frear

Η κούνια και τα λάχανα – της Nόνης Σταματέλου

Κάποια χρόνια της δικτατορίας, το δημοτικό σχολειό λειτουργούσε και το απόγευμα.

Ήταν για μας διασκέδαση, καθώς χτυπούσε η καμπάνα της εκκλησίας και τρέχαμε όλα τα παιδιά στα Καλυβάκια, ένα όμορφο μέρος πάνω απ΄ τη θάλασσα. Πριν μπούμε στις αίθουσες, βρίσκαμε πάντα χρόνο να μιλήσουμε, να παίξουμε, να πιάσουμε τζιτζίκια και «ξωμάνες». Αν έλειπε ο φόβος του δασκάλου, που ήταν μόνιμος, η ζωή μας σ’ εκείνο το ειδυλλιακό μέρος θα ήταν ευτυχισμένη.

Αυτό που με έσωσε τελικά τότε πρέπει να ήταν η αγάπη μου για τα βιβλία, ίσως γιατί μου πρόσφεραν έναν καινούριο κόσμο που μέσα του ταξίδευα. Η γνώση ήταν για μένα χαρά και μου άρεσαν όλα τα μαθήματα. Συχνά χάιδευα τα βιβλία και τα τετράδιά μου, τους έδειχνα τρυφερότητα. Ήταν παράξενο πραγματικά πώς τα διατηρούσα τόσο καθαρά και ατσαλάκωτα στις δυό γωνίες αφού δεν είχαμε τσάντες σαν τις σημερινές.
Δυό περιστατικά έχω ζωντανά στη μνήμη μου απ’ το απογευματινό σχολείο.

Το πρώτο έχει να κάνει με τον μεσημεριανό ύπνο που ήταν υποχρεωτικός. Μάλιστα. Αλλιώς έπεφτε ξύλο. Αφού οι γονείς μας έλειπαν στα χωράφια, η συνεργασία τους με τον δάσκαλο ήταν αυτονόητη, επομένως δεν έπρεπε να αλητεύουμε τα μεσημέρια στους δρόμους και στις αλάνες. Έπρεπε λοιπόν να κοιμόμαστε. Ναι αλλά τότε για μας «ο ύπνος ήταν ένα κομμάτι μείον απ΄τη ζωή», όπως έλεγα μέχρι και τα 40 μου χρόνια. Ποιός να μας βάλει για ύπνο, ποιός να μας τρυφερέψει… κι αν υπήρχε σε κάποια σπίτια ή γιαγιά, ποιος την άκουγε… Κρυβόμαστε στα σπίτια, στα κοντινά χέρσα χωράφια που τα λέγαμε «κήπους», πού κήπος στο χωριό τότε αφού δεν υπήρχε νερό… και παίζαμε όσο πιο βουβά γινόταν, αφού ο Α.Τ. χτένιζε όλο το χωριό και σε κάθε «παρανομία» που αντιλαμβανόταν σφύριζε, με τη γνωστή σφυρίχτρα που ο ήχος της μας έκοβε το αίμα.

Κάποιο από κείνα τα μεσημέρια, ήμουν κάτω στον «κήπο» μας μόνη μου και έκανα κούνια. Ο αδελφός μου είχε φτιάξει μια κούνια στο πιο ψηλό κλαδί της μυγδαλιάς, από χοντρό σχοινί κι ένα μαξιλαράκι, απ’ την οποία περνούσαν το βραδάκι όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Η κούνια μού έδινε τη δυνατότητα να μην πατώ στη γη αφού αυτό που ονειρευόμουν μικρότερη πριν πάω στο δημοτικό, να αποκτήσω φτερά, έμαθα αργότερα ότι ήταν αδύνατο. Πατούσα λοιπόν με δύναμη στο χώμα το αριστερό μου πόδι, έπαιρνα φόρα μεγάλη, έπειτα το μάζευα και καθώς υψωνόμουν τέντωνα και τα δυό μου πόδια, πήγαινα αρκετά ψηλά πολλές φορές, μπρος και πίσω κι όταν η ταλάντωση μίκραινε, πατούσα πάλι στο χώμα το αριστερό πόδι και συνέχιζα με το κεφάλι προς τα πάνω να κοιτάει τα σύννεφα.

Όσο πιο ψηλά πήγαινε η κούνια κι εγώ μαζί της, τόσο περισσότερο λύγιζε και κουνιόταν ο μεγάλος φουντωτός κλώνος της μυγδαλιάς.

Δεν είχα υπολογίσει ότι ενώ υπήρχε πλήρης άπνοια, η μυγδαλιά πρόδιδε τη μεσημεριανή μου απόλαυση.

Ο δάσκαλος έπιανε συχνά μια θέση στο καφενείο του μπαρμπ’ Άγγελου, στο τζάμι και έλεγχε από κει την περιοχή. Ανάμεσα στο παράθυρο του καφενείου και στον κήπο μας υπήρχαν άλλα δέντρα, οι κυδωνιές του Πανωλιά, η καρυδιά της θεια Κούλας, όμως η κούνια με πρόδωσε καθώς ο Α.Τ. κατάλαβε πως κάτι γινόταν και όταν διαπίστωσε πως κάποιος κουνιόταν, σηκώθηκε για να διακρίνει καλύτερα. Ο ήχος της σφυρίχτρας ήταν για μένα, το ήξερα! Κάτι φώναξε αλλά απ’ την τρομάρα μου δεν το πρόσεξα. Κατέβηκα γρήγορα, ήρθα σπίτι, σίγουρα είχα ταχυπαλμία, δεν ήθελα να πάω σχολείο όταν χτύπησε η καμπάνα.

Ήμουν απ’ τα παιδιά που είχαμε πείσει τον δάσκαλο ότι κοιμόμαστε τα μεσημέρια, γιατί σε όλη τη διαδρομή προς το σχολείο τρίβαμε τα μάτια μας δυνατά, τα κοκκινίζαμε και δείχναμε αγουροξυπνημένοι. Ήταν ένα κόλπο που είχε πιάσει για τα καλά. Τώρα που το σκέφτομαι, απορώ και οργίζομαι. Ήταν επικίνδυνο, καθώς τα χεράκια μας πιάνανε χώματα, ξύλα, χόρτα και κάθε λογής πράγματα… Η ανοησία σε όλη αυτή την υπόθεση ήταν ότι αν κάποιο παιδί κοιμόταν στ’ αλήθεια, δεν έπειθε τον δάσκαλο και πολλές φορές έτρωγε ξύλο… Τελικά αποφάσισα να πάω κι ο Θεός βοηθός. Άλλωστε το «πάτερ ημών» είχε μπει σε λειτουργία αμέσως…

Όταν φτάσαμε, με φώναξε στο γραφείο. Πήγα προετοιμασμένη να αντιδράσω. Μπήκα μέσα, τον κοίταξα στα μάτια και του είπα «Συγνώμη κύριε που έκανα κούνια, αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ γιατί χτυπούσε η καμπάνα λυπητικά». Η λέξη «πένθιμα» πολύ αργότερα μπήκε στη ζωή μου. Η αλήθεια είναι ότι εκείνη τη μέρα είχε πεθάνει η θειά Αντριάννα η Χαβανού, μυθικό πρόσωπο αφού είχε φτάσει εκατόν τριών χρονών κι εμείς τα παιδιά νομίζαμε ότι ήταν μάγισσα. Την είχα δει μια φορά στον πλάνατο της Αγι’ Αναστασάς, είχε στην πλάτη μια μεγάλη καμπούρα, κάτι τέτοιο είχα δει μόνο στα παραμύθια κι ένα δόντι.

Είχαμε μια καμπάνα τότε στην Παναγία, που χτυπούσε πολύ μελωδικά, ειδικά όταν χτυπούσε για κηδεία, εκείνο το «ντιν-νταν» περνούσε μέσα στο αίμα σου και σε ανατρίχιαζε. Θυμάμαι όταν άκουγα αυτόν τον ήχο κι ήμουν μόνη στο σπίτι φοβόμουν πολύ. Αργότερα αναγνώρισα μέσα μου εκείνο το συναίσθημα σε πολύ δύσκολες στιγμές της ζωής μου, κυρίως συνδεόταν με απώλειες αγαπημένων.

Ο δάσκαλος με αγριοκοίταξε, με απείλησε πως αν ξανακουνηθώ μεσημέρι, θα με κλείσει μέσα. Εννοούσε πως όταν όλα τα παιδιά σχολάσουν, εμένα θα με κρατήσει κλειδωμένη μέσα σε μια αίθουσα. Συνήθιζε να επιβάλλει αυτό το είδος τιμωρίας και φοβόμαστε όλα τα παιδιά, γιατί στο μεταξύ κυκλοφορούσαν διάφορες ιστορίες με νεράιδες που ζούσαν απέναντι, στης κουκουβάγιας το κοντρί κι ερχόνταν και χτύπαγαν τα τζάμια της αίθουσας όταν έφευγε ο δάσκαλος.

Κατέβασα το κεφάλι. Γλύτωσα τη βέργα κι ήταν κι αυτό κάτι. Γλύτωσα το κλείδωμα στην αίθουσα, ακόμα καλύτερα! Πάντως, όταν βλέπω κούνια, σπάνια αντιστέκομαι και τώρα που μεγάλωσα.

Το δεύτερο περιστατικό ήταν με τη δασκάλα την Κούλα. Ήταν ξαδέλφη του πατέρα μου. Ήταν χοντρή και βαρετή. Δεν μου έμαθε απολύτως τίποτα. Μας μιλούσε πολύ για τις κόρες της και τις παίνευε. Μας σήκωνε στον πίνακα για να πούμε μάθημα. Έστελνε ένα αγόρι να πάει στα χωράφια να της φέρει μια καλή βέργα. Μας χτυπούσε στα πόδια με δύναμη. Εμένα, επειδή όταν με σήκωσε στον πίνακα να πω το μάθημα για την αγελάδα δεν είπα ότι «έχει κέρατα για να προφυλάσσεται απ’ τους εχθρούς της», αλλά είπα μόνο «έχει κέρατα», με χτύπησε στα πόδια και με έτσουζαν πολύ και φυσικά ήταν ριγέ για μέρες. Με τρομοκρατούσε πολύ συχνά λέγοντας «Δε θα δω τον Γεράσιμο;». Όταν συναντούσε τον πατέρα μου του έλεγε πως ήμουν τεμπέλα κι ο πατέρας μου στενοχωριόταν. Για κάποιο λόγο βέβαια δεν την πολυεμπιστευόταν και καταλάβαινε ότι εγώ με τα γράμματα τα πήγαινα καλά. Ευτυχώς την είχα μόνο στην τετάρτη τάξη κι όλο έλειπε.

Ήταν μια Παρασκευή μεσημέρι και η δασκάλα η Κούλα μας είπε πως θα πάει κάπου και θα γυρίσει. Οι άλλοι δυό δάσκαλοι μπήκαν στις τάξεις τους για μάθημα και μας είπαν να καθίσουμε αμίλητοι στη δική μας μέχρι να ‘ρθει η δασκάλα μας που είχε μια δουλειά. Έβαζαν μάλιστα τότε κάποιο παιδί να προσέχει τα υπόλοιπα και ήταν πραγματικά μια ευκαιρία να φανεί ο χαρακτήρας μας. Υπήρχαν παιδιά που έγραφαν σ΄ ένα χαρτάκι τα ονόματα των παιδιών που δεν συμπαθούσαν και το έδιναν στο δάσκαλο.

Πήρα μεγάλη χαρά που έλειπε η δασκάλα διότι μπορούσα να πάρω απ’ τη βιβλιοθήκη και να διαβάσω τους Μύθους του Αισώπου με την ησυχία μου. Σε μια άλλη απουσία της δασκάλας είχα προλάβει κι είχα διαβάσει «Τα μυστικά του βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα.

Επειδή η δασκάλα αργούσε και κόντευε η ώρα να σχολάσουμε, ο Α.Τ. έστειλε εμένα και την Άννα της Γαλήνης κάτω στο χωράφι που το έλεγαν «αφεντικό» γιατί εκεί είχε πάει να μαζέψει χόρτα. Το χωράφι εγώ το ήξερα γιατί είχαμε κι εμείς εκεί και το αγαπούσα, είχε την Άνοιξη αγριογλαδιόλες που στο χωριό τις λέγανε «κοκοτούς», προφανώς γιατί το άνθος τους έμοιαζε με λειρί. Μου άρεσε να πηγαίνω στο «αφεντικό». Ήταν δίπλα από μια ροντογιανέικη γειτονιά, τα Νταλακράτα, που πρωτοπήγα όταν επέστρεψα στο χωριό μετά από χρόνια που ήταν αλλιώς μέσα μου οι αποστάσεις και τα πράγματα. Τότε οι αποστάσεις φάνταζαν τεράστιες στα μάτια μας.

Ανάμεσα απ’ το χωράφι και τον δρόμο υπήρχαν μεγάλες βατσινιές. Άγριοι θάμνοι με αγκάθια μέσα σε χαντάκι. Όταν πλησιάσαμε ακούσαμε ένα βογγητό πόνου και γρήγορα είδαμε τη δασκάλα μας ανάσκελα, με σκισμένο καλσόν και αίματα στα πόδια. Στο χέρι της κρατούσε ένα μαχαίρι, ενώ μια σακούλα γεμάτη χόρτα ήταν στην άκρη του μονοπατιού.

Η άτυχη η δασκάλα η Κούλα, είχε στραβοπατήσει στην προσπάθειά της να κόψει ένα μεγάλο ραδίκι κι έπεσε μέσα στη βατσινιά, στη σούδα, όπως λέμε στο χωριό το χαντάκι.

Προφανώς λόγω κιλών δεν μπορούσε να βγει από κει και μας παρακάλεσε να φωνάξουμε κάποιον δάσκαλο.

Η αλήθεια είναι ότι μας έπιασαν και τις δυό τα γέλια κάτι που δεν μας συγχώρεσε ποτέ και το είπε και στον πατέρα μου. Βάλαμε τα ποδάρια πάνω στις πλάτες και πήγαμε στον Α.Τ. ο οποίος άφησε λίγο νωρίτερα το μάθημα και έτρεξε να συνδράμει την κυρία Κούλα, που βγήκε ασθμαίνουσα, ιδρωμένη και ντροπιασμένη. Πήρε τη μπλε σακούλα με τα λάχανα, μάζεψε τα κομμάτια της και μεταφέρθηκε στη χώρα όπου ήταν το σπίτι της.

Σχολάσαμε όλες οι τάξεις και μέχρι να φτάσουμε στο χωριό λέγαμε για την δασκάλα την Κούλα και τα λάχανα.

Στις 7.00 χτύπησε η καμπάνα για τους Χαιρετισμούς. Μια ακολουθία που χωρίς να την καταλαβαίνω, την απολάμβανα. Είχα και το βιβλιαράκι της μάνας μου και παρακολουθούσα από μέσα. Κάπου κάπου κοίταζα την εικόνα της Παναγίας που με γαλήνευε. Στεκόμουν όρθια στο ίδιο στασίδι, στο αριστερό μέρος της εκκλησίας, εκεί που πάω και στέκομαι μέχρι σήμερα. Εκείνη την Παρασκευή θυμάμαι ότι όταν φίλησα την εικόνα της Παναγίας, αισθανόμουν μια ενοχή γιατί είχα χαρεί λίγο με το πάθημα της δασκάλας. Βέβαια, σαν να είδα φεύγοντας, ένα αμυδρό χαμόγελο στο άγιο πρόσωπο, έτσι μου φάνηκε. Έφυγα ανακουφισμένη. Και σήμερα, μερικές φορές, όταν μιλάω στην εικόνα της, η Παναγία είναι πιο επιεικής απ’ τους ανθρώπους, ακόμα κι από μένα την ίδια.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ο πίνακας της Σοφίας Βλάχου-Πρωτόπαππα «Το παλιό μας σχολειό» είναι εμπνευσμένος απ΄το ομώνυμο ποίημα της Νόνης Σταματέλου. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly