frear

Ραμόνα – του Δημήτρη Στατήρη

Ούτε που θυμόταν πόσο καιρό είχε να πλαγιάσει με γυναίκα. Από τότε που είχε χωρίσει, επώδυνα και υστερικά, με την τελευταία του σχέση, απέρριπτε ότι ευκαιρία του παρουσιαζόταν. Σε όλες έβρισκε κάποιο ελάττωμα, ακόμα και να μην υπήρχε κάτι προφανές εκείνος επινοούσε κάποιο και καθησυχαζόταν. Οι φίλοι του τον συμβούλευαν να πάει στο πορνείο για να ξεδώσει. «Τράβα να ξεμπουκώσεις», «άντε να ξεμπλοκάρει το σύστημα», «στο τέλος θα ξεχάσεις να πηδάς». Ο Λάκης, όμως, ήταν ανένδοτος. «Αυτά δεν είναι για εμένα» απαντούσε και το έκοβε εκεί. Αλλά τα χρόνια περνούσαν, κόντευε τα σαράντα και αυτός παρέμενε ανέραστος. Δεν άντεχε άλλο. Τότε πήρε μια τολμηρή απόφαση, το είχε σκεφτεί καλά. Παρήγγειλε μια κούκλα του σεξ απ` το διαδίκτυο. Δεν το είπε σε κανέναν, ούτε στους πιο στενούς του φίλους. Προσπαθούσε να εστιάσει μόνο στην απόλαυση που θα του πρόσφερε το άψυχο αντικείμενο και όχι στις όποιες αρνητικές συνέπειες, πιθανόν, θα του επέφερε.

Όταν χτύπησε το κουδούνι, έβλεπε τηλεόραση και κάπνιζε. Έσβησε άτσαλα το τσιγάρο στο τασάκι και πήγε να ανοίξει. Έδωσε φιλοδώρημα στον ταχυδρομικό υπάλληλο  ̶ του φάνηκε ότι διέκρινε μια υποβόσκουσα χλεύη στην έκφρασή του ̶  και τον αποχαιρέτισε βιαστικά. Άναψε καινούριο τσιγάρο, ρούφηξε μια τζούρα και το έσβησε. Μετά άνοιξε το χαρτόκουτο και έσκισε το πλαστικό περιτύλιγμα. Αποκαλύφθηκε μια μελαμψή κούκλα με μαλλιά  μαύρα και γυαλιστερά, σαρκώδη χείλη και μεγάλα βυζιά. Φορούσε κοντή φούστα και τα μάτια της έμοιαζαν σαν αληθινά. Ο Λάκης καύλωσε. Ήταν όλη δική του. Την περιεργάστηκε, είχε ελαστικό κορμί. Την έβαλε να καθίσει σταυροπόδι στην απέναντι πολυθρόνα, έκλεισε την τηλεόραση, χαμήλωσε τα φώτα και έβαλε να πιει κρασί. Άρχισε να της μιλάει λες και τον άκουγε. Την ονόμασε Ραμόνα. Κάποιες στιγμές νόμισε ότι μιλούσε κι εκείνη, άλλαζε σταυροπόδι προκλητικά και του χαμογελούσε. Στο τρίτο ποτήρι κρασί, το χέρι του άντρα κατέβηκε στο παντελόνι και το ξεκούμπωσε. Μετά σήκωσε το μπλουζάκι της κούκλας και τα βυζιά της χύθηκαν έξω, έμοιαζαν με σοκολατένιο ζελέ. Το πέος του Λάκη σκλήρυνε. Σήκωσε τη φούστα γυρεύοντας τη σχισμή της. Ήταν υγρή και στενή. «Μπράβο τεχνολογία…» ψιθύρισε. Καύλωσε περισσότερο. Ξεσπούσε επάνω της τη σεξουαλική στέρηση ολόκληρων χρόνων, μια στέρηση που εάν δεν ανακουφιζόταν ίσως και να του στερούσε τα λογικά.  Παραμιλούσε στη γλώσσα της ηδονής, ξόρκιζε φαντάσματα που τον απειλούσαν και, μέρα με τη μέρα, έπαιρναν σάρκα και οστά. Μετά πήρε τη Ραμόνα στο κρεβάτι του και αποκοιμήθηκε. Τώρα η κούκλα ούτε μιλούσε, ούτε κουνιόταν, μόνο έγειρε στο στήθος του. Πόσο τον καταλάβαινε!

Έκανε να βγει απ` το σπίτι μια ολόκληρη βδομάδα. Είχε ζητήσει άδεια απ` τη δουλειά και στους φίλους του είχε πει ότι ήταν άρρωστος. Όταν βγήκε απ` το σπίτι τελικά, δεν αποκάλυψε το μυστικό του σε κανέναν παρόλο που η αλλαγή στην όψη του ήταν φανερή. Παρά μόνο έλεγε σε όλους ότι σχεδίαζε ένα ταξίδι στο εξωτερικό (τρελαινόταν για ταξίδια) αποδίδοντας σε αυτό την ευθυμία του. Τώρα έγινε πιο κοινωνικός, η διάθεση του ανέβαινε σταθερά. Προσέγγιζε τις γυναίκες με άνεση και χωρίς άγχος. Ενσάρκωνε μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού του. Ώσπου κάποια στιγμή γνώρισε μια κοπέλα που του κίνησε το ενδιαφέρον. Η Μελίνα δεν ήταν πολύ όμορφη αλλά διέθετε νάζι και ο Λάκης ενέδωσε. Μετά από μερικά ποτά, το ίδιο κιόλας βράδυ που γνωρίστηκαν, κατέληξαν στο διαμέρισμα του μεσήλικα άντρα. Η Ραμόνα ήταν ξεχασμένη πάνω στο τραπέζι της κουζίνας με τα πόδια ανοιχτά. Έβαλε δυο ποτήρια με κρασί και κάθισε δίπλα στη Μελίνα, στον καναπέ. Ξαφνικά ένιωσε μια αναστάτωση όταν σκέφτηκε ότι θα πλάγιαζε με μια αληθινή γυναίκα μετά από πολλά χρόνια. Όμως, ήρθε γρήγορα στο νου του η γυμνή κούκλα στην κουζίνα και ηρέμησε: ότι κι αν γινόταν εκείνη θα ήταν πάντα εκεί για εκείνον. Τα ποτήρια με το κρασί άδειασαν και γέμισαν ξανά, η ατμόσφαιρα ζεστάθηκε, προσέγγιζε το σημείο βρασμού. Πέρασε το χέρι του στη μέση της Μελίνας και τη φίλησε. Η γυναίκα τον κοίταξε με ματιά φλογερή, λες και περίμενε το φιλί του για να του δείξει την ερωτική της πείνα. Την πήγε στην κρεβατοκάμαρα σηκωτή. Είχε κορμί ζουμερό, έπαιζε μαζί του, έδινε το ρυθμό και ο άλλος ακολουθούσε. Ίσα που πρόλαβε να αισθανθεί την κάψα ανάμεσα στα πόδια της και τότε η πόρτα του δωματίου άνοιξε. Ο Λάκης τραβήχτηκε σαστισμένος, η Μελίνα καλύφθηκε με το σεντόνι. Ήταν η Ραμόνα. Στεκόταν στο κατώφλι της πόρτας φορώντας ένα διάφανο νυχτικό. Ο άντρας βυθίστηκε στο κρεβάτι, είχε βουβαθεί. Η Μελίνα πέταξε το σεντόνι στο πλάι και σηκώθηκε για να ντυθεί. «Τουλάχιστον ας μου έλεγες να έρθω κάποια άλλη μέρα, γελοίε». Η Ραμόνα δεν αντιδρούσε, παρά μόνο παρατηρούσε. Σαν αληθινή. Όταν η Μελίνα διάβηκε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας με φόρα, τότε η κούκλα μετακινήθηκε για να περάσει. Ο γδούπος της εξώπορτας έκανε τον έκπληκτο άντρα να πεταχτεί στον αέρα. Βρήκε τη Ραμόνα στο σαλόνι. Πήρε ολόκληρο το μπουκάλι με το κρασί και κάθισε. Ρωτούσε, φώναζε, ωρυόταν αλλά η κούκλα δεν ανταποκρινόταν. Ήταν μια κούκλα! Είχε μεθύσει, τη γάμησε με το ζόρι, την ένιωθε ψυχρή και αφιλόξενη. Σαν αληθινή.

Μια μέρα μετά τη δουλειά γύρισε στο σπίτι παρέα με έναν καλό του φίλο, θα ήταν ο πρώτος ο οποίος θα μάθαινε για την κούκλα. Του εξήγησε, του μίλησε ανοιχτά, ήξερε ότι δεν θα τον παρεξηγούσε. Όμως, δεν του ανέφερε τίποτα για το αλλόκοτο περιστατικό στην κρεβατοκάμαρα, όταν είχε πλαγιάσει με την Μελίνα. Δεν ήθελε να περιπλέξει τα πράγματα. Κι αν αυτό είχε συμβεί μόνο στο μυαλό του; Κι να είχε τρελαθεί; Κι αν η Μελίνα τον είχε παρατήσει για κάποιον άσχετο λόγο; Ο φίλος του εντυπωσιάστηκε. Στην αρχή αστειεύτηκε λέγοντάς του ότι για να του κάτσει μια τέτοια γυναίκα στ` αλήθεια, θα έπρεπε να έχει πολλά λεφτά, μεγάλη φήμη και …πέος ακόμα μεγαλύτερο και πάλι παιζόταν. Έπιναν κρασί και συζητούσαν. Η Ραμόνα καθόταν στην πολυθρόνα. Κάθε φορά που η ματιά των αντρών έπεφτε στην κούκλα, εκείνη έμοιαζε να έχει αλλάξει θέση. Αλλά κανένας από τους δυο δεν έλεγε τίποτα στον άλλο, μην τυχόν και παρεξηγηθεί. Το αλκοόλ και οι ολοένα πιο προκλητικές στάσεις της κούκλας πυρπόλησαν την ατμόσφαιρα. Ώσπου αφέθηκαν, λες κι είχαν απεκδυθεί τους εαυτούς τους προσωρινά κι είχαν γίνει οι πρωταγωνιστές σε κάποιο τολμηρό παραμύθι.

Όταν ξύπνησαν το επόμενο πρωί, η Ραμόνα καθόταν στην πολυθρόνα του σαλονιού, σαν να μην τους είχε ακολουθήσει ποτέ στην κρεβατοκάμαρα. Ο φίλος του Λάκη ντύθηκε και έφυγε. Φαινόταν αμήχανος αλλά και ικανοποιημένος. Δεν είχε όρεξη για κουβέντες. Μόνο λίγο πριν κλείσει την πόρτα γύρισε και του είπε: «Τελικά άξιζε τα λεφτά της». Ναι, αυτό είχε πει, το είχε ακούσει καλά.

Πέρασε ο καιρός και ο Λάκης γνώρισε την Μιρέλλα. Ήταν όμορφη και τον συγκινούσε το ενδιαφέρον της για εκείνον, αυτή δεν ήθελε να τη χάσει με τίποτα. Απέφευγε να την καλέσει στο διαμέρισμα του, δεν ήξερε τι μπορούσε να τους συμβεί με την Ραμόνα παρόλο που το τελευταίο διάστημα δεν …ζωντάνευε. Σκέφτηκε να την πετάξει, να την ξεφορτωθεί, δεν θα του χρησίμευε πια. Όμως, δεν βαστούσε η καρδιά του. Τον είχε μπάσει ξανά στο παιχνίδι του έρωτα, τον είχε βοηθήσει, με τον τρόπο της, να προσεγγίσει νέες κοπέλες, του είχε δώσει το χέρι της και τον τράβηξε απ` το βούρκο της αγαμίας. Και η αχαριστία δεν ήταν και το πιο σημαντικό του χαρακτηριστικό. Έτσι την κράτησε και όπου τον έβγαζε. «Μια άψυχη κούκλα είναι μόνο» μονολογούσε κάτι ατέλειωτα βράδια και πηγαινοερχόταν στο σαλόνι. Ώσπου κάποια στιγμή τον επισκέφτηκε στο σπίτι του η Μιρέλλα απροειδοποίητα. Την είδε απ` το ματάκι της εξώπορτας, χαμογελαστή και καλοντυμένη, να ανανεώνει στα γρήγορα το κραγιόν στα χείλη της. Και ξαφνικά κόλλησε το πρόσωπό της στο ματάκι και ο Λάκης αποτραβήχτηκε. Έχωσε τη Ραμόνα στην ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας και άνοιξε.  Τον ρώτησε εάν του αρέσουν οι εκπλήξεις και εκείνος απάντησε ότι δεν ενθουσιάζεται κιόλας,  με ευγένεια. Παρήγγειλαν φαγητό απ` έξω. Έτρωγαν και μιλούσαν για τα φοιτητικά τους χρόνια, τις αγαπημένες τους δραστηριότητες και προσπαθούσαν να βρουν τι τους συνέδεε και τι τους χώριζε, όπως όταν κάποιοι ενδιαφέρονται να συνάψουν μια ουσιαστική σχέση.  Όσο η ώρα περνούσε, η ματιά του λοξοδρομούσε προς την κρεβατοκάμαρα ολοένα και λιγότερο. Πίστεψε ότι δεν θα τον ενοχλούσε αυτή τη φορά. Με τη Μιρέλλα ερχόταν όλο και πιο κοντά, άρχισαν να αναδίδουν ένα μεθυστικό άρωμα οι ορμόνες τους. Και προτού  σμίξουν τα χείλη τους, εμφανίστηκε στο σαλόνι η Ραμόνα. Ημίγυμνη. Κι αυτό αρκούσε.

Τώρα ο Λάκης κλείστηκε στον εαυτό του, φλέρταρε με την μελαγχολία. Δίσταζε να γνωρίσει νέες κοπέλες, στους φίλους του φερόταν ψυχρά, ανοίχτηκε σε περισσότερους,  προσπάθησαν να τον βοηθήσουν αλλά δεν μπορούσαν, το πρόβλημά του ήταν πέρα απ` τα συνηθισμένα. Θα την κατέστρεφε, θα την κομμάτιαζε, θα την πετούσε στον κάδο απορριμμάτων μέσα σε μια μαύρη σακούλα. Μια κούκλα ήταν μόνο! Όμως κάθε φορά που πήγαινε να το επιχειρήσει, η κούκλα του αντιστεκόταν, τον ξελόγιαζε, τον έριχνε στο κρεβάτι. Σαν αληθινή. Μέχρι που εγκατέλειψε την προσπάθεια. Και είδε την αλήθεια: η Ραμόνα δεν ήταν ούτε κούκλα, ούτε άνθρωπος. Ήταν η γυναίκα της ζωής του.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly