frear

Βίκυ Δερμάνη: Εύσαρκο κάτι σαν φως – της Διώνης Δημητριάδου

Βίκυ Δερμάνη
Εύσαρκο κάτι σαν φως
εκδόσεις ΑΩ

Στεγνωμένες σκιές σε ασφυκτικά περίκλειστα παράθυρα και σπίτια. Μια αγέλη βρώμικες ζωές, από προσωπεία νεκρικά, από χέρια αιδημοσύνης που πλέκονται ξεπλέκονται, με μάτια ολάνοιχτα σ’ επίκληση φτηνή. Ποτέ δε μίλησαν, δεν τίποτα απαίτησαν ποτέ. Στις λευκές της ζωής τους ημέρες προτάσσουν στήθος καλυμμένο από κλωνάρια αξιοθρήνητα χάρτινης διαφυγής, μαραμένο. Σέρνουν ξυπόλητοι της ύπαρξής τους τα υπάρχοντα από δωμάτιο σε δωμάτιο σε κίνηση άσκοπη και διαρκή, υστερικά κλαίνε, επίκλησιν αξιοπρεπούς κάνουν ζωής. Έτσι. Με χέρια που πλέκονται και ξεπλέκονται· δίχως ποτέ τα της ζωής να πράττουν συχνά ψιθυρίζοντας η μοίρα τους πως η μοίρα φταίει που τους έλαχε κακή.

Το εύσαρκο ποίημα ενσωματώνει τη ζωή, όπως την καταγράφει η Βίκυ Δερμάνη στην κατακόκκινη σαν το αίμα πρόσφατη συλλογή της. Γιατί δεν είναι μόνον το εύγλωττο εξώφυλλο της Χριστίνας Καραντώνη, που γράφει και αυτό τις εικαστικές του λέξεις για να ολοκληρωθεί το σκηνικό. Είναι που σε κάθε σελίδα του βιβλίου βρίσκεις κατάσαρκα να χαράσσονται μέσα σου οι σκηνές που φτιάχνει η ποιήτρια. Με την αναγνωστική άδεια που παρέχει η ποίηση (κυρίως αυτή) εισέρχεσαι στο σκηνικό των ποιημάτων και θαρρείς πως αναγνωρίζεις παλιό, γνωστό δικό σου φόντο. Ας πούμε πως είναι η πλατεία Βικτωρίας, όπως ήταν κάποτε βαθιά φυλαγμένη στη μνήμη αλλά και η σύγχρονη, πονεμένη και σκυφτή από τα χρόνια και από τον άδικο καιρό.

Επώδυνη η είσοδος στο σπίτι, στα δωμάτια, με τις σκιές προσώπων που τα κατοικούσαν κάποτε, με τα άλλα πρόσωπα που σαν σκιές εγκαταβιούν μέσα τους.

[…] Πάνε χρόνοι πολλοί που ένα σμήνος πουλιών κούρνιαζε στου κεφαλιού του την αρένα. Το σπίτι γεμάτο καπνούς, μουγκανητά, ουρλιαχτά σειρήνων τεράστιων, σαλπίσματα πόνου γυμνού. Στο σπίτι πόρτες, παράθυρα πάντα κλειστά. Μέσα από λάβα και στάχτη πέρασε η ζωή του. […]

Και είναι πολλά τα πρόσωπα. Κάποια με το όνομά τους: Μαρία, Γιώργος, Άννα, Ελένη, Δήμητρα, Παναγιώτης, Θύμιος, Ζωή, Ηλέκτρα, Αγγελική, Διονυσία, Ρενάτα. Μα είναι και τα άλλα, τα περισσότερα, που νιώθεις πως στεγάζουν την ανωνυμία τους πίσω από όσα κερδίζουν την απαθανάτισή τους μέσα στο ποίημα. Φυσικά ανάμεσα τους η δημιουργός των μορφών, η ποιήτρια, πότε να κοινωνεί την απουσία μιλώντας με το γεμάτο ιδιωτικό άχθος πρώτο πρόσωπο, πότε να μεταφέρει μέσα της (και από εκεί στους στίχους της) το αλλότριο πάθος, ωστόσο τραγικά συγγενές. Ποιος μπορεί να πει τι κρύβει το εγώ του ποιητικού υποκειμένου, πώς να ορίσεις το προσωπικό και το αλλότριο, όταν ασφυκτικά σε στριμώχνει η ζωή, όταν οδυνηρά ολισθαίνει γύρω σου και μέσα σου; Και, επιτέλους, οι κλειστοί χώροι μήπως στην πραγματικότητα είναι τα βασανιστικά στενά περιθώρια μιας κοινής ζωής, που και όταν ανοίγει σε κάποιο παράθυρο, πάλι μια κλειστή πραγματικότητα αντικρίζει στον έξω κόσμο;

Ξέρεις τι είναι μια ζωή ολόκληρη; (Μια ζωή). Τέσσερις
τοίχοι, ένα παράθυρο. Βάσανο το παράθυρο. Ξέρεις τι
είναι να κοιτάζω τις ζωές τις ξένες; Να κοιτάζω λαθραία.
Δική μου δεν έχω. Ένα παράθυρο το βιος μου. Περιουσία
λειψή και κλεμμένη. […]

Αλλά και αυτός που διαβάζοντας αισθάνεται την υγρασία των τοίχων, τους σοβάδες να πέφτουν, τις διαλυμένες ζωές από την έξω και τη μέσα κατακρήμνιση, δεν είναι εδώ απλός αναγνώστης· συμμέτοχος είναι στη γραφή και στον εσώκλειστο πόνο. Γνωστή, άλλωστε, η συνθήκη της γραφής: η αφορμή της θνητή και οι δρόμοι προσπέλασης σ’ αυτήν όσοι και οι αναγνώστες, αυτοί που έχουν την αίσθηση πως έχουν μερίδιο δικό τους στο περίκλειστο τοπίο της ποιήτριας.
Όπως βρίσκεσαι μέσα στον ποιητικό χώρο, νιώθεις τον κίνδυνο όλα αυτά να καταχωρισθούν στη συνείδησή σου με τη μορφή μιας κανονικότητας αδράνειας, παραίτησης, εγκατάλειψης.

Συνηθίζει ο κόσμος τα πάντα, ξέρετε. Την ψυχή στα παζάρια ξεπουλάει, τη ζωή τη ζοφερή από τσιγκέλια κρεμά,
στέκει ατάραχος πίσω από παράθυρα μισάνοιχτα, δίχως
δέος ή τρόμο κανένα, κοπάδια κοιτάζοντας από τσακάλια
κ’ ύαινες όπου τα δόντια τους δείχνουν αιματωμένα
που, αφηνιασμένα και ανεμπόδιστα στους δρόμους, επελαύνουν. […]
Της μέρας η κανονικότητα συνεχίζεται δίχως τίποτα και
κανείς να την ταράξει.

Αυτή είναι η μία εκδοχή, η πιο τραγική, πιθανόν η πλέον αναμενόμενη. Ποιος είπε πως η ποίηση αστειεύεται, κάθε φορά που ανοίγει τα κλειστά παράθυρα και αντικρίζει το ζοφερό τοπίο να συμφωνεί με το περίκλειστο; Ποιος είπε πως κάθε φορά που ο ποιητικός λόγος συνομιλεί με τις προσωπικές σου αφορμές δεν νιώθεις να μετουσιώνονται οι λέξεις σε αποκλειστικά δικές σου; Είναι τότε η στιγμή που στρέφεις και κοιτάζεις τους ποιητές κατά πρόσωπο. Ψάχνεις την πόρτα που πέρασες, το κατώφλι που διάβηκες και εισχώρησες στον ιδιωτικό χώρο. Εν προκειμένω, η Δερμάνη έχει προλάβει να συνομιλήσει με τον άλλο ποιητή τοποθετώντας στην προμετωπίδα τα δικά του λόγια:

Είν’ ένα γήπεδο που βρέχεται
και με στεγάζει.

– Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Τώρα συνειδητοποιείς πόση βροχή είχαν μέσα τους τα ποιήματα, πόσο μέσα στην υγρασία τους μούλιαζε η ζωή και λιγόστευε. Ο χώρος ήταν ανοιχτός από την αρχή, βρεχόταν από παντού· τα ποιήματα μέσα του «στεγάζονταν» μουσκίδι ως το κόκαλο. Δεν περίμεναν να ανοίξει κανένα παράθυρο (έτσι κι αλλιώς βρεγμένο από τα δάκρυα και θαμπό από μέσα) – μάταιη η αναμονή του ανέλπιστου, δεν έρχεται. Μόνο αν η βροχή ήθελε να σταματήσει, τότε ναι. Αν αυτή έπαυε να βρέχει τις ζωές των προσώπων, τότε θα άνοιγε αόρατο παράθυρο στο φως. Γίνονται, όμως, θαύματα; Και πώς να τα ζητήσεις, έτσι όπως έχεις απομείνει ορφανός από παρουσίες αγαπημένες, εκτεθειμένος στη βορά των ανθρωποειδών και έρημος από Θεό κι ελπίδα; Μήπως, τότε, η Ποίηση έχει «κλειδί» στο φως; Ιαματική, όσο γίνεται, μέσα στον συντελεσμένο χρόνο, έρχεται να δώσει το ελάχιστο μιας ζεστής παρουσίας. Να δώσει το λίγο το δικό της, αντίδοτο στον αφανισμό της ζωής. Η ποιήτρια τελειώνοντας τη συλλογή της είναι προκλητική απέναντι στον σκοτεινό μέσα τόπο, δικό της και δικό μας:

[…]
Η βροχή έξω σταμάτησε, τα παράθυρα το τραγούδι
Άρχισαν, ζεστάθηκε το σπίτι όλο. Ενώ

Εύσαρκον το ποίημα τύλιξες· κάτι σαν ένδον φως.

Η ποίηση της Βίκυς Δερμάνη προσφέρει κάθε φορά τα τιμαλφή, τα πολύτιμα σε όποιον έχει τη δύναμη να εισχωρήσει στο μαύρο ή το αιμάσσον κόκκινο της γραφής της. Δεν θα ισχυρισθώ πως πρόκειται για ποίηση ελπίδας. Όχι, σε καμία περίπτωση. Μάλιστα το μαύρο της γραφής συχνά τη φέρνει στο χείλος του γκρεμού (με όποια σημασία θέλει κανείς να δώσει στο χάος που χάσκει μπροστά της (παράδειγμα η προηγούμενη συλλογή της «Ψυχή πουθενά», εκδόσεις ΑΩ, 2017)· μια Αλίκη στη χώρα των τραυμάτων ή μια ποίηση σε τεντωμένο σχοινί. Θα πω, όμως, πως η ποίησή της στέφει την προσοχή στην ένδον αντιμετώπιση της αλήθειας, στον άνθρωπο που έχει τον καθρέφτη μέσα του, που μπορεί να βλέπει το ελάχιστο φως να ξεπροβάλλει κάθε που νιώθει πως έχει φτάσει στο άκρο, στο όριο της δύναμης του. Πρέπει να έχεις δοκιμαστεί στη θέα του ιερού τρόμου για να έχεις το μικρό μερίδιο που σου αναλογεί στα θαύματα. Αλλιώς δεν γίνεται. Η ποιήτρια το γνωρίζει καλά αυτό και το προσφέρει μέσα από τη γραφή της. Έξοχη για μια ακόμη φορά.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly