frear

Για το βιβλίο του Μάκη Τσίτα «Και βγάζω το καπέλο μου…» ‒ γράφει η Ελένη Χωρεάνθη

Μάκης Τσίτας: Και βγάζω το καπέλο μου…
Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη
Εκδόσεις: Κόκκινη κλωστή δεμένη, 2018.

Ο Μάκης Τσίτας, ξεκινώντας ως δημοσιογράφος με συνεργασίες σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, αρχισυντάκτης και διευθυντής λογοτεχνικών περιοδικών και συγγραφέας θεατρικών έργων, μπήκε δυναμικά στον χώρο του βιβλίου για μικρά, κυρίως, παιδιά και με θέματα που αφορούν σχέσεις τους με το οικείο οικογενειακό περιβάλλον, με συμπεριφορές απέναντι σε ό, τι έχει σχέση με την καθημερινότητά τους. Και η γραφή του απρόσκοπτη, λαγαρή, ευανάγνωστη ακολούθησε την εξελικτική πορεία των παιδιών, προσθέτοντας κάθε φορά νέα στοιχεία στην πλοκή και αφαιρώντας άλλα, εστιάζοντας στο ουσιώδες, καθιστώντας τα συγκεκριμένα κείμενά του ξεχωριστά ανάμεσα σε πολλά αξιόλογα άλλων σημαντικών συγγραφέων. Μέχρι στιγμής έχουν εκδοθεί είκοσι εξαιρετικά εικονογραφημένα, πανέμορφα «παιδικά» βιβλία του.

Συνειδητά ή από ένστικτο, όπως δείχνει η ανοδική πορεία του ξεκίνησε σωστά κι αυτό είναι το σημαντικό, η αρχή της επιτυχίας κάθε προσπάθειας. Η επιλογή του θέματος και το γιατί, το κίνητρο ή τα κίνητρα της επιλογής. Τι είναι εκείνο που κάνει τα παιδιά να αντιδρούν και δυσκολεύονται οι ενδοοικογενειακές σχέσεις και τι ώθησε τον συγγραφέα στην παρούσα περίπτωση να γράψει ένα ιδιαίτερα αφαιρετικό, απλό, φαινομενικά, βιβλίο διαχειριζόμενος το πολύ γνωστό πολυσυζητημένο και πολύ χρησιμοποιημένο «εισαγόμενο» θέμα, όπως είναι «η κοκκινοσκουφίτσα και ο κακός ο λύκος»; γιατί εδώ, δεν υπάρχει το μεγάλο δάσος που έτσι κι αλλιώς κρύβει πολλές παγίδες πίσω από τη φανερή αθωότητα και την προφανή ομορφιά του.

Υπάρχει ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον, ένα διαφορετικό σκηνικό και το παιγνίδι που πρόκειται να εξελιχθεί έχει τρεις ενώ απαιτείται και τέταρτος παίκτης. Ως εκ τούτου, και οι όροι του παιχνιδιού είναι διαφορετικοί, αλλά και οι συνθήκες διαφέρουν. Το ίδιο και οι προοπτικές. Στο δάσος οι συνθήκες είναι σταθερές, όσο σταθερές μπορεί να είναι οι συνθήκες σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο φυσικό λόγω καιρικών μεταβολών περιβάλλον, όσο και σε ένα κοινωνικό που οι διαφοροποιήσεις και οι αλλαγές μπορεί να είναι ραγδαίες, οι ισορροπίες και οι όροι του παιχνιδιού είναι πιθανό να μεταβληθούν ή να ανατραπούν. Τοποθετεί τη δράση στο κοντινό της πόλης πάρκο, σιμά σε μια μικρή λίμνη, σ’ έναν ευχάριστο τόπο που είναι φτιαγμένος επίτηδες για αναψυχή και για παιγνίδι μικρών παιδιών.

Η ανατροπή συνέβη μια όμορφη μέρα, όταν τρία μικρά παιδιά βγήκαν μόνα τους και πήγαν στο πάρκο να παίξουν ελεύθερα στον χώρο πλάι στη λιμνούλα, μακριά από τους κινδύνους των δρόμων μέσα στην πόλη. Για να παίξουν όμως το παιγνίδι που προτιμούσαν, δεν φτάνουν οι τρεις τους. Χρειαζόταν και ένας τέταρτος παίκτης.

Πάνω στην ώρα, εμφανίζεται ένας καλοντυμένος με μαύρο παλτό, μαύρα γυαλιά ηλίου και μεγάλο καπέλο με τεράστιο γείσο και μια γενειάδα και όπως φαίνεται είναι ηλικιωμένος, αγνώστων λοιπών στοιχείων και αγνώστων προθέσεων. Φτάνει στο πάρκο όπως και δύο καθώς πρέπει περαστικές κυρίες, η μία μάλιστα σέρνει πίσω της ένα χαριτωμένο σκυλάκι. Ο άγνωστος ηλικιωμένος κάθεται αμέριμνος στο παγκάκι και παρακολουθεί χαμογελαστός τα παιδάκια που αναζητούν αγωνιωδώς τον παίκτη που τους λείπει. Έτσι ο καλός κύριος προσφέρεται, γίνεται αποδεκτός, μπαίνει στο παιχνίδι και είναι αυτός που «τα φυλάει», όπως είναι ο κανόνας του συγκεκριμένου παιγνιδιού.

Το παιγνίδι αρχίζει, και προχωράει μεθοδικά, ο νέος παίκτης απαντάει σε όλες τις ερωτήσεις των παιδιών πετώντας τα μαύρα γυαλιά ηλίου και το ψεύτικο μούσι στο γρασίδι και όλα πάνε μια χαρά ίσαμε τη στιγμή που βγάζει το καπέλο που κάλυπτε το μισό του πρόσωπο και φανερώνεται η πραγματική του όψη. Στην τελευταία από τις ερωτήσεις των παιδιών:

«Λύκε, λύκε, είσαι εδώ»

εκείνος βγάζει μια αγριοφωνάρα:

«Ανοίγω τη στοματάρα μου και σας κυνηγώωω!»

και ορμάει να πιάσει κάποιο.

Τα παιδιά τρόμαξαν, ούρλιαξαν, έφτασε ο φύλακας του πάρκου, συνέλαβε τον κακό τον λύκο και τον έστειλε στη φυλακή και γλίτωσε τα παιδιά «από το στόμα του λύκου», γιατί ο κύριος ήταν ο κακός λύκος. Όμως η ιστορία δεν τελειώνει εδώ, όπως θα νόμιζε κανείς. Όπως και δεν εκλείπουν οι κακοί και οι κίνδυνοι με τη σύλληψη ενός κακού.

Τα παιδιά φτηνά γλίτωσαν από τον μεταμφιεσμένο τον κακό τον λύκο. Όμως, η Κοκκινοσκουφίτσα είχε να κάνει με τον πραγματικό λύκο, αγνοώντας τον φανερό κίνδυνο, και έπαθε ό, τι έπαθε. Ενώ οι μικροί ήρωες έχουν απέναντί τους έναν αγαθό, φαινομενικά, καλοκάγαθο κύριο. Πώς να τον υποψιαστούν; Ή μήπως «έπρεπε» να είναι υποψιασμένα και να μην εμπιστεύονται κανέναν κύριο με καπέλο, μούσι και γυαλιά ηλίου; Να μην ξεγελιούνται από κανέναν άγνωστο κύριο που χωρίς να του το ζητήσουν προσφέρεται αυτοβούλως να βοηθήσει;

Η συνέχεια δείχνει πως οι κίνδυνοι παραμονεύουν. Πίσω από τον κακό που δεν πρόφτασε να αρπάξει κάποιο από τα παιδιά, γιατί τον πρόδωσε η λαιμαργία του και φανέρωσε τον ύπουλο σκοπό του, την άλλη μέρα κιόλας, φτάνει στο ίδιο μέρος στο πάρκο άλλος «κακός λύκος», φοράει το καπέλο, τα μαύρα γυαλιά και τη γενειάδα που είχε πετάξει ο προηγούμενος στο γρασίδι, διαπιστώνει πως του πάνε μια χαρά, κάθεται στο παγκάκι, ξεδιπλώνει την εφημερίδα του, περιμένει τα παιδιά προσποιούμενος πως διαβάζει και σκέφτεται:

«Όπου να ΄ναι θα εμφανιστούν τα παιδιά…»

Είναι απρόβλεπτος, ο Μάκης Τσίτας, ξαφνιάζει κάθε φορά με τις επιλογές, τις μεθοδευμένες αναζητήσεις και τους προβληματισμούς του, απευθυνόμενος στο πολύ ευαίσθητο και απαιτητικό κοινό του. Και όχι μόνο αυτό. Υπάρχει κρυμμένο κι ένα μυστικό, που έχει σχέση με τη φράση «Βγάζω το καπέλο μου» και καλούνται τα παιδιά να το θυμηθούν ή να ψάξουν να το ανακαλύψουν.

Πέρα από όλα τα άλλα που μπορεί κανείς να ανακαλύψει μέσα από το παιγνίδι αυτό, αναδεικνύεται και η ευθύνη των γονιών και όλων που είναι υπεύθυνοι για την υγεία, τη σωματική και πνευματική ανάπτυξη των παιδιών, αλλά και η ανάγκη ευαισθητοποίησής τους σχετικά με τους κινδύνους που καιροφυλακτούν σε κάθε τους βήμα για να μην εμπιστεύονται κανέναν άγνωστο με όποιο πρόσωπο και αν αυτός παρουσιάζεται και προσφέρεται. Επιβάλλονται τα «πρέπει» και «δεν πρέπει», στους μεγάλους για την προφύλαξη των παιδιών από το «κακόν κακό λύκο».

Την ιστορία που αφηγείται τόσο αφαιρετικά και παραστατικά ο συγγραφέας, την πλαισιώνει και την αποδίδει εικονογραφικά η Ντανιέλα Σταματιάδη λιτά, με χρώματα απαλά, εστιάζοντας στο μαύρο και καθώς προχωράει η αφήγηση και εξελίσσεται η δράση, ακολουθεί με συνθέσεις όπου πρέπει περίπλοκες, αινιγματικές ώστε να δημιουργείται το ανάλογο ψυχολογικό, εκτός από το φυσικό, κλίμα ίσαμε που φτάνει στην κορύφωση κι αρχίζει η πορεία προς την έξοδο, οπότε το κύριο θέμα που απασχολεί τον έμπειρο συγγραφέα παρουσιάζεται στις επικίνδυνες διαστάσεις του.

Τηρουμένων των αναλογιών, πρόκειται για σύντομη ανατομία ενός υπαρκτού προβλήματος, «ενός εγκλήματος διαφθοράς», που διαπράττεται καθημερινά σε βάρος αθώων θυμάτων που είναι παιδιά, όπως και άτομα με νοητική υστέρηση ή σωματική αναπηρία, σε βάρος ατόμων που είναι ευάλωτα και δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

Ο Μάκης Τσίτας, όπως απέδειξε το σπουδαίο βραβευμένο, πολυταξιδεμένο μυθιστόρημά του Μάρτυς μου ο Θεός, και η θαυμαστή επιτυχία που σημειώνει η θεατρική μεταφορά τού συγκεκριμένου έργου, έχει αδυναμία στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, κυρίως όμως στα μικρά παιδιά, και τα θέματα που τον απασχολούν έχουν ήρωες μικρά παιδιά, που τα φέρνει αντιμέτωπα με την πραγματικότητα και με τέτοιον τρόπο ώστε το ζητούμενο να προκύπτει εκ των πραγμάτων.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly