frear

Για το βιβλίο του Δημήτρη Περοδασκαλάκη «Η Σφίγγα έστειλε email» – γράφει ο Αντώνης Καρτσάκης

Καλό προσωπείο σε δύσκολους καιρούς ο μύθος

Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Η Σφίγγα έστειλε email, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2018.

Οπλισμένος με τη γερή αρματωσιά της κλασικής παιδείας του ο Δημήτρης Περοδασκαλάκης συνεχίζει στην πέμπτη κατά σειρά ποιητική συλλογή του να ερευνά το μυστήριο της ύπαρξης. να αναζητά απαντήσεις στα προαιώνια προβλήματα του ανθρώπου, να ανατρέχει στην αστείρευτη πηγή της παράδοσης, επιζητώντας τη βοήθεια των προγόνων για «να φτιάξει το δικό του ξύλινο άλογο» και να κερδίσει «τη δική του Τροία» [1].

Στα είκοσι πέντε ποιήματα της συλλογής αυτής, που φέρει τον καινοφανή τίτλο Η Σφίγγα έστειλε email, ο Περοδασκαλάκης ισορροπεί σταθερά πάνω στο νήμα του μύθου. Βυθίζεται στο μύθο και αναδύεται ανάγοντας μεγάλες ουσίες. Σε μια εποχή κατά την οποία «οι Δελφοί καταργήθηκαν», έχει σβηστεί το λάλον ύδωρ, «έχουν αλλάξει τόπους μαντεία και χρησμοί» και ψηφιακά πλέον προβλέπεται το μέλλον, ο ποιητής, πιστεύοντας ότι «τους κουβαλάμε τους Δελφούς παντοτινό φορτίο», αναζητά απαντήσεις για το σήμερα στο χθες. Γιατί τον ενδιαφέρει πάντα το παρόν με τις πολλές ρωγμές.

Αλλά γιατί ο μύθος; «Καλό προσωπείο σε δύσκολους καιρούς ο μύθος», αποκαλύπτει ο ποιητής στην προμετωπίδα της συλλογής, υιοθετώντας την άποψη του Γιάννη Ρίτσου. Ο μύθος του παρέχει έτοιμη συναισθηματική ατμόσφαιρα, προκειμένου να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη του. διαθέτει γνωστά σύμβολα και διασφαλίζει ένα κοινό πεδίο συνεννόησης αποστολέα και δέκτη. Για τους λόγους αυτούς έχει χρησιμοποιηθεί στην τέχνη σαν ένα στοιχείο δομικό. σαν ένα είδος διαγράμματος που βοηθά τον δημιουργό να εκφράσει αντικειμενικότερα την εμπειρία του, να δώσει μορφή «στο απέραντο πανόραμα της ματαιότητας και αναρχίας που είναι η σύγχρονη ιστορία» [2]. Τη «μυθική μέθοδο» υιοθέτησαν με αποτελεσματικότητα σημαίνοντες ποιητές, όπως ο Καβάφης, ο Έλιοτ, ο Σεφέρης, ο Joyce.

Ο Περοδασκαλάκης, στον ευρύ και βαθύ διάλογό του με το μύθο, δεν αρκείται στη γνωστή αυτή λύση. Ανανεώνει τη μέθοδο, αποδομεί και ανατρέπει τον αρχαίο μύθο, προκειμένου να αποτυπώσει τις ανατροπές που έχουν επέλθει στην εποχή μας. Ο στόχος του: να διαβάσει τον κόσμο μας, τα παλιά και νέα προβλήματα, με τα δικά του μέσα. «Καθείς και τα όπλα του». Στο δύσκολο αυτό εγχείρημα επιλέγει τους κράτιστους βοηθούς: τον Όμηρο, τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Ευριπίδη, τον Αριστοφάνη. Κι εκείνοι –κάποτε και με τη διαμεσολάβηση του Καβάφη- συνεπικουρούν το έργο του με τα δικά τους έργα: τους Πέρσες, την Αντιγόνη, την Ηλέκτρα, τον Φιλοκτήτη και παραχωρούν με μεγαθυμία τα σύμβολά τους: τον Οδυσσέα, τον Αχιλλέα, τον Προμηθέα, την Ηρακλή, τον Φιλοκτήτη. Οι πρόγονοι ολοζώντανοι συνιστούν αφετηρία για στοχασμό. Τα κείμενα (που κείνται) ανασταίνονται. Η φιλολογία βρίσκει την ουσία της, τη φιλότητα και το λόγο, και εξελίσσεται σε διάλογο και στοχασμό. Μέσα στο σύμπαν του ωφελιμισμού μας έρχεται να σφηνωθεί η άνοιξη της κλασικής σκέψης. Ο ποιητής, δεινός φιλόλογος, σε μια εντελώς σύγχρονη εκδοχή του ανθρωπισμού, μαθητεύει στον αρχαίο κόσμο και ερμηνεύει τον δικό μας κόσμο.

Από το πρώτο κιόλας ποίημα ο Περοδασκαλάκης οδηγεί τον Όμηρο με το μπαστούνι του («μεγενθυμένο αντικλείδι του αινίγματος») στην αγορά. Ο τυφλός ποιητής κινείται με άνεση στον κόσμο μας (η επιβιωτικότητα της αρχαιότητας;), μοιράζει μάλιστα αντικλείδια-λύσεις για το παρόν, πριν επιστρέψει στην πένθιμη των Κιμμερίων χώρα. Ο Αχιλλέας πεθαίνει όχι από το βέλος του Πάρη, αλλά πατώντας ξυπόλητος ένα σπασμένο μπουκάλι μπύρας (υπαινιγμός στον καταναλωτικό υλισμό μας;). Ο Ηρακλής πνίγεται μέσα στο ίδιο του το δέρμα και όχι από τον δηλητηριασμένο χιτώνα του Νέστου («ψέμα του Σοφοκλή χαριτωμένο»). Η ανατροπή επισημαίνει την τραγικότητα και το πεπερασμένο της φυλακισμένης μας ύπαρξης («δίχτυ το δέρμα μας το ίδιο» [3]) και καταρρίπτει βεβαιότητες («άθλος μας μόνος ότι ζούμε»).

Η ίδια τραγικότητα επισημαίνεται στην τύφλωση του μάντη Τειρεσία και στην απολύτως ανθρώπινη επιθυμία του να θεραπεύσει «τον καταρράκτη του ματιού», αφού «συνηθισμένος άνθρωπος λαχτάριζε να είναι». Το χαριτωμένο γλωσσικό ολίσθημα του αρχαίου υποκριτή Ηγέλοχου («γαλήν ορώ» αντί του ορθού «γαλήν’ ορώ») παρέχει αφορμή να εκφραστεί η επιθυμία απαλλαγής από τη δυσοίωνη μοίρα μας («άμποτε η μοίρα να ’φευγε σαν τη βρεγμένη γάτα»), ενώ το τραγικό τέλος του Πενθέα οδηγεί στην πικρή διαπίστωση πως «κάθε μάνα τον γεννά το θάνατό μας». Επιπλέον: η προσευχή του Αριστοφάνη («όλο θυσίαζε στον Δία / αμφίβιους να κάνει τους ανθρώπους») συστοιχίζει τα δεινά του παρελθόντος με εκείνα του παρόντος («πνιγόταν από τότε η Αθήνα»). οι πικροί απολογισμοί του Οδυσσέα για «τις σύγχρονες Ιθάκες και τις Τροίες», προβάλλονται πάνω στη σημερινή οδυνηρή πραγματικότητα της προσφυγιάς.

Γιατί «τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου» δεν έχουν τελειωμό, γιατί «οι άνθρωποι κουβαλάνε ακόμη το σκοτάδι» και «εύκολα προδίδουνε το φως». Γιατί το σκοτάδι έχει πυκνώσει, μετά τη γνωστή προσφορά του Προμηθέα, και οι Θεοί μεταμελούνται: «Δεν έπρεπε το δίκιο στους ανθρώπους να αφήσουμε / Μας ξεγελάσαν όλους / ως και την Αθηνά την έξυπνη». Ο πόλεμος, που παρατείνεται στα χρόνια μας (το αίμα «ακόμη χύνεται στη γη), απογυμνώνεται από τον ποιητή. γίνεται «χορός μεταμφιεσμένων». Η τραγικότητα του σύγχρονου ανθρώπου αποτυπώνεται και στην αγωνία του Φιλοκτήτη-φαντάρου (ο παρατημένος στη Λήμνο ομηρικός ήρωας συστοιχίζεται με τον μόνο και έρημο σημερινό στρατιώτη που «μετρά τις μέρες για την άδεια»).

Πώς θα πολεμηθούν τα τόσα «περίπλοκα τέρατα» που απειλούν τον σημερινό άνθρωπο, ποια διέξοδος να δοθεί στην εύθραυστη εποχή μας, όπου και η εικονική πραγματικότητα καταρρέει, όπου η Σφίγγα ενεργεί ως υπερχάκερ, τρομοκρατεί τους πάντες, δημιουργεί «σάλο παγκόσμιο» και οδηγεί σε «ομαδική παράκρουση»; Το mail που αφήνει η Σφίγγα συνιστά την απάντηση του ποιητή: «καλοί μου άνθρωποι, κακώς ανησυχήσατε / αφαίρεσα απλώς στοιχεία περιττά / καινούριο αίνιγμα δεν έχω / ακόμη περπατάτε το παλιό και έχετε δρόμο πολύ».

Ιδού λοιπόν η απάντηση. Η εξιχνίαση του ανθρώπου, η γνώση της ύπαρξης, η επίγνωση της πραγματικότητας και της αλήθειας. Η εγκαθίδρυση στη ζωή μας αρχών και αξιών (ο Πλάτων μένει στα αζήτητα, καθώς «η Πολιτεία του κλείνει»), η εφαρμογή ενός άλλου σχεδίου «Δίας». Για το σκοπό αυτό ο ποιητής ζητά να επικοινωνήσει με μορφές της πνευματικής μας παράδοσης, πρώτ’ απ’ όλα, με την αρχετυπική μορφή του Οδυσσέα: «απόψε κιόλας θα τηλεφωνήσω / το κινητό το έχω του Ομήρου».

Ο ποιητής λοιπόν ελπίζει. Ο Δημήτρης Περοδασκαλάκης κατορθώνει στη συλλογή αυτή να κατακτήσει την κατάφαση μέσα από την πικρή άρνηση. «Των ποιητών το βλέμμα είναι οξύτερον», μας είπε ο Καβάφης, και ο Περοδασκαλάκης, αγγίζοντας εδώ την αιχμή της ποιητικής ωριμότητας, βλέπει με βλέμμα καθαρό την πραγματικότητα. Η ποίησή του, πάντα ανθρωποκεντρική, απόσταγμα οδύνης, όπως κάθε αληθινή ποίηση, τρέφεται από τη στέρεα γνώση, γλωσσομάθεια και αρχαιομάθεια μαζί, διακρίνεται τόσο για την εκφραστική όσο και την κοσμοθεωρητική συνοχή της, προσλαμβάνει και ανατέμνει την ανθρώπινη ύπαρξη.

Η ποιητική αυτή πρόθεση υλοποιείται με έναν ανάλαφρο, χαριτωμένο λόγο. Ο ποιητής, μιλώντας για πράγματα δύσκολα, ζητώντας λύσεις στο προαιώνιο αίνιγμα του ανθρώπου, μιλά «ταπεινά και με γαλήνη». Και διαβάζεται απνευστί [4]. Στο λόγο του, που τολμά να αποκαλύψει την εύρωστη γυμνότητά του, μπορούμε να χαρούμε την άτριφτη λέξη, την έξυπνη σάτιρα, τον ανελέητο σαρκασμό. Μα πάνω απ’ όλα τη γυμνή αλήθεια. Ο αναγνώστης χαίρεται, εκτός από την ανανέωση της «μυθικής μεθόδου», τη δεξιοτεχνική δεινότητα του ποιητή, την ελευθερόστιχη ποίηση που κατακτά δυναμικό εσωτερικό ρυθμό και απόλυτη ελευθερία μορφής, τους ωραίους δεκαπεντασύλλαβους, κάποτε σε διάλογο με το δημοτικό τραγούδι («όμορφη κόρη που ’χασε το ροδαλό της χρώμα»).

Κλείνοντας τη συλλογή ακούμε ακόμη καθαρή τη φωνή του ποιητή: «καινούριο αίνιγμα δεν έχω». «Ακόμη περπατάτε το παλιό και έχετε δρόμο πολύ»! Και τότε εννοούμε γιατί και πώς ο μύθος αποβαίνει «καλό προσωπείο» σε δύσκολους καιρούς [5], και, ίσως, το κάλβειο ότι «και ο μύθος έχει νουν αληθείας».

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Οι φράσεις από το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Πάνω σ’ ένα ξένο στίχο» (Τετράδιο γυμνασμάτων, 1940).

2. T. S. Eliot, «Order and Myth», Ulisses, Dial, 75 (1923), 483.

3. Πρβλ. τους στίχους του Σεφέρη για τον Ευριπίδη: «Είδε τις φλέβες των ανθρώπων / σαν ένα δίχτυ των Θεών, όπου μας πιάνουν σαν τ’ αγρίμια. / προσπάθησε να το τρυπήσει». («Ευριπίδης, Αθηναίος», Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄).

4. Ευχαριστώ την Κωνσταντίνα Γεωργάτου και την Αρετούσα Ιερωνυμάκη για τις ιδέες τους κατά τη συνανάγνωση των ποιημάτων.

5. Το ίδιο υποστηρίζει και ο Γιώργος Σεφέρης: «κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές / είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι φρίκη / δεν κουβεντιάζεται» («Τελευταίος σταθμός», Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly