frear

Για το βιβλίο της Χαράς Νικολακοπούλου «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος» ‒ γράφει η Λίλια Τσούβα

Η καρδιά της αγκινάρας

Ένα καινοτόμο και αξιανάγνωστο βιβλίο μας χαρίζει η συγγραφέας Χαρά Νικολακοπούλου με τη νέα της σειρά διηγημάτων Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Θράκα. Πρόκειται για 22 διηγήματα σε δύο ενότητες. Η πρώτη ενότητα παρουσιάζεται άτιτλη και περιέχει εκτενέστερα αφηγήματα, ενώ η δεύτερη – με τίτλο «Μικρές περιπλανήσεις» – αφορά σύντομες ιστορίες μπονζάι.

Βραβευμένη κατά καιρούς για παραμύθια και διηγήματά της η Χαρά Νικολακοπούλου στην καινούργια της συλλογή διηγημάτων υιοθετεί το ύφος και τις τεχνοτροπίες της λεγόμενης «Σχολής της Θεσσαλονίκης» που εισήγαγε το μοντερνισμό στην Ελλάδα και κυρίως του βασικού εκπροσώπου της Χαλκιδιώτη συγγραφέα Γιάννη Σκαρίμπα. Επιδράσεις ωστόσο διακρίνουμε και από τον Άγγλο αισθητιστή συγγραφέα Όσκαρ Ουάιλντ και το βιβλίο του Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι, αλλά και από την τέχνη του κινηματογράφου. Στο ευρηματικό διήγημα «Η ωραία Μαριλένα και τα κοτόπουλα» ξαναζούμε σκηνές του ιταλικού κινηματογράφου με τη Μόνικα Μπελούτσι και την ταινία «Μαλένα», ενώ ηθογραφείται το ελληνικό χωριό και οι δυσκολίες μιας εξωσυζυγικής σχέσης σε κλειστό περιβάλλον.

Οι περισσότερες ιστορίες στο βιβλίο είναι ανατρεπτικές. Στόχος τους να ψέξουν το συντηρητισμό, τη θέση της γυναίκας, τη μικροαστική νοοτροπία. Εκφράζουν παράλληλα την πολυπλοκότητα της ζωής και του ανθρώπινου ψυχισμού, ενώ αποτυπώνουν το πνεύμα της σχετικότητας των πραγμάτων ή εκδηλώνουν προβληματισμό και αντίδραση στις νέες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και τη θέση του ανθρώπου στη σύγχρονη κοινωνία.

Όλα αυτά όμως γίνονται με τρόπο διασκεδαστικό, ευφάνταστο και απολαυστικό, με αφήγηση που κινείται ανάμεσα στη φάρσα και την παρωδία. Γι΄ αυτό και το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου είναι το χιούμορ. Ο αναγνώστης γελά αυθόρμητα και πηγαία, κι ας είναι κάποτε το χιούμορ αυτό μαύρο, πικρό, σκωπτικό.

Τα περισσότερα διηγήματα της συλλογής Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος δομούνται πάνω στην αντίθεση του οικείου και του αλλότριου. Κινούνται επίσης ανάμεσα στον ονειρικό κόσμο των παιδιών – που συνήθως απέχει από την πραγματικότητα- και τον κόσμο των μεγάλων. Το ονειρικό στοιχείο κυριαρχεί και στον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας δημιουργεί την υποβλητική ατμόσφαιρα των έργων της. Το όνειρο ωστόσο λειτουργεί και ως διαφυγή, ως αντίδραση στην τραγικότητα της μικροαστικής μοίρας και στη φθορά των ανθρώπινων σχέσεων.

Ξάφνου η μαμά ένιωσε ένα ανάλαφρο άγγιγμα στον ώμο της.

«Ποια είσαι πάλι εσύ;», ρώτησε τη νεραϊδούλα που στεκόταν πίσω της με το μαγικό της ραβδί να λαμποκοπάει γεμάτο αστερόσκονη.

«Εγώ είμαι η μάγισσα Φούξια», έκανε το ξωτικό.

Της μαμάς της φάνηκε απολύτως λογικό να συνομιλεί με μια νεράιδα σε ένα πολυκατάστημα παιχνιδιών.

«Εγώ είμαι η μαμά τού…»

«Δεν με νοιάζει ποιανού μαμά είσαι», τη διέκοψε η μάγισσα, «σε προσκαλώ στο σπιτικό μου για μια ζεστή σοκολάτα».

Το σπιτικό της ήταν για την ακρίβεια ένα πανέμορφο κάστρο με πολλά παράθυρα και μεγάλους καθρέφτες, κάτι σαν το κάστρο της Μπάρμπι στο πιο αληθινό του. Η Φούξια την οδήγησε στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της και της χάρισε ένα σωρό λαμπερές τουαλέτες από οργαντίνα, από ταφτά και από μετάξι που έλαμπαν πιο πολύ και από τ΄ αστέρια. Η μαμά τις δοκίμασε όλες κατενθουσιασμένη και ανακάλυψε πως ήταν μια κούκλα παρ΄ όλο που κανείς δεν της το είχε πει αυτό εδώ και καιρό («Χριστουγεννιάτικη σοκολάτα»).

Το στοιχείο του παραμυθιού παρεμβάλλεται έντονα στην αφήγηση προσδίδοντας φρεσκάδα και μια αίσθηση μαγικού ρεαλισμού στις ιστορίες. Οι κεντρικοί ήρωες εξάλλου δεν ολοκληρώνονται, όπως στα παραμύθια, οι συμβάσεις της αλληλουχίας του χρόνου καταλύονται, ενώ η οργάνωση του λόγου δεν υπακούει πάντα σε αιτιοκρατική πλοκή.

«Αφεθείτε, γοητευτική μου κυρία, στη μαγεία της στιγμής και ξεχάστε για λίγο το ξεσκονόπανο, είπε ο κόμης.

Μετά τον ρώτησε αν είχε σκοπό να τη δαγκώσει στον λαιμό με τις δοντάρες του.

Ο κόμης παραπονέθηκε ότι τα τελευταία εκατό χρόνια η μασέλα του ήταν σε κακά χάλια και τη διαβεβαίωσε ότι δεν σκόπευε να διακινδυνέψει τη φήμη του με μια αποτυχημένη δαγκωματιά. («Χριστουγεννιάτικη σοκολάτα»).

Η γραφή ακολουθεί νεωτερικές τεχνικές. Προβάλλεται συχνά το άλογο στοιχείο, ενώ κάποια κείμενα της συλλογής συγγενεύουν με τον υπερρεαλισμό, εφόσον αλλοιώνουν τη σχέση της αφήγησης με την αντικειμενικότητα ή διακρίνονται από αυτοαναφορικότητα (θεματοποιούν δηλαδή την ίδια τη διαδικασία της δημιουργίας). Παρατηρείται ωστόσο προβληματισμός και για την οικονομική κρίση, τον έρωτα – συνδυασμένο εξαιρετικά με τον πόλεμο – τους μετανάστες, τους ισοβίτες.

Η γλώσσα στα διηγήματα αποτυπώνει τις ιδιολέκτους των διαφόρων προσώπων. Ρέει αβίαστα και φυσικά, καθώς συγχωνεύονται αρμονικά λέξεις της αργκό με εκφράσεις των τοπικών διαλέκτων.

«Και τώρα τούτος ο μαύρος (μιλούσε προφανώς για τον απατημένο σύζυγο) δέρνεται και χτυπιέται και της παραγγέλνει πως θα πάρει τα όρη και τα βουνά και πως α δε ματαγυρίσει κοντά του μέχρι που να χειμωνιάσει – της δίνει διορία – θε να πέσει στο φαράγγι της Νέδας τότε που κατεβάζει τα πολλά νερά. Και αν δεν τον επάρει το ρέμα, καμιά πνευμονία θα την αρπάξει, όπως σε βλέπω και με βλέπεις, και θα τα κακαρώσει» («Η ωραία Μαριλένα και τα κοτόπουλα»).

Οι σκηνές περιγράφονται με ζωντάνια και παραστατικότητα. Συγκίνηση, υπαινικτικότητα και ευρηματικές ανατροπές χαρακτηρίζουν την αφήγηση. Η πραγματικότητα τέμνεται με το μύθο, ενώ ο λόγος εκφέρεται συχνά με ποιητικότητα, ομοιοτέλευτα και ρυθμό. Η πλοκή, γεμάτη σασπένς και με τάση παραδοξολογίας κληρονομημένη από τον Σκαρίμπα, καθιστά τα διηγήματα ιδιαίτερα. Οι ιστορίες ειρωνεύονται με τόσο σκαμπρόζικο τρόπο τις καταστάσεις και τα προβλήματα, ώστε ακόμη και όταν θεματοποιούν τη γραφή, εκφράζονται με τρόπο τέτοιο που να την υπονομεύουν.

Το βιβλίο της Χαράς Νικολακοπούλου Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος, συνδυάζοντας επιτυχημένα το ρεαλισμό με τη φαντασία, έρχεται να μας προβληματίσει με τρόπο απολαυστικό και ευχάριστο. Να μας θυμίσει πως «η ζωή μοιάζει με αγκινάρα. Έχει μια τρυφερή καρδιά στο βάθος και πάμπολλα αγκάθια τριγύρω της. Όσο πιο άμαθα είναι τα χέρια, τόσο το χειρότερο γι΄ αυτά». Αλλά και να μας τονίσει ότι είναι ευχάριστο όταν έχουμε δίπλα μας κάποιον άνθρωπο αξιόπιστο για να μοιραζόμαστε τις λιγοστές μπουκιές νοστιμάδας και τις γρατσουνιές που σε δύσκολους καιρούς δεν μπορούμε να αποφύγουμε («Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος»).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Έργο: Rafal Οlbinski. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly