frear

Για το βιβλίο του Βασίλη Π. Καραγιάννη «Ενωμένα μυστικά» – γράφει η Άννα Κουστινούδη

Βασίλης Π. Καραγιάννης, Ενωμένα μυστικά, εκδ. Γαβριηλίδη, Αθήνα 2018.

Με τη συλλογή 16 πεζών αφηγήσεων, την πέμπτη του στη σειρά από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, ο Βασίλης Καραγιάννης «ανακατών[ει] εκ νέου το καζάνι της μνήμης” και επανέρχεται με το γνωστό ιδιότυπο ύφος της γραφής του, αυτοβιογραφικός, όπως πάντα (και αρκετά περισσότερο αυτή τη φορά), αλλά και ως κύριος αφηγητής ιστοριών άλλων ανθρώπων, συχνά διαθλασμένων μέσα από τις αφηγηματικές οπτικές εμβόλιμων ηρώων/αφηγητών. Αυτές λαμβάνουν χώρα σε πόλεις, επαρχίες και τόπους διακοπών και είναι συχνά φορτισμένες από το τοπικό στοιχείο και τοπίο. Διαπλέκονται και συνομιλούν με μυθιστορηματικά κείμενα, εκκλησιαστικό λόγο, ποιητικά θραύσματα, πολιτικά και ιστορικά γεγονότα τοπικού και γενικότερου ενδιαφέροντος, αλλά και με υπερφυσικά συμβάντα που εκφέρονται με το λογοπαίγνιο, την γλωσσοπλασία, την υποδόρια ή τη διάχυτη ειρωνεία, συχνά με μια δόση αυτοσαρκασμού από την πλευρά του γράφοντος υποκειμένου, ένας τρόπος γραφής στον οποίο ο Καραγιάννης θητεύει χρόνια τώρα. «Ετοιμόλογος κι αστείρευτος, ως παραδοσιακός αρβανίκος μηδέποτε ξηρανθείς», ο Καραγιάννης, σαν τον κυρ-Γιαν’ τς Λένκους από την αφήγηση Μάνα βαστούν τα γιαπράκια 40 μέρες;, «συνεχώς αντλεί από τη μνήμη του κοινότοπα συμβάντα, που η αφήγησή του τα μετατρέπει σε θραύσματα ακατέργαστου ή κατεργασμένου αδάμαντος, μια και το φίλτρο της γραφής, εκ των πραγμάτων, μεταπλάθει και προσθαφαιρεί.

Ως οιονεί αυτοβιογράφος, και είναι γεγονός ότι σχεδόν όλα τα κείμενα της συλλογής είναι αυτοβιογραφικά, όπως για παράδειγμα τα Φύλλα βιολογκής χλόης, Λόγος υπέρ απαγορεύσεως βιβλίων, Οκτωβριανές Θεσσαλονικογραφίες και το Ένα Μεσημέρι στις Αγίας Τριάδος τα περιθαλάσσια μέρη, ο Καραγιάννης συνειδητοποιεί πλήρως την εγκοσμιότητά του και κατανοεί τον εαυτό του ως έγχρονο υποκείμενο, έχοντας, τρόπον τινά, κατανοήσει το εφήμερο και φευγαλέο της ύπαρξης και συνακόλουθα και της αυτοβιογραφικής αφηγηματικής πράξης. Μέσω ερωτημάτων (και ερωτηματικών) που συχνά θέτει σε σχέση με την αξιοπιστία της μνήμης, φαίνεται να υποστηρίζει ότι η αυτοβιογραφική βεβαιότητα δεν είναι μία παγιωμένη, αλλά εξελισσόμενη κατάσταση στην πολύπλοκη διαδικασία της αυτο-ανακάλυψης και αυτο-δημιουργίας και ο εαυτός, που αποτελεί το κέντρο κάθε αυτοβιογραφικής αφήγησης, συχνά αποδεικνύεται μια μυθοπλαστική, εν μέρει, οντότητα: «Από το λεωφορείο για Θες/νίκη βλέπω την πρώτη πάχνη ή νόμισα,… (σελ. 35), διαβάζουμε στο κείμενο με τίτλο Οκτωβριανές Θεσσαλονικογραφίες, όπως και στο Δοκίμιον Συγγενογραφίας της ίδιας συλλογής: «Χάνομαι, παρασύρομαι στην αφήγηση μ’ αρέσει γμτ. αυτή η συγγενική αναμόχλευση και το όργωμα του άλλοτε. Ιδίως τα γυρίσματα – οι ιδιαιτερότητες του καθένα – με τα οποία έσωναν το όργωμα στο χωράφι του βίου τους με κατασυγκινούν» (σελ. 85).

Τα κείμενα που ανήκουν στο λεγόμενο νεωτερικό τύπο αυτοβιογραφίας παρουσιάζουν ιδιόρρυθμη αφηγηματική οργάνωση και ιδιαίτερες μορφολογικές καινοτομίες, ενώ αμφισβητούν την κυρίαρχη θέση των αφηγηματικών συμβάσεων της χρονολογικής τάξης, χαρακτηριστικά που συναντώνται συστηματικά στο σύνολο της γραφής του Καραγιάννη. Εγγράφουν την επιθυμία, τη μνήμη τη νοσταλγία, αλλά ταυτόχρονα, η επιθυμία, η μνήμη και η νοσταλγία αποτελούν και την κινητήριο δύναμη κάθε αφήγησης, όπως και την ίδια την πρόθεση της αφηγηματική πράξης.

Καταφεύγοντας στη σκέψη του Sigmund Freud, θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στην πράξη της αφήγησης ως ένα μεταβιβαστικό κειμενικό μοντέλο που περιγράφει την αφήγηση ως μία πράξη επικοινωνίας και ως μια διαδικασία δυναμικής ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ του αποστολέα και του αποδέκτη ενός κειμένου, είτε προφορικού, είτε γραπτού. Αφηγούμαι εαυτόν, σημαίνει ότι προσπαθώ να εξερευνήσω τη φύση του εαυτού μου. Ανοίγομαι και κοινωνώ τις σκέψεις μου και τους πάσης φύσεως προβληματισμούς μου στον όμοιό μου Άλλο, με αποτέλεσμα το βάρος (ή το τραύμα), και ταυτόχρονα, η ελαφρότητα, ή και το μυστήριο θαύμα της ύπαρξης, να καταστούν διαχειρίσιμα και κατανοητά σε μένα τον ίδιο, αλλά και στον αποδέκτη/αναγνώστη/ακροατή μου, αποφορτίζοντάς με από το γλυκόπικρο βάρος τους. Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί, ότι ο συγγραφικός σκοπός του Καραγιάννη δεν είναι άμεσα αυτοβιογραφικός, αλλά μάλλον «ομοιοπαθητικός». Μέσω του βιωματικού υλικού και της επανάληψης, που αυθόρμητα ή και παρορμητικά ανακαλεί στην μνήμη, επιχειρεί να διεισδύσει στην ανθρώπινη εμπειρία και να σκιαγραφήσει την εικόνα της ανθρώπινης κατάστασης όπως την αντιλαμβάνεται μέσα από το δικό του παρελθοντικό και παροντικό βίωμα. Σκοπός του δεν είναι να αυτοβιογραφηθεί και να αφηγηθεί τα ατομικά του βιώματα (και παθήματα), αλλά να συνθέσει μια εικόνα της ανθρώπινης τραγικότητας, όπου ο μύθος, η πλοκή και οι χαρακτήρες αλληλοεπιδρούν με το μοιραίο, το αναπόφευκτο, το ατομικό μεν, με βέβαιο αντίκτυπο στο συλλογικό δε. Διασώζει στο τώρα της αφήγησης μνήμες συμβάντα και στιγμές από τη συνύπαρξη ή τη διαπλοκή του ανθρώπινου με το φυσικό, το υπερφυσικό, ενίοτε και το Θείου, δίνοντας έμφαση στις λεπτές και μυστηριώδεις εκείνες αποχρώσεις του σημαντικά ή ασήμαντα εφήμερου και ίσως πολύτιμου για τον ίδιο, στοιχείο της ανθρώπινης εμπειρίας.

Από την ενδοσκόπηση, την ανάκληση του βιώματος, τη μελαγχολία των προσωπικών διαψεύσεων, ο Καραγιάννης διασταυρώνεται, προϊόντως του χρόνου αλλά και των προηγούμενων βιβλίων του, με την αναζήτηση του νοήματος της ιστορίας, του διαλόγου με τον Ελληνικό και ξένο λογοτεχνικό κανόνα, συχνά αναρωτώμενος για το πώς, τελικά, καταγράφεται το ταραγμένο γεμάτο ματαιωμένες ελπίδες και υποσχέσεις πολιτικοκοινωνικό παρόν, και παρελθόν. Εμπιστεύεται και ενδίδει στο συνειρμικό ένστικτο της αφήγησης με αποτέλεσμα το κείμενό του να αποκτά μια κάποια συνάφεια με τον ποιητικό λόγο, υφαίνοντας, ταυτόχρονα, τον ιστό μιας αυτοβιογραφικής γραφής στην οποία εκτός από τον ίδιο, αποχρώντα λόγο έχουν και πολλοί άλλοι χαρακτήρες του τώρα και του άλλοτέ του. Σκιαγραφεί έτσι, μέσα από την ανοιχτή συνάντηση των βιωμάτων του, ένα χρονικά αδέσμευτο εικονιστικό και συναισθηματικό τοπίο, σχολιάζοντάς το ασθματικά, έως και παραληρηματικά, όμως με λόγο κριτικό, καυστικά ειρωνικό, σαρκαστικό και κυρίως αυτοσαρκαστικό, όταν εμπλέκεται ο ίδιος ως αυτό-διηγητικός αφηγητής. Παράγει ακόμη λόγο με κύριο χαρακτηριστικά του το χιούμορ και μια παράδοξα νηφάλια παρόρμηση, που συχνά ωστόσο τον κάνει να αισθάνεται εγκλωβισμένος στα γρανάζια μιας ανελέητης και συνάμα αμετάκλητης πραγματικότητας. Στοχάζεται φιλοσοφικώς και λογοτεχνικώς και μετεωρίζεται ανάμεσα στην αίσθηση απώλειας του πένθος και της μελαγχολίας προκειμένου να συλλάβει και να κατανοήσει μέσα απ’ το πλάσιμο (συχνά και την μετάπλαση) των λέξεων τους σκοτεινούς κόλπους των αισθημάτων, των αισθήσεων και των παραισθήσεων.

Προσεγγίζοντας ωστόσο, το αυτοβιογραφικό στοιχείο στην πεζογραφία του Καραγιάννη, δεν πρέπει να μείνουμε μόνο στη διάσταση του παρελθόντος, που κυριολεκτικά κυριαρχεί στα κείμενά του, αλλά να επισημάνουμε και τη λειτουργία του στο παρόν, όπως και την προοπτική του προς το μέλλον. Υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην περίπτωση του Β.Π. Καραγιάννη, ταιριάζει απόλυτα η θέση του Ρολάν Μπαρτ ότι «η ζωή ενός συγγραφέα δεν είναι μόνο η πηγή των μύθων του, αλλά, ταυτόχρονα κι ένας μύθος που δρα παράλληλα προς το έργο του και το συναγωνίζεται».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly