frear

Άργησα να πάρω το μετρό σήμερα – της Χαράς Κούππα

Μέρες σαν και αυτές, τα υπόγεια βαγόνια κλείνουν μέσα τους έναν λανθάνοντα πόλεμο, έτοιμο να ξεσπάσει, το θηρίο βρυχάται στο βάθος, πρέπει να το αγνοήσω. Από τη στιγμή που έφθασα στην Ελλάδα, αποτελούσα το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Μερικές φορές αισθάνομαι την ένταση. Ξεροβήχουν όταν πλησιάζω, σταματούν οι συζητήσεις, αποφεύγουν να με κοιτάξουν. Αισθάνομαι τις ριπές των ματιών τους στην πλάτη μου καθώς βγαίνω. Ύστερα, με τα μάτια καρφωμένα στο έδαφος σαν σκυλιά, και με τα βήματα ίσα ν’ ακούγονται, τους βλέπω, καμπουριασμένους, ασθενικούς, να ξεμακραίνουν ακολουθώντας ο ένας τον άλλον, σε μία ευθεία γραμμή, χωρίς καμμία παρέκκλιση. Ίσως είναι ο μοναδικός δρόμος που ξέρουν, σκέφτομαι. Με μιά βαθιά εισπνοή, η μυρωδιά από φθηνά αρώματα, τσιγάρο και σκόρο σκαρφαλώνει αργά ως τη μύτη –η αύρα που μένει μετά από σένα.

Ευτυχώς, δεν είναι πάντα έτσι. Υπάρχουν και μέρες που μπορώ στο μετρό να ζεστάνω λίγο τα μάτια μου καθώς ο νους θα πετάει εξαφανίζοντας τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σ’ εμένα κι αυτούς. Αρκετά συχνά, νιώθω ανάμεσα σε αυτούς κι εμένα, μια κοινή μοίρα, σαν μάνα, να τεντώνει τα χέρια της και να μ’ αρπάζει δυνατά, αυτούς κι εμένα δημιουργώντας μία κοινότητα τραύματος που αρχίζει ν’ αναπνέει. Παρηγοριέμαι για λίγο. Ψηλαφίζω σαν τυφλός το κέλυφος της ελπίδας, την ακουμπάω με τις άκρες των δαχτύλων μου, προσπαθώ να τη σκουπίσω που στάζει αίμα. Μέσα στο μετρό χαρίζεται απλόχερα λίγος χρόνος για να κρυφακούσεις τα ωραία λόγια, όχι τα αληθινά, να κάνεις υποθέσεις για τη ζωή των διπλανών, για το πού έρχονται και πού πάνε, για τους λόγους εκείνους που έκαναν τα μάτια τους υγρά, να εξετάσεις σχολαστικά τις φουσκωμένες τσέπες των επιβατών, από δώρα και προσδοκίες. Επιπλέον λεπτά για να κοιτάξεις κατάματα την ατέλεια: ατελής εσύ που κρυμμένος καλά μες στο πλήθος ανωνύμων αποφασίζεις να διασκεδάσεις το άγχος της απομόνωσης σου σε θύματα πλανόδια. Και εσύ που φυλάς τις λέξεις σου κάπου μέχρι την επόμενη φορά. Τέλος, εσύ, που σιωπάς κοιτάζοντας τα πάθη των ανθρώπων που στριμώχνονται σε αυτό το βαγόνι.

Σταθμός Ομονοίας. Ανεβαίνω τα σκαλιά και περνάω στο φανάρι. «Χασάν! Γιατί άργησες;» ακούγεται λαρύγγι καμένο από τσιγάρο. Σκύβω το κεφάλι και πιάνω αμέσως δουλειά.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly