frear

Οροπέδιο Καλαβρύτων, Δεκέμβρης ’43 – του Αλέξη Καυγά

Τα μοναστήρια γεμάτα μαύρες μέλισσες
κι όταν τα σήμαντρα ηχούνε οι αντάρτες ονειρεύονται.
Ο χρόνος λιώνει στο διάστημα της έπαρσης.
Στις κορφές του Χελμού λύκοι βρυχώνται
το μέλλον κυματίζει σ’ άδειες σημαίες
κι ένα κορίτσι γνέθει στην ποδιά του ρόδα αιμάτινα.

Η μέρα ανθίζει μέσα στη ρωγμή όπου αδειάζει ο κόσμος
με μαλακές κινήσεις τις αγαπημένες μας εικόνες
κι η γη πρησμένη στην κοιλιά τραβάει στην τύχη την τροχιά της
φεύγει χτυπώντας τα αόρατα φτερά της μέσα στο γαλάζιο.

Φυσά μια δύσοσμη πνοή, το μάτι του μεσημεριού βάφεται κόκκινο,
ο τόπος γίνεται πέρασμα θηρίων που σηκώνουν στα μπράτσα τους
έναν ήλιο πύρινο,
τον οδηγούν ν’ ανατείλει σ’ έναν υπόγειο κόσμο γεμάτο άψυχα σώματα,
όλα μεταμορφώνονται σε κορμούς γεροντικών ελάτων
πλάι σε σπασμένους καθρέφτες,
αστείες προσωπίδες κι ενταφιασμένα οράματα.

Ω, τούτοι οι νεκροί που ταξιδεύουν
με τ’ άλογα του φεγγαριού στα χιονισμένα λιβάδια
στεριώνουν το τραπέζι μας τα μεσημέρια
τη νύχτα τακτοποιούν τα όνειρά μας στη σιωπή
ταριχευμένοι αετοί μέσα στους τοίχους
όπου απόμειναν οι παιδικές δαχτυλιές για να μετρούν τα χρόνια
οι φωνές ολομόναχες, όμοιες κραυγές πουλιών στην αιθάλη πνιγμένες.

Ω, τούτοι οι έφηβοι αμνοί,
απ’ το πουκάμισο της λησμονιάς σηκώνουν τα μανίκια
αιμοδότες της ζωής που δεν γνωρίζουν
βαφτισμένοι στο λάδι μιας θυσίας φριχτής
της πιο σκοτεινής μου πατρίδας οι μάρτυρες
δίχως το θειάφι των ηρώων, την τέφρα των σπουδαίων ανδρών
ή τα σχοινιά της χαρμολύπης του ακροβάτη.

Όμως εμείς,
εμείς που είδαμε το μαύρο σύννεφο να εισδύει στην ηλιόλουστη πολίχνη
παίρνοντας το σχήμα τ’ ουρανού και του κορμιού
τρέξαμε να προλάβουμε την σπαραγμένη κραυγή του αθώου παιδιού μέσα στις έντρομες νύχτες
φεύγοντας προς την κατεύθυνση των πολυβολισμών και των συρματοπλεγμάτων
να την καρφώσουμε στο στήθος, να την φυλάξουμε μες την ψυχή μας
για ν’ ανεμίσει στο θρυμμάτισμά της η σημαία της εξέγερσης
μια λέξη μόνο ν’ ακουστεί «Ελευθερία».

Εμείς που συλλαβίσαμε τη μοίρα μας στα φύλλα του γενναίου φθινοπώρου
κλειδούχοι της αγκάθινης μοναξιάς
με τη λάμπα των άστρων στα δάχτυλα
προτιμήσαμε το δόσιμο των χεριών μας στους ίσκιους
απ’ την οργή του νερού
ασάλευτοι μπροστά στ’ αγάλματα των κίβδηλων καιρών
γυμνοί κάτω απ’ τα μυθικά πλατάνια
ξαπλωμένοι στους βράχους θολωτών σπηλιών,
μαζεύοντας αντίλαλους αποχαιρετισμών
στην καρδιά του φαραγγιού με τους σιδηροδρομικούς σταθμούς της ομίχλης.

Στο ψήλωμα του δειλινού αγκαλιαστήκαμε
‒πώς αλλιώς ν’ αντέξεις την επερχόμενη άνοιξη, πώς να σωθείς;‒
κι ονοματίσαμε το έγκλημα
θάβοντας το μαχαίρι, βουτηγμένο στο παρθένο αίμα
με λίγα δάκρυα για τον χαμένο καιρό
μ’ άγρυπνες ικεσίες φωσφορικών καλοκαιριών στα κοιμητήρια
ξενυχτώντας τους νεκρούς μας με κεράκια λιτανείας που τρεμίζουν,
σπαθιά της πιο μεγάλης ερημιάς
στον λόφο εκείνο του θρηνητικού Δεκέμβρη
όταν ασπαζόμενοι το πετρωμένο μέτωπο της μάνας αναγνωρίσαμε
στη διαφάνεια του ποταμού του φεγγαριού τη γαλήνη.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία είναι από την ταινία του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, Το λιβάδι που δακρύζει (2004). Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly