frear

Μιχαήλ Μπαχτίν: Η διαλογικότητα και ο ρόλος του ιστορικού της λογοτεχνίας – γράφει ο Θοδωρής Μπόνης

Ο Mikhail Mikhailovich Bakhtin (1895-1975) συγκαταλέγεται στο λογοτεχνικό ρεύμα του ρωσικού φορμαλισμού, οι απαρχές του οποίου χρονολογούνται πριν από τη Ρωσική Επανάσταση και συνδέονται με δύο ομίλους που ασχολούνταν με τη μελέτη της ποιητικής γλώσσας: τον Γλωσσολογικό Κύκλο της Μόσχας και την Εταιρεία για τη Μελέτη της Ποιητικής Γλώσσας. Οι Φορμαλιστές επιχείρησαν να αναζητήσουν τα στοιχεία ενός λογοτεχνικού κειμένου που το καθιστούν λογοτεχνικό, συγκροτώντας μια «λογοτεχνική επιστήμη» μέσω της οποίας θα δικαιολογήσουν τη διάκριση ανάμεσα στη λογοτεχνική και την πρακτική γλώσσα [1]. Η κύρια διαφορά μεταξύ τους έγκειται στον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιούνται τα γλωσσικά φαινόμενα από τον ομιλητή. Με το βιβλίο του Η φορμαλιστική μέθοδος στις λογοτεχνικές μελέτες που γράφτηκε το 1928, ο Μπαχτίν τοποθετείται κριτικά απέναντι στους Φορμαλιστές. Εντοπίζει τη θετικιστική τους προσέγγιση στο ζήτημα της ποιητικής γλώσσας και ταυτόχρονα στη διάκριση μορφής-περιεχομένου από το υλικό, το οποίο ανάγεται σε μοναδικό παράγοντα αισθητικής ενός λογοτεχνικού κειμένου. Ο Μπαχτίν καταλήγει ότι η αισθητική έρευνα δεν πρέπει να περιορίζεται στην απομόνωση του γλωσσικού στοιχείου, άλλα να επιχειρεί ένα διάνοιγμα στην αλληλεπίδραση υλικού, μορφής και περιεχομένου [2].

Επικρίνει τους Φορμαλιστές για την αναγωγή της γλώσσας σε έναν κώδικα λησμονώντας ότι ο λόγος συνδέει δύο κοινωνικά καθορισμένα πρόσωπα και η σκέψη είναι διυποκειμενική. Ο καθορισμός του ανθρώπινου όντος ως αντικειμένου μετατρέπεται σε απόλυτη ελευθερία όταν το νόημα παράγεται, όχι από την αναπαράσταση του φυσικού κόσμου, αλλά από τη συνάντηση με τον Άλλον, μία συνάντηση που ξαναρχίζει αιωνίως. Η άσκηση της ελευθερίας, αφετέρου, συντελείται μέσω της ερμηνείας ως διαλόγου [3]. Σε αντίθεση με τον Γιάκομπσον που κάνει λόγο για επαφή μεταξύ του πομπού και του δέκτη, ο Μπαχτίν μιλά για διακείμενο, με την προϋπόθεση της ένταξης των κειμένων, ως συνόλων ατομικών εκφωνημάτων, στο ιστορικό, κοινωνικό και πολιτισμικό τους περιβάλλον. Η διακειμενικότητα συνιστά το σημείο αναφοράς ενός μυθιστορήματος αφού ο λόγος του άλλου εντός του τελευταίου εξαρτάται από την εποχή, την κοινωνική τάξη και την οικογένεια [4].

Για τους Φορμαλιστές η λογοτεχνία δεν θα πρέπει να προσεγγίζεται σαν ένα είδος μυθοπλαστικής ή φαντασιώδους γραφής, αλλά στον βαθμό που μετασχηματίζει την καθημερινή γλώσσα, ενώ η κριτική οφείλει να στραφεί από τον χώρο του μυστηριώδους προς τις μη αναγώγιμες δομές της γλώσσας. Το επιστημονικό πνεύμα των Φορμαλιστών προάγει την υλικότητα των κειμένων και την αυτονομία τους παρακάμπτοντας τους ψυχολογικούς, κοινωνικούς ή θρησκευτικούς παράγοντες που υφέρπουν στην πρόθεση του συγγραφέα. Ο Τέρι Ήγκλετον κάνει λόγο για φορμαλιστική «εφαρμογή της γλωσσολογίας στη μελέτη της λογοτεχνίας» που περιορίζει τη λειτουργία του περιεχομένου σε εργαλείο ανάλυσης της μορφής. Σύμφωνα με τον Ήγκλετον, οι Φορμαλιστές δεν απέκλειαν την επιρροή που ασκούσε το κοινωνικό και ιστορικό περιβάλλον στη διαμόρφωση των κανόνων λογοτεχνικότητας. Αυτό που αμφισβητούσαν ήταν ο διαχρονικός χαρακτήρας του «ανοίκειου» γλωσσικού αποσπάσματος, καθώς το ανοίκειο εξαρτάται από ένα «συγκεκριμένο κανονιστικό γλωσσικό φόντο» που είναι υποκείμενο σε ενδεχόμενες μεταβολές. Η λογοτεχνικότητα, συνεπώς, δεν αποδίδεται ως a priori ιδιότητα ενός κειμένου αλλά εμπεριέχεται χωροχρονικά στο δίκτυο των σχέσεων διαφοράς μεταξύ δύο ειδών λόγου [5].

Ο Μπαχτίν υποστηρίζει ότι το λογοτεχνικό κείμενο αποτελεί την αναπαράσταση ενός πραγματικού και συνάμα ατελή ιστορικού κόσμου που τον συνδημιουργούν και εγγράφονται σε αυτόν πραγματικοί άνθρωποι –συγγραφείς, ακροατές, αναγνώστες– ακόμα και αν ανήκουν σε διαφορετικούς χωρο-χρόνους. Η φύση και η λογοτεχνία δεν ταυτίζονται αλλά επιδέχονται αδιάκοπα η μία την επίδραση της άλλης. Η εξέταση της λογοτεχνίας, επομένως, δεν εξαντλείται στους δικούς της όρους αλλά γίνεται αναπόφευκτα κατανοητή μόνο μέσα στη δυναμική σχέση του πραγματικού με τον αναπαριστώμενο κόσμο [6]. Εντάσσει το λογοτεχνικό έργο στο λογοτεχνικό περιβάλλον μιας δεδομένης εποχής και κοινωνικής ομάδας, ως εξαρτημένο, άμεσα καθορισμένο και αναπόσπαστο τμήμα του. Τόσο το μεμονωμένο έργο όσο και το λογοτεχνικό του περιβάλλον εξαρτώνται από ένα ευρύτερο πεδίο που συγκροτεί το σύνολο των ιδεολογιών μιας συγκεκριμένης εποχής και κοινωνικής ομάδας, ενώ το τελευταίο, με τη σειρά του, καθορίζεται από κοινωνικούς και οικονομικούς νόμους. Η ιστορική μελέτη ενός λογοτεχνικού έργου θα πρέπει αναπόφευκτα να θεμελιώνεται στην πλήρη αλληλεπίδρασή του με τους υπόλοιπους τρεις αδιάσπαστους κρίκους-περιβάλλοντα του πραγματικού κόσμου στην ολότητά τους [7].

Ο Μπαχτίν απορρίπτει, συνεπώς, την παράλειψη του λογοτεχνικού και ιδεολογικού περιβάλλοντος και την απευθείας κατανόηση του έργου μέσω των κοινωνικο-οικονομικών παραγόντων ανάπτυξης. Πού έγκειται όμως ο ρόλος ενός ιστορικού της λογοτεχνίας; Ο Μπαχτίν υποστηρίζει πως οφείλει να μην απομονώνει το έργο από τις ιστορικές, πολιτικές, θρησκευτικές, οικονομικές, επιστημονικές και πολιτισμικές εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα σε μια συγκεκριμένη περίοδο και περιοχή. Αντίθετα, πρέπει να το μελετάει πάντα σε συνάρτηση με ευρύτερα πεδία της πραγματικής ζωής:

Το έργο λοιπόν του ιστορικού της λογοτεχνίας πρέπει να βρίσκεται σε σταθερή και αδιατάρακτη αλληλεπίδραση με την ιστορία άλλων ιδεολογιών, αλλά και με την κοινωνικοοικονομική ιστορία. [8]

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να τεθεί ευλόγως το ερώτημα σχετικά με το αν το λογοτεχνικό έργο διατηρεί την ατομικότητά του μέσα σε ένα σύστημα συνεχών διασυνδέσεων. Ο Μπαχτίν υποστηρίζει ότι το κοινωνικό αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τον προσδιορισμό και τη διατήρηση του ατομικού, καθώς αντανακλά όχι μόνο την επενέργεια που επιτυγχάνεται ανάμεσα στα επιμέρους κείμενα, αλλά και τις μεταξύ τους διαλεκτικές αντιθέσεις:

Όταν η λογοτεχνία μελετάται σε ζωντανή αλληλεπίδραση με άλλα πεδία και μέσα στη συγκεκριμένη ενότητα της κοινωνικοοικονομικής ζωής, δεν χάνει την ατομικότητά της. Στην πραγματικότητα, η ατομικότητα μπορεί να αποκαλυφθεί και να προσδιοριστεί πλήρως μόνο μέσα από αυτή τη διαδικασία αλληλεπίδρασης. [9]

Η κοινή γλώσσα που ομιλείται συνήθως σε μία κοινωνία μεταχειρίζεται από τον συγγραφέα σαν κοινή γνώμη που τη θεωρεί εξωτερικά, ενώ οι προθέσεις του αλληλεπιδρούν γλωσσικά μαζί της. Η σχέση τους αυτή γίνεται αντιληπτή ως «ρυθμική ταλάντευση», μία αδιάλειπτη κίνηση μεταβολής του βαθμού αποδοχής ή απόρριψης της τωρινής γλώσσας από το συγγραφικό υποκείμενο [10]. Για τον Μπαχτίν, τα μυθιστορήματα διέπονται αναπόδραστα από διακειμενικότητα, συνεχώς αναφερόμενα σε άλλα λογοτεχνικά έργα έξω από αυτά και στον πυρήνα της μορφής τους φέρουν το στίγμα της ετερότητας. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η ατομικότητα συνειδητοποιεί τον εαυτό της μόνο μέσα στην ετερότητα. Ο σχεσιακός εαυτός συγκροτείται στη διαλογικότητα –την αδιάκοπη παραγωγή νοήματος– ενώ το σύμπαν γίνεται αντιληπτό ως μια ατελείωτη σημείωση. Η διαλογικότητα έχει τη δική της λογική που πηγάζει από την a priori διαπίστωση πως τίποτα δεν είναι μέσα στον εαυτό του, αλλά η ύπαρξη προσδιορίζεται ως το γεγονός του συνείναι. Το χρέος του ιστορικού της λογοτεχνίας είναι να επιτρέψει αυτή τη διαρκή κίνηση συνεπαφής των αμοιβαίων διαφορών χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα κατάκτησης της απόλυτης γνώσης από ένα μεμονωμένο άτομο [11].

Ο Μπαχτίν επισημαίνει ότι η ιστορική μελέτη της λογοτεχνίας βρίσκεται σε μία σχέση διαρκούς αλληλεπίδρασης με την κοινωνική ποιητική μετασχηματίζοντας τη δομή της τελευταίας έτσι ώστε να αποφευχθεί η εγκαθίδρυση ενός ιδιότυπου δογματισμού που θα κρυσταλλώνει γεγονότα και ορισμούς (είδους και μορφής) αποσυνδέοντάς τα μεταξύ τους [12]. Ο Μπαχτίν διαβλέπει με αυτούς τους όρους τη στατικότητα των κειμένων και μέσω της διαλεκτικής μεθόδου επιχειρεί να δημιουργήσει ένα φιλικό πεδίο ανασύνθεσης εντός της ιστορίας της λογοτεχνίας. Κατά τούτο, η επιστημονική μελέτη της ιστορίας της λογοτεχνίας δεν μπορεί να οικοδομηθεί σε αυτό που προέτασσε ο Χέγκελ ως «το τέλος της Ιστορίας». Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η λογοτεχνία, μέσα στην ιστορικότητά της, δεν διέπεται από κανένα τέλος, αλλά από έναν διάλογο που πραγματοποιείται στο διηνεκές. Σε αντίθεση με τα διαλεκτικά συστήματα που αποσκοπούν σε κάποιο τέλος μιας ανάλυσης ή σύνθεσης, η λειτουργία της διαλογικότητας στη λογοτεχνία προϋποθέτει τη σκέψη μέσω μιας ριζικής ανομοιογένειας μιας φωνής συγκριτικά με μια άλλη, συμπεριλαμβανομένου και του συγγραφέα. Ο τελευταίος εξάλλου δεν βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με τους χαρακτήρες των έργων του, όπως συμβαίνει στα μυθιστορήματα των Ντοστογιέφσκι και Μπαλζάκ, καθώς δεν αποκτούν ταυτότητα συγγραφική, αλλά η πραγματικότητά τους είναι η ετερότητά τους [13].

Η απόφανση του Μπαχτίν περί του κοινωνικού χαρακτήρα της λογοτεχνίας απηχεί στη μαρξιστική σκέψη χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζεται μαζί της. Υποστηρίζει ότι το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον επιδρά σε κάθε πτυχή είτε της κοινωνικής είτε της ιδεολογικής ζωής και κατ’ επέκταση ότι η επενέργεια ενός λογοτεχνικού έργου σε ένα άλλο προσλαμβάνει κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά. Στην αλληλεπίδρασή τους διαφαίνεται η αντανάκλαση της βάσης αλλά ταυτόχρονα το κάθε επιμέρους έργο συνειδητοποιεί εντός της την ίδια του την ατομικότητα [14]. Παρόλα αυτά, ο Μπαχτίν δεν αποδέχεται τη βασική θέση της «χυδαίας» μαρξιστικής κριτικής ότι υφίσταται μία άμεση ντετερμινιστική σχέση μεταξύ της βάσης και του εποικοδομήματος μιας κοινωνίας, μέρος του οποίου αποτελεί η λογοτεχνία. Τονίζει, αντίθετα, τη διαμεσολάβηση τόσο του ιδεολογικού όσο και του λογοτεχνικού περιβάλλοντος ανάμεσα στο κείμενο και την κοινωνικο-οικονομική βάση, σε μία αιτιακή αλλά συνάμα αδιάσπαστη αλυσίδα διαρκούς αλληλεπίδρασης [15]. Οι μελλοντικές εξελίξεις των διαλόγων μεταβάλλουν ιστορικά τα παρελθοντικά νοήματα απεγκλωβίζοντάς τα από την εποχή που τα γέννησε και ανανεώνοντας τα με καινούργιες νοηματοδοτήσεις. Η μπαχτινική διαλογικότητα, εντούτοις, δεν περιορίζεται στις λογοτεχνικές πρακτικές, αλλά επεκτείνεται στο σύνολο της πραγματικής ζωής. Κάθε τι που βρίσκεται έξω από ένα υπο-κείμενο προσφέρεται για διάλογο. Από τα παραπάνω απορρέει και το γεγονός ότι δεν πρόκειται για έναν μαρξιστή φιλόσοφο διότι στο πεδίο της διαλογικότητας που προτείνει ο Μπαχτίν είναι εφικτή η συνύπαρξη ακόμα και εκ διαμέτρου αντίθετων πολιτισμικών θεωριών [16].

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. K. M. Newton, Η λογοτεχνική θεωρία του 20ού αιώνα, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2014, σ. 1.

2. Τσβετάν Τοντόροφ, Κριτική της Κριτικής: Ένα μυθιστόρημα μαθητείας, Αθήνα, Πόλις, 2006, σ. 118.

3. Ό.π., σ. 133-141.

4. Jean-Yves Tadié, Η Κριτική της Λογοτεχνίας τον Εικοστό Αιώνα, μτφ. Ι. Ν. Βασιλαράκης, Αθήνα, τυπωθήτω, 2001, σ. 374-375.

5. Τέρι Ήγκλετον, Εισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας, Αθήνα, Οδυσσέας, 1996, σ. 23-27.

6. Jeremy Hawthorn, Ξεκλειδώνοντας το κείμενο: Μια εισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1993, σ. 16-17.

7. K. M. Newton, Η λογοτεχνική θεωρία του 20ού αιώνα, ό.π., σ. 17-18.

8. Ό.π., σ. 19.

9. Ό.π.

10. Μιχαήλ Μπαχτίν, Προβλήματα λογοτεχνίας και αισθητικής, μτφ. Γιώργος Σπανός, Αθήνα, Πλέθρον, 1980, σ. 159.

11. Michael Holquist, Dialogism: Bakhtin and his world, Λονδίνο, Routledge, 1990, σ. 41.

12. K. M. Newton, Η λογοτεχνική θεωρία του 20ού αιώνα, ό.π., σ. 22-23.

13. Mathew Roberts, «Dialogue and Dialogism» στο Gary Saul Morson and Caryl Emerson, Rethinking Bakhtin: Extensions and Challenges, Έβανστον, Northwestern University Press, 1989, σ. 109.

14. K. M. Newton, Η λογοτεχνική θεωρία του 20ού αιώνα, ό.π., σ. 20.

15. Ό.π., σ. 273.

16. Χρυσή Καρατσινίδου, Η αναγέννηση του νοήματος: Ο Μιχαήλ Μπαχτίν και η σύγχρονη πολιτισμική ιδεολογία, Αθήνα, Ίνδικτος, 2005, σ. 73-77.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly