frear

Ποιήματα – του Thilo Krause

Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης

Λάμποντας πάλι

Μια αποικία από παπαρούνες εγκαταστάθηκαν στην ταράτσα
ξετρύπωσαν απ΄τις ρωγμές και άνθισαν
ώσπου τις μάδησε η βροχή.
Κάτω από τα γυμνά μας πόδια
μπήκαν τα πέταλα παντού στο σπίτι –
στο κρεβάτι, πλάι στα έπιπλα και τα ντουλάπια
λες κι είχανε αυτά τα ίδια ανθίσει και κατόπιν μαραθεί.
Άνθινοι ύπεροι διασπαρμένοι·
μαύρα, επίμονα σπόρια, μικρά.

Τα σπρώξαμε ξανά στις ρωγμές
και τα αφήσαμε:
μαύροι ήλιοι, όμως ικανοί
πάλι ν΄αναδυθούν λάμποντας απ’ τη λήθη.

***

Ειδήσεις απ’ το σπίτι

Καμιά φορά τις νύχτες ανεβαίνω
ψηλά στη σκεπή
κάθομαι στα κεραμίδια
με τα πόδια απλωμένα στο λούκι
και κάτω
πέρα από τη θολή γραμμή των νυχιών μου
αναπνέει η πόλη
αναπνέουν οι τηλεοράσεις με γαλάζιες βαθιές εισπνοές.

Ζεστά απ΄τον ύπνο τα λεπτά σεντόνια
ανεβαίνουν, βουίζουν
σαν σμήνος περιστέρια στην άκρη της σκεπής.
Καμιά φορά κάθεται κάποιο πλάι μου
ψειρίζει τα φτερά και
ύστερα δίνει πάλι μια και βουτάει
στο κενό.

***

Ταπετσαρία

Μάθαινα, πόσα μάθαινα τα μεσημέρια στης γιαγιάς το κρεβάτι:
Οι κύκλοι δεν αρχίζουν από κάπου ούτε και
σταματούν πουθενά. Μπορείς να ταξιδεύεις
επάνω τους μια ώρα με τα μάτια,
μπορείς να τους γυρίζεις μία ώρα, ώσπου
οι κόρες των ματιών
να κυνηγάνε, λες, η μια την άλλη
όπως ο σκύλος του γείτονα που όλο κυνηγάει
την ουρά του.

Μάθαινα
εκείνη την μια ώρα
–δώδεκα με μία–
που η γιαγιά μ΄έβαζε στο κρεβάτι …

Κοιμήσου, έλεγε,
όμως δεν είχε ιδέα
από ταπετσαρίες και σκυλιά.

***

Ενδοχώρα

Στα δέντρα μένουν το χειμώνα
οι φωλιές.

Όταν αχνίζει η μέσα ζέστη
βλέπω ποιος είμαι.

Κοκάλινη του στήθους η φωλιά με μια καρδιά
που επωάζω. Πόσο καιρό;

Πολύ.

Στο στόμα σφίγγει η νύχτα τη σιωπή
πηγαίνοντάς την από τη μια φωλιά στην άλλη.

Ξεγλίστρησα απ΄της γλώσσας τα δόντια
δίπλωσα το κορμί, προσπάθησα να κοιμηθώ
κάτω από ένα απέραντο ουρανό.

Τα λόγια όμως που αγαπώ
λέγονται με φωνή ζητιάνου
μ΄εκείνου τη φωνή
που΄χει το χέρι τεντωμένο πάνω από τη φυλλοβόλα γη
και περιμένει.

***

Γραφή

Έστησα αυτί ν’ αφουγκραστώ την εξωτερική πλευρά της μέρας.
Έκλεισα τα μάτια και είδα.

Πάχνη και δρόμοι, κηλίδες ιριδίζουσες βενζίνης.
Ο κότσυφας τα έφερνε όλα κελαηδώντας πιο κοντά.

Τα ρόδα έβγαζαν τα κεφαλάκια απ΄το μαντεμένιο φράχτη –
Κοίταζαν, δεν χαιρετούσαν όμως.

Πρώτο αποκρίθηκε στο κάλεσμα μου
το χορτάρι.

Έσκυψα
και του χάιδεψα τα μαλλιά.

***

[Thilo Krause (Τίλο Κράουζε) γεννήθηκε το 1977 στη Δρέσδη. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα σε εφημερίδες και περιοδικά και μέχρι στιγμής έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Για το έργο του έχει τιμηθεί με το ελβετικό Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο (2012), το Βραβείο Κλέμενς Βρεντάνο (2106), καθώς και το Βραβείο Πέτερ Χούχελ (2019). Ζει και εργάζεται στη Ζυρίχη. 

Πρώτη δημοσίευση των μεταφράσεων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly