frear

Σχόλιο για την ποίηση του Γιώργου Καραντώνη – γράφει ο Σπύρος Θεριανός

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΕΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ

Η ποίηση βρίσκεται παντού
ακόμα και στα ποιήματα καμιά φορά.

Με αυτά τα λόγια που ανήκουν στον ίδιο, και τα οποία προτάσσει ως μότο στον πρώτο συγκεντρωτικό τόμο των ποιημάτων του, ο Γιώργος Καραντώνης μας εισάγει στο ποιητικό του σύμπαν. Γεννημένος στην Αθήνα το 1947, σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες ενώ δικηγορούσε από το 1972 ως το 1997. Η πρώτη «επίσημη» δημοσίευση κειμένου του ήταν το διήγημα «Περιπλάνηση» στην Επιθεώρηση Τέχνης (τ. 141, Σεπτέμβρης 1966). Στους δύο τόμους, με τον γενικό τίτλο Πεπραγμένα (2014), περιλαμβάνονται οι είκοσι ποιητικές συλλογές, που τύπωσε από το 1974 ως το 2014. Κάποιες συλλογές εκδόθηκαν αυτοτελώς, άλλες σε συλλογικές εκδόσεις ενώ δύο δημοσιεύονται για πρώτη φορά στον δεύτερο τόμο. Στα Προλεγόμενα του πρώτου τόμου, μας δίνει βασικά στοιχεία για την ποίησή του. Εκθέτει, συνοπτικά, τους τέσσερις άξονές της. Ο πρώτος άξονας είναι εξωστρεφής, ειρωνικός, σαρκαστικός και αυτοσαρκαστικός. Ο δεύτερος έχει κοινωνική και πολιτική διάσταση ενώ υιοθετεί και μια κριτική θεώρηση της ποιητικής λειτουργίας. Ο τρίτος άξονας είναι λυρικός, ερωτικός, μελαγχολικός ενώ ο τέταρτος άξονας είναι φυσιολατρικός, θαλασσινός, καλοκαιρινός. Ωστόσο, δεν λείπει, όπως επισημαίνει και ο ίδιος, από τα ποιήματά του η πόλη και η σκόνη των δρόμων. Όλοι αυτοί οι άξονες της ποιητικής του συμπλέκονται πολλές φορές στα ποιήματά του.

Οι ωραίες μέρες αρχίζουν πάντα με ωραίες νύχτες.
Αυτό δεν το είπαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι
το γράφει όμως ο κατάλογος του «Turf Bar»
οδός Σκουφά, κοντά στο Κολωνάκι.
Ήμουν εκεί χτες βράδυ με την Ελένη
μ’ αρέσουν, λέει, τα δάχτυλά σου, τα μάτια σου, τα μαλλιά σου,
ο τρόπος που μιλάς, το ύφος σου
αλλά…
μα πάντοτε υπάρχει κάποιο «αλλά» Ελένη
υπάρχει το αλλά, υπάρχει ο άλλος, υπάρχει και το αλάτι
για να νοστιμεύουμε τα φαγητά.
Αντιφατικέ ποιητή, ποιον κοροϊδεύεις τέλος πάντων;
Η ειρωνεία σου μια χάρτινη πανοπλία είναι.
Και μην αρχίσεις πάλι να μιλάς
για δειλινά, σοκάκια, γειτονιές
πάρκα, πλατείες και λεωφόρες
τα ξέρουμε αυτά, μας τα ‘χεις πει.
Λέξεις
άχρηστες λέξεις ποιητή.

(«Μια Κυριακή του Γιώργου Καραντώνη», Πυροτεχνήματα, 1974)

Σημαντικό μέρος της ποίησής του καταλαμβάνουν τα λογοπαίγνια. Αλλά και η οπτική ποίηση, ο λετρισμός, τα καλλιγραφήματα Ωστόσο, ο Γιώργος Καραντώνης δηλώνει πως όλα τούτα δεν είναι παρά παιχνίδια και μόνο ως παιχνίδια τα αντιμετώπιζε ακόμα κι όταν γέμιζε με αυτά ολόκληρες συλλογές, όπως η συλλογή Παράσιτα του 1990. Άλλο ένα στοιχείο παιχνιδιού είναι οι τίτλοι των βιβλίων του. Αρχίζουν από το γράμμα «π», είναι μονολεκτικοί, ουδέτερου γένους, σε πληθυντικό αριθμό και εμπεριέχουν πάντα το γράμμα «ρ»: Πυροτεχνήματα (1974), Προανακρούσματα (1978), Παρακείμενα (1981), Περιστατικά (1983), Πολύχρωμα (1990), Παράσιτα (1990), Πανοράματα (1991), Πρισματικά (1996), Προβλήματα-Πορίσματα (1997), Παράθυρα (1999), Παραδείγματα (2000), Παράφωνα (2001), Πιράνχας (2004), Παρόντα (2005), Περιγραφικά (2008), Πετράδια (2009), Πεφταστέρια (2011), Πολύτροπα (2014). Μια άλλη του αγάπη είναι τα χαϊκού ή τα χάι κάι, όπως προτιμά να τα αποκαλεί.

Βουβή σελήνη
στο βάθος της φωλιάζουν
τα περιστέρια.

*

Δειλό δειλινό
κρυφά αναπνέουν
οι ήσυχοι δρόμοι.

*

Λάμπουν τα φώτα
μια γλώσσα πολύχρωμη
η πόλη μιλά.

(«Σπουδές», από τη συλλογή Περιστατικά, 1983)

Τα καλοκαιρινά και φυσιολατρικά ποιήματα κερδίζουν, με τα χρόνια, περισσότερο χώρο στα βιβλία του, με αποκορύφωμα τη συλλογή Πρισματικά (1996), η οποία αποτελείται εξ ολοκλήρου από τέτοιου είδους ποιήματα.

Η θάλασσα διαμελισμένη
από τα πεύκα
γαλάζιο πράσινο, γαλάζιο πράσινο, γαλάζιο πράσινο
και μια πινελιά λευκή στο βάθος
ένα καΐκι.
Και τα τζιτζίκια ακούραστα μετρούν το μεσημέρι.

(«Οι δρόμοι του μεσημεριού», ΙΙΙ)

Στο ίδιο «κλίμα», από τη συλλογή Παράφωνα (2001), παραθέτουμε το πρώτο και το τρίτο μέρος του ποιήματος «Mater Natura»:

Ι

Έχω χάσει το όνομά σου
ανάμεσα σε τόσα καλοκαίρια, σε τόσα ποιήματα
πλημμυρισμένα από λέξεις εκτυφλωτικές
φλόγες της μέρας μακρινές
έχω χάσει το όνομά σου
στις καφτερές, κοφτερές ώρες των μεσημεριών
σε φωτεινά νησιά, σε τόπους που βουλιάζουν από το πολύ φως
στα αειπάρθενα απόρθητα νερά
έχω χάσει το όνομά σου
ανάμεσα σε τόσα ονόματα, πετρώματα του χρόνου και του έρωτα
μέσα σ’ αυτή την έφηβη γραφή που ξαναενώνει το τοπίο
που ξανανιώνει το τοπίο
ήλιος και θάλασσα και γη
το πεπρωμένο του καιρού, η λύση στο αίνιγμά σου.

ΙΙΙ

Ποια θάλασσα αναθυμάται τους θερινούς οργασμούς της
και ποια στεριά τη διαπερνά ερωτικά
ποια μνήμη ανυπόμονη σε σχηματίζει ξανά και ξανά
και ποιοι χυμοί από ανοιγμένα καλοκαίρια
ξεδιψάνε τα ηλιοκαμένα ποιήματα
ποιες λέξεις σε δημιουργούν σιγά σιγά
και δημιουργούν το δημιουργό τους;

Τα πεζά ποιήματα είναι ένα άλλο σημαντικό κομμάτι του έργου του. Πολλές φορές, μάλιστα, είναι το πεδίο στο οποίο επιδίδεται σε λογοπαίγνια και σάτιρα:

ΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

Μη ρίχνετε λάσπη στη φωτιά ούτε λάδι στη φωλιά, συμβουλεύουν οι γιατροί χωρίς τσίνορα όσους έχουν αγέρωχο ήθος σε κάθε ανήθικη πρόφαση και ύστερα διαλαλούν ψιθυριστά, έχοντας ιδίαν πυράν και κάνοντας χρηστές δουλειές: «Χρυσός ανέστη!». Αυτό αποτελεί το άκρον άωρον της εκκεντρικής αγοράς κι ας λέει ο άρτιος αφιχθείς Πόντιος πιλότος πως είναι μια πύρρειος δίκη. «Χάρον, χάρον, στράβωσον αυτόν!», αναφωνούν οι απέλπιδες ευέλπιδες στο πεδίο διαβολής και τον οδηγούν σ’ ένα αξιοθέατρο ΙΚΑ ανοχής με πόρνες εισόδου για σκηνές ηπείρου κάλλους, για τα περαιτέρω. Ο καυγάς για το ξάπλωμα. Παράς ευαγγέλια λοιπόν, να φαν κι οι κοκότες και το χρήμα στο λαιμό τους. Δεν υπάρχει καπνιστής χωρίς φωτιά! Το καλό να διαλέγεται!

Στο σύνολο της ποιητικής παραγωγής του Γιώργου Καραντώνη, ο αναγνώστης θα συναντήσει ποιήματα γραμμένα στο ύφος και την τεχνική αρκετών κινημάτων και τάσεων, που εμφανίστηκαν στον 20ο αιώνα. Σουρεαλιστικά δείγματα γραφής, αλλά και λετριστικές απόπειρες, δηλαδή, ποιήματα γραμμένα με μη συμβατικές λέξεις, που θυμίζουν το ποίημα Βάο Γάο Δάο του Ν. Λαπαθιώτη (αν και το συγκεκριμένο ποίημα, γραμμένο το 1938, προηγείται χρονολογικά του Λετρισμού):

Λάρι μηχάβορ πούποτε
Ούκουκαραμιλόσι
Σόρα μη φέρι κούροκε
Ούτσα λαβιροπιρόσι.

Σούκου νι πέρε κρίτονε
άρι λαχά μη κλώτσι
νάσι τιμπέλο χίμαρε
χούσι μι κόνε φότσι.

Νάρι του κούμο ρίβοτε
σάρι ναχά φασούσι
νι κέρε μήπο ρούποτε
σίρε καλί ριγκούσι!

Τα «Α-ϊδια;» είναι ένα παιχνίδι αναστροφών σε ένα πρωταρχικό δίστιχο που αποτελεί τη μήτρα. Έτσι, το δίστιχο

Με θέα τη θάλασσα συνέχεια σε σκέφτομαι.
Ένα άυλο ποίημα που διαρκώς ξαναγράφω είσαι.

παρατίθεται άλλες 95 φορές, με τη συντακτική θέση των λέξεων να αλλάζει σε όλες τις δυνατές μορφές. Παραθέτω τις τέσσερις μορφές, που ακολουθούν την πρώτη:

2

Με θέα τη θάλασσα συνέχεια σε σκέφτομαι.
Ένα ποίημα άυλο που διαρκώς ξαναγράφω είσαι.

3

Με θέα τη θάλασσα συνέχεια σε σκέφτομαι.
Ένα άυλο ποίημα που ξαναγράφω διαρκώς είσαι.

4

Με θέα τη θάλασσα συνέχεια σε σκέφτομαι.
Ένα ποίημα άυλο που ξαναγράφω διαρκώς είσαι.

5

Με θέα τη θάλασσα συνέχεια σε σκέφτομαι.
Είσαι ένα άυλο ποίημα που διαρκώς ξαναγράφω.

(από τη συλλογή Παράφωνα, 2001)

Πολυγραφότατος ο Γιώργος Καραντώνης, μας λέει πως δεν μπορεί να κάνει αλλιώς:

Εγώ τελικά
συντηρούμαι με λέξεις
με καταναλώσιμα ποιήματα
για όλες τις εποχές

(«Λεωφόρος Γιώργου Καραντώνη», ΧΙΙ)

θυμίζοντας το εξομολογητικό ποίημα ενός άλλου πολυγραφότατου και φίλου του ποιητή, του Κώστα Ριτσώνη, ο οποίος έγραφε στη συλλογή Φωτισμένο εργοστάσιο (1996):

Πολλά στιχογραφήματα
κατάφερα να γράψω
και να τα πλασάρω για ποιήματα

κι έτσι κοροϊδεύω
απ’ την μια την ποίηση
κι απ’ την άλλη την μοναξιά μου

Τα παιχνίδια, βέβαια, κάποια στιγμή τελειώνουν (για να ξαναρχίσουν) και τη θέση τους παίρνουν η μελαγχολία και ο απολογισμός, έστω και μέσα από το προσωπείο του Τομ Φιν, ενός φανταστικού προσώπου, δημιούργημα του Καραντώνη, από τον συνδυασμό των μυθιστορηματικών ηρώων Τομ Σόγιερ και Χοκ Φιν του Αμερικανού συγγραφέα Μαρκ Τουέιν:

Μεγάλωσα πια, μεγάλωσα
γκρίζος γίγαντας που κρύβω μέσα μου
ένα παιδί που θέλει να πετάξει
αυτό το παιδί που πάντα ήμουνα, είμαι και θα είμαι
με τις ζαβολιές, τις αταξίες και τα πειράγματά του
προσπαθώ να συνταιριάξω τα δυο μέρη μου
ένα βιβλίο γραμμένο για παιδιά που το αγαπάνε οι μεγάλοι
κι ένα βιβλίο γραμμένο για μεγάλους που το διαβάζουν τα παιδιά
σκοντάφτω διαρκώς στις σκιές του παρελθόντος μου
και στις λακκούβες του παρόντος μου
μοναχικός πολίτης τρέχω να κρυφτώ μες στο πολύχρωμο πλήθος
τα δυο μισά του φεγγαριού δεν κάνουν
παρά μια πανσέληνο αιχμάλωτη σ’ ένα δωμάτιο
να φωτίζει τις αγάπες που ήρθαν και που έφυγαν
να δίνει το δικό μου νόημα, το περιεχόμενο που εγώ επιθυμώ
στις λέξεις «έρωτας», «θάνατος», «ζωή», τρέλα», «παιχνίδι», «περιπέτεια»
κάτω από έναν πετροπόλεμο αδιάκοπο ιδεών και εικόνων
βρίσκω και χάνω συνεχώς το θησαυρό που πάντα αναζητούσα
το θησαυρό που είναι το ένα μισό του δισυπόστατου εαυτού μου.

(«Τομ Φιν – Ένας απολογισμός»)

Χρησιμοποιώντας στίχους από το έργο του, θα μπορούσαμε να περιγράψουμε το σύνολο της ποιητικής παραγωγής του Γιώργου Καραντώνη, που απλώνεται σε εννιακόσιες περίπου σελίδες, ως

μια μέθοδος ποιητικής άνευ διδασκάλου
περιέχει ποιητικές ασκήσεις
που θυμίζουν διαφορετικές εποχές
εποχές εξαντλημένες σαν τις αλλοτινές υποσχέσεις
έχει διάφορες γραφές
πρόσκαιρες αναλαμπές που σβήνουνε τη νύχτα
ποιητικά γυμνάσματα για να περάσεις ή για να κοπείς
γυμνάσματα για να χαθείς μαζί τους.

(«Λεωφόρος Γιώργου Καραντώνη» ΧΙ)

Το ποιητικό έργο του Γιώργου Καραντώνη κινείται ανάμεσα σε δύο πρακτικές θεωρήσεις της γλώσσας και του ποιητικού λόγου. Η μία, αντιμετωπίζει τον ποιητικό λόγο ως ικανό να κομίζει αξίες και όψεις της πραγματικότητας. Η άλλη, με τα λογοπαίγνιά του και τους «παραλογισμούς» του, εκθέτουν τον ποιητικό λόγο ως αποτυχία, μέσω της διολίσθησης από αυτό που θέλει να κατονομάσει ο ποιητής, σε αυτό που δεν έχει πια να πει και σε αυτό που μόνο λέει. Τη στιγμή, όμως, που στα συγκεκριμένα ποιήματα και πεζά του η γλώσσα φαίνεται να αποτυγχάνει, την ίδια στιγμή αποκαλύπτει.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly