frear

Το μεγαλείο των πουλιών: τρία ποιήματα της Μαίρη Όλιβερ

Μετάφραση: Μυρτώ Χαρβαλιά

Αγριόχηνες

Τι κι αν είσαι καλός.
Τι κι αν πέσεις στα γόνατα
Και μπουσουλήσεις χίλια μίλια, από μετάνοια.
Μονάχα άφησε το μαλακό πλάσμα μέσα σου
να αγαπήσει αυτό που αγαπά.
Μίλα μου για την απελπισία, τη δική σου, κι εγώ θα σου πω για τη δική μου.
Στο μεταξύ η ζωή συνεχίζεται.
Στο μεταξύ ο ήλιος και τα καθαρά βότσαλα της βροχής
κινούνται μέσα στα τοπία,
πάνω από λιβάδια και πυκνά δέντρα,
από βουνά και από ποτάμια.
Στο μεταξύ οι αγριόχηνες, ψηλά στον καθαρό αέρα,
γυρνάνε σπίτι, ξανά.
Όποιος κι αν είσαι, όσο μόνος κι αν νιώθεις,
ο κόσμος ανοίγεται στη φαντασία σου,
σε φωνάζει όπως οι αγριόχηνες, κρώζει, ξεφωνίζει—
ξανά και ξανά, πάλι και πάλι, αναγγέλλοντας τη θέση σου
στην οικογένεια των πραγμάτων.

Η αλκυόνα

Η αλκυόνα ξεπροβάλλει μέσα από το μαύρο κύμα
σαν μπλε λουλούδι, στο ράμφος της
κρατά ένα ασημένιο φύλλο. Νομίζω αυτός είναι
ο πιο όμορφος κόσμος –αν βέβαια δεν νοιάζεσαι και
για κανέναν θάνατο πού και πού, πώς θα υπήρχε μέρα στη ζωή σου
χωρίς μια πιτσιλιά ευτυχίας;
Κι υπάρχουν πιο πολλά ψάρια απ’ ό,τι φύλλα
σε χίλια δέντρα, και σάμπως η αλκυόνα
γεννήθηκε για το να σκεφτεί αυτό, ή ό,τι άλλο τέλος πάντων;
Όταν το κύμα σκάει στην μπλε της κεφαλή, το νερό
παραμένει νερό –η πείνα είναι η μόνη ιστορία
που άκουσε ποτέ της και που πίστεψε.
Δεν λέω ότι έχει δίκιο. Ούτε ότι
έχει άδικο. Με ευλάβεια καταπίνει το ασημένιο φύλλο
το κόκκινο ποτάμι σπασμένο τρέχει, κι εύκολα μ’ ένα βραχνό τσίριγμα
που ποτέ δεν θα έβγαζα από το σκεπτικό μου σώμα
ακόμα κι αν τη ζωή μου πόνταρα σ’ αυτό, επιστρέφει
στο φως της θάλασσας, να κάνει το ίδιο, και να το κάνει
(όπως εγώ θέλω να κάνω κάτι, οτιδήποτε) άψογα.

Τα κολιμπρί

Η μαμά, και τα δυο κλωσσοπουλάκια,
μικρά σαν τον αντίχειρά μου
σκόρπισαν εδώ κι εκεί,
λαμπυρίζοντα

στην αχνοπράσινη φορεσιά τους·
κι ύστερα στον αέρα, ίδια μικρά πυροτεχνήματα,
στα φύλλα ανάμεσα
αιωρούνταν·

κι ύστερα κάθισαν,
το καθένα με τα λεπτά, κατάμαυρα πόδια του—
το καθένα σ’ ένα κλαδί που λυγάει—
και με κοίταζαν.

Χωρίς πρόθεση κακή
είχα απλώς
ανέβει στο δέντρο
να κάνω κάτι

μια καλοκαιρινή μέρα,
χωρίς να ξέρω ότι είναι εκεί,
έτοιμα να αφήσουν τα όρια
της πράσινης φωλιάς

και να πετάξουν, για πρώτη φορά,
με το θαλασσοπράσινό τους κράνος,
με αιχμηρές, μεταλλικές ουρές—
η κάθε τούλινη φτερούγα,

σχήμα τέλειου κύκλου,
κάθε φτερούγισμα
στον αέρα.
Τότε, με μια σειρά μικρά τινάγματα,

σταμάτησαν μπροστά μου
και, με τα μαύρα μάτια τους, κοίταξαν βαθιά μέσα μου–
σαν να ήμουν λουλούδι–
και τότε,

σαν τρεις σταλαγματιές ασημιού νερού
χάθηκαν.
Ολομόναχα,
στην κορυφή του δέντρου,

πήγα στην Κίνα,
πήγα στην Πράγα·
πέθανα, και γεννήθηκα την άνοιξη·
σας βρήκα, σας αγάπησα, ξανά.

Ύστερα έπεσε η νύχτα
και το μεστό φεγγάρι
ανέτειλε σαν άσπρη λίμνη.
Δεν βιαζόμουν.

Ίσως εκεί να συνάντησα όλες
τις ερωτήσεις που τρεμοπαίζουν
αναπάντητες και μας πληγώνουν την καρδιά
πριν να κατέβω.

****

Η Mary Oliver (1935-2019) ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια. Πάνω από 15 ποιητικές συλλογές και συλλογές δοκιμίων της έχουν εκδοθεί. Στα ποιήματά της η ομορφιά και το πρωτότυπο της φύσης έρχονται σε αντίθεση με τον άνθρωπο και τις αδυναμίες του. Ωστόσο, ο άνθρωπος, που εμφανίζεται συνήθως στα ποιήματά της ως ένα ποιητικό εγώ, παρατηρεί τον κόσμο και μαθαίνει από αυτόν. Σε συνέντευξή της το 2011, είπε: «Δεν ελπίζω πως η Γη θα παραμείνει όπως όταν ήμουν μικρή. Ήδη έχει αλλάξει κατά πολύ. Όμως πιστεύω πως όταν χάνουμε την επαφή με τον φυσικό κόσμο, ξεχνάμε πως είμαστε ζώα κατά βάθος, πως χρειαζόμαστε την Γη.»

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly