frear

Η απουσία των ζώντων – του Ξενοφώντα Ε. Μαυραγάνη

Χρόνια είχε να βγει από το σπίτι του Μεγάλη Παρασκευή. Κουράστηκε πια να παραβρίσκεται για πολλοστή φορά στην κηδεία του Χριστού και πιο πολύ είχε απαυδήσει ν’ ακούει τους ιεροκήρυκες ρασοφόρους και μη, να αραδιάζουν λέξεις στη σειρά, χωρίς ειρμό, ουσία και νόημα, μη μπορώντας να εξηγήσουν στους κεχηνότες πιστούς για ποιο λόγο έπρεπε να πάθει τόσα και τόσα ο γιος του Θεού, επιδιώκοντας να σώσει το ανθρώπινο γένος από την αμαρτία. Γιατί, πού λέει ο λόγος, να σώσει τον Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιο, ώστε να μπορεί κάθε λίγο να αφοδεύει, στον λόγο και στην πράξη της Αγάπης. Η ουσία και η πεμπτουσία της οποίας, δεν ήταν καθόλου σαφής και ξεκαθαρισμένη έννοια στο μυαλό του.

Έμενε στο σπίτι του διαβάζοντας ή ακούγοντας αγαπημένα κομμάτια μουσικής, χωρίς να εξαιρεί τις υπέροχες συνθέσεις ποιητικές και μουσικές, τις αφιερωμένες στα πάθη του Χριστού ή αγναντεύοντας τη θάλασσα, που πάντα τύχαινε αυτές τις μέρες να περνά τις πιο γαλήνιες ώρες της, χαϊδεύοντας με το βλέμμα τα φυντάνια του κήπου του, που σε λίγες μέρες θα γέμιζαν το τραπέζι του λαχταριστούς καρπούς, περιμένοντας να έρθει η ώρα του μεσημεριού, για να φάει με τη γυναίκα του το εξαιρετικά λιτό γεύμα της Μεγάλης Παρασκευής. Αυτός δεν είχε κανένα λόγο να νηστέψει, ούτε θρησκευτικό ούτε αποτοξίνωσης, όπως προσπαθούσαν κάποιοι φίλοι του να τον πείσουν, αλλά όπως του έλεγε και η σύντροφος της ζωής του, δεν θα τον πείραζε και μια μέρα τον χρόνο να φάει μόνο φακές ή φασολάδα με ελιές και σαλάτα, συνήθως χόρτα άγρια με μπόλικο λαδολέμονο.

Άλλωστε, πέρασαν οι καιροί της νιότης που με τους φίλους και συντρόφους του, έτρωγαν επιδεικτικά και προκλητικά μπριζόλες ή σουβλάκια, θέλοντας να αμφισβητήσουν τις βεβαιότητες των πιστών Χριστιανών ή που σχεδόν ανάγκαζαν τις ερωτικές συντρόφους τους να κατασπαραχθούν ερωτικά την ημέρα εκείνη, γιατί έτσι. Γιατί οι άλλοι παινεύονταν πως νήστευαν κι από το σεξ. Νέα παλληκάρια και κοπελιές των είκοσι και τριάντα χρόνων.

Αποφάσισε εκείνη την ημέρα να επαναλάβει την επίσκεψη των επιταφίων των παιδικών του χρόνων. Ακολουθώντας την ίδια ακριβώς πορεία, με μόνη τη διαφορά πως τώρα θα τον πήγαινε το αυτοκίνητό του, αντί των άλλοτε νεαρών και στιβαρών ποδιών του.

Ξεκίνησε νωρίς, για να του φτάσει η ώρα, αρχίζοντας από την πιο φτωχή εκκλησιά της πιο μικρής ενορίας της γενέθλιας πόλης του.

Άφησε το αυτοκίνητο στα τριακόσια μέτρα και πήρε ν’ ανηφορίζει, συνοδευόμενος από τα συνεχή καμπανίσματα που αργά έδιναν τον θλιμμένο τόνο της ημέρας, σε τρεις διαφορετικούς ήχους που επαναλαμβάνονταν ρυθμικά. Όμως μια αίσθηση διαφορετικότητας ίσως και ποιότητας, όσο πλησίαζε την πηγή των ήχων, τον διακατείχε, πράγμα που απέδωσε στα πολλά χρόνια που τον χώριζαν απ’ την τελευταία φορά που έζησε αυτήν την τελετουργία.

Φτάνοντας πιο κοντά στη μικρή κομψή βασιλική, στέγη πολλών δεκαετιών του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, η ματιά του σκαρφάλωσε στο καμπαναριό, που κάλυπτε σαν τεράστιο στέμμα την πύλη του ολάνθιστου περιβόλου, άνοιξη πια στις δόξες της, αφού ο Απρίλιος μετρούσε τις τελευταίες μέρες του. Μπουκαμβίλιες στο χρώμα του αίματος, άνθη λεμονιάς, νερατζιάς και πορτοκαλιάς, που κάλυπταν τον χώρο με το σύμμεικτο άρωμά τους, κρίνοι λευκοί και κόκκινοι, κυριαρχούσαν.

Οι πένθιμοι ήχοι δεν τον άφηναν να πάρει ανάσα, όμως οι τέσσερις καμπάνες και το μικρό γλωσσίδι, το σήμαντρο δηλαδή, φερμένες απ’ το Μόσκοβο, του φαίνονταν ακίνητες. Παρ’ όλο που ο ήχος τους κάλυπτε όλη την περιοχή.

Κι ούτε παιδιά είδε ακροβολισμένα στις τέσσερις γωνιές του καμπαναριού, μικρή ταράτσα για παιχνίδια, όπου ο καθένας μπορούσε να φαντασθεί τον εαυτό του στρατηγό που σχεδιάζει τη μάχη ή καπετάνιο που κουμαντάρει το καράβι του, ακόμα και κοντράμπατζη που με επιδέξιους ελιγμούς αποφεύγει τα καρακόλια της εξουσίας.

Carol Sloan

Στα νιάτα του, τα μικρά του νιάτα, το χτύπημα της καμπάνας της Μεγάλης Παρασκευής ήταν μεγάλο προνόμιο που λίγοι το κατακτούσαν. Τα δυνατά μπράτσα ήταν το πρώτο απαραίτητο προσόν, η αντίληψη και κατάκτηση του ρυθμού ήτανε το άλλο. Τέσσερις ήταν οι κωδωνοκρούστες. Άρχιζε η μεγάλη βαριά καμπάνα και μόλις έσβηνε ο ήχος της δυο αλλεπάλληλα χτυπήματα των λιγότερο ισχυρών καμπανών, που κατείχαν τα δευτερεία ακολουθούσαν και μετά μια η μικρότερη καμπάνα και το γλωσσίδι ή σήμαντρο εναλλάξ έδιναν τον τόνο του πένθους και της οδύνης. Κι ήταν αυστηρές οι εντολές του παπά. Δε θα ακολουθεί το επόμενο χτύπημα αν δεν σβήνει το προηγούμενο. Εντολές που έπρεπε να τηρούνται κατά γράμμα. Γιατί το άλλο προσόν της ανάληψης υπηρεσίας στο καμπαναριό, ήταν η γνωριμία με τον παπά ή τουλάχιστον η καλή σχέση μαζί του.

Τουλάχιστον τρεις ήταν οι βάρδιες της κωδωνοκρουσίας. Που άρχιζαν απ’ τις δώδεκα το μεσημέρι και τέλειωναν στις εφτάμιση το βράδυ, με το που έβαζε το «ευλογητός» ο παπάς, για την ακολουθία του Επιταφίου. Κι όλο το απόγευμα είτε η παπαδιά, είτε κάποια γειτόνισσα φρόντιζε να τους στέλνει σύκα ξερά και σταφίδες και καρύδια και κανένα σταφιδόψωμο ή χαλβά, «να μη καθούντι τα μουρά ξηρά», όλα χωρίς λάδι εννοείται, αφού δεν μπορούσε ο Χριστός να οδηγείται στο μνήμα κι αυτοί να ευωχούνται.

Παιδιά δεν είδε στο καμπαναριό, τα σχοινιά και τα γλωσσίδια των καμπανών ήταν ακίνητα κι όμως οι ήχοι της καμπάνας κατακυρίευαν τους αιθέρες.

Προχώρησε στην είσοδο της εκκλησιάς. Πήγε ν’ ανάψει κερί κι ας είχε κόψει τις συνήθειες αυτές, χρόνια τώρα.

Ο Επιτάφιος στολισμένος πολύχρωμος δροσερός, έστεκε στη μέση στο κέντρο ακριβώς του μεσαίου κλίτους.

Από την πίσω πλευρά του αναδύονταν όλη η απόγνωση της χαροκαμένης μάνας που χάνει το βλαστάρι της. Γυναικείες κουρασμένες φωνές ιστορούσαν το «Μοιρολόγι της Παναγιάς». Κάτι ανάμεσα σε τραγούδι και ψαλμωδία.

«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται».

Προχώρησε για να δει τις κλαίουσες, αλλά και οι δυο σειρές των στασιδιών, ένθεν και ένθεν του Επιταφίου, ήταν άδειες. Μόνο μικρές μαύρες ταμπελίτσες σε καθένα απ’ αυτά, με ονόματα γραμμένα με λευκή μπογιά. Βενετία, Μαργιόλα, Χιονία, Κατερίνα, Σαπφώ, Πελαγία, Αμερισούδα, Βλουτίνα, Παλογού, Πηνελόπη, Ευρυδίκη, Ασπασία, Γιασεμή. Όλες απούσες εδώ και καιρό. Φωνές εξαίσιες, που ανάβλυζαν τον δικό τους βαθύ και αγιάτρευτο πόνο. Άντρες, γιοι και κόρες. Μάνες και πατεράδες σίγουρα, πέρασαν απ’ αυτό το σημείο ξαπλωμένοι, ακίνητοι κι αμίλητοι, δεχόμενοι χωρίς να τον νοιώθουν τον «Τελευταίο ασπασμό».

Τις θυμήθηκε όλες. Με τις μαύρες μαντήλες τους, ομπόλιες που έλεγε ο Βάρναλης, κατεβασμένες ως τα φρύδια και δεμένες στο λαιμό να μην αφήνουν στα βέβηλα μάτια, ούτε ίχνος λευκού δέρματος, σκυμμένες ως το δάπεδο ν’ αφήνουν τη θλίψη τους να βγαίνει μεσ’ απ’ τα λόγια της Παναγίας.

Κάθισε σ’ ένα άδειο στασίδι, απ’ τη μεριά των ανδρών. Τώρα πια ούτε αυτά υπάρχουν. Κάθονται όλοι όπως νάναι, χωρίς τάξη. Με κλειστά τα μάτια παρακολούθησε όλη την ακολουθία. Σαν τότε που δεν έβρισκες γωνιά ν’ ακουμπήσεις το σώμα σου.

Ένας νεαρός σχετικά καντηλαναύτης, με το σώμα του τυλιγμένο σ’ ένα παμπάλαιο τριμμένο και βρώμικο ράσο, σχεδόν κουρέλι, έκοβε βόλτες απάνω κάτω, μη έχοντας, ίσως και μη ξέροντας, τίποτα να κάνει. Ούτε κεριά να σβήσει, αφού τα μανουάλια ήταν άδεια, ούτε καντήλια ν’ ανάψει αφού άναβαν με το γύρισμα ενός κουμπιού.

-«Πότε θ’ αρχίσει η ακολουθία;», ρώτησε.

-«Άμα έρθει ο παπάς. Τον περιμένουμε».

Τώρα θυμήθηκε. Ο παπάς ερχόταν απ’ την μεγάλη πόλη. Όταν έβρισκε μέσον. Λεωφορείο, ταξί, ιδιωτικό. Κι αν έβρισκε.

Αυτό τον «περιμένουμε» τον παραξένεψε, ίσως και τον μπέρδεψε λίγο.

Ο καντηλανάφτης κι αυτός αποτελούσαν αυτή τη στιγμή το πλήρωμα της εκκλησίας. Ίσως και το πλήρωμα της γειτονιάς και της μικρής τους πόλης.

Και μπορεί να περίμεναν, άγνωστο πόσο ακόμα.

Ωστόσο οι καμπάνες του, χωρίς παιδιά καμπαναριού και το «μοιρολόγι της Παναγιάς», χωρίς γριές μοιρολογίστρες θα εξακολουθούσαν ν’ ακούγονται μέσα του.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Wayne J. Jacques. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly