας ζωγραφιάς ενός μαθητή.

Παρόλο που απλώνεται σκοτάδι και σιωπή, η πόλη έχει
τη νυχτιά αυτή κοντοζυγώσει. Με σβησμένα παράθυρα. Τα σπίτια ήρθαν,
στέκονται εκεί, πολύ κοντά, αδημονώντας στριμωγμένα:
ένα πλήθος με ανέκφραστες όψεις.

***

Πρόσωπο με πρόσωπο

Τον Φεβρουάριο σταμάτησε να λειτουργεί η ζωή.
Πετούσαν τα πουλιά απρόθυμα και η ψυχή
τριβόταν πάνω στο τοπίο σαν σκαρί
που τρίβεται στο ντοκ που είναι δεμένο.

Τα δέντρα έστεκαν με πλάτη γυρισμένη προς τα δω,
το βάθος του χιονιού υπολογίζονταν με άψυχους μίσχους,
γερνούσαν οι πατημασιές επάνω στο κρυσταλλιασμένο χιόνι,
η ομιλία μαράζωνε κάτω από ένα αδιάβροχο κάλυμμα.

Μια μέρα ζύγωσε κάτι στο παράθυρο.
Παράτησα στη μέση τη δουλειά, σήκωσα το βλέμμα:
Τα χρώματα αναφλέγονταν. Τα πάντα στράφηκαν αλλού.
Η γης κι εγώ –με ένα σάλτο– ήρθαμε πιο κοντά μεταξύ μας.

***

Το βασίλειο της αβεβαιότητας

Η προϊσταμένη της υπηρεσίας σκύβει μπροστά σχεδιάζοντας έναν σταυρό
και τα σκουλαρίκια της κρέμονται σαν δαμόκλειες σπάθες.

Όπως μια στικτή πεταλούδα δεν διακρίνεται πάνω στο χώμα,
έτσι κι ο Δαίμονας συγχωνεύεται με την ανοικτή εφημερίδα.

Ένα κράνος, που κανείς δεν φορά, ανέλαβε την εξουσία.
Η χελώνα, η μάνα, πετώντας διέφυγε μες το νερό.

***

Απ’ το βουνό

Στέκομαι στο βουνό κι αγναντεύω τον όρμο.
Τα καΐκια ησυχάζουν στην επιφάνεια του καλοκαιριού.
«Είμαστε υπνοβάτες, κινητήρια φεγγάρια»,
έτσι λένε τα άσπρα πανιά.

«Διασχίζουμε αθόρυβα ένα σπίτι που κοιμάται,
ανοίγουμε τις πόρτες σιγανά,
πατάμε στην ελευθερία»,
έτσι λένε τα άσπρα πανιά.

Κάποτε είδα τους πόθους των ανθρώπων ν’ αρμενίζουν:
μια ρότα όλοι –ένας στόλος.
«Κυνηγημένοι είμαστε τώρα. Δεν είμαστε η ακολουθία κανενός».
Έτσι λένε τα άσπρα πανιά.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly