frear

Ποιήματα – του Γιώργου Γκρίλη

Choucas

O Choucas, το παράξενο πουλί
που κρύβει έναν Κάφκα στα φτερά του
ορμάει στου Σαχτούρη την αυλή
κι αυτός πίνει, καπνίζει στην υγειά του

Ο κύριος Μ. μου έφερε ένα αυγό. ‘Μην το φάτε’ με προειδοποίησε ‘είναι κλωσημένο’. Ήταν ένα όρνιο, ένα αρπακτικό. Το μεγάλωσα σαν να ‘τανε παιδί μου. Το αγαπούσα, το τάιζα, το έδερνα. Το είχα δεμένο με μια μεγάλη αλυσίδα ώστε πάντοτε να γυρνάει κοντά μου. Ώσπου μεγάλωσε αρκετά – έγινε πιο ψηλό και από το σπίτι. ‘Τώρα ήρθε η ώρα’ είπα μέσα μου. Έκοψα την αλυσίδα, να δω αν θα επιστρέψει. Επέστρεψε. Χώθηκα με ανυπομονησία στα νύχια του. Πάντοτε ήθελα να πετάξω. Ένιωσα πρώτη φορά στη ζωή μου ελεύθερος! Να νικώ τη βαρύτητα. Να διασχίζω τα σύννεφα. Ο κόσμος να είναι τόσο, μα τόσο, μικρός, σχεδόν ευτελής και υποτακτικός, κάτω απ’ τα πόδια μου. Ώσπου, ξαφνικά, μια αγωνία με κατέλαβε. Έκανε το αίμα μου να μαρμαρώσει. ‘Κι αν… με αφήσει;`

– Ω, μα ελάτε, αργήσατε, που είστε τόση ώρα;
είπε
προσπαθώντας ένα χαμόγελο που μετά βίας
έκρυβε την ταραχή του.
– Μην κάνετε πως δεν ξέρετε κύριε Φραντς
απάντησε ο άλλος, κουρασμένος τάχα.
‘Σκάλιζα, κλάδευα και όργωνα ουρανούς
όπως κι εσείς άλλωστε…’
και του ‘κλεισε το μάτι.

[Choucas είναι το πουλί από το οποίο πήραν το όνομά τους οι Κάφκα. Το είχε και έμβλημα το εμπορικό κατάστημα του πατέρα του Κάφκα. Αναφέρεται στο ποίημα «Ακόμα για τον Κάφκα» του Μίλτου Σαχτούρη, από τη συλλογή του Καταβύθιση.]

*

*   *   *

Μελαγχολία

Στον Κάρολο Μπωντλαίρ

Θέλω να πάει αλλού, ή απλά να προσπεράσει…
Όταν στον ώμο με το χέρι μ’ ακουμπήσει
γίνομαι ευάλωτος και χάνομαι στα δάση,
κάτι απ’ τα μάτια της στα μάτια μου θ’ αφήσει

Σε κάποια ανάκτορα με βρίσκει απ’ τα παλιά σας
κλωτσάω μια μπάλα μες στους άδειους, τώρα, τοίχους,
ύστερα ανοίγω το παράθυρο και… ‘γεια σας’!
Μου δίνει ξόδι δυο αδέσποτούς μου στίχους

Τσιγάρο ανάβω απ’ το φεγγάρι κι αργοσβήνω
φοράω τη μάσκα, στη θυμέλη καθώς πάμε
βλέπω τον άγγελο με τον αρχαίο κρίνο
κάτι της λέει στο αυτί – κρυφογελάνε…

Λες την ψυχή να μου ‘χει κλέψει; (Για φαντάσου…)
Και δεν αντέχω ούτε μακριά, ούτε κοντά της…
‘Είμαι ένα άνθος του κακού, στα δάχτυλά σου…’
‘Μελαγχολία…’ μου είπε εκείνη το όνομά της

*

*   *   *

Μυστικός Δείπνος

Μετά από αυτό
πήραμε όλοι να βουτάμε το χέρι στη σαλάτα
ο ένας μετά τον άλλο.
Στο κάτω – κάτω
πιο εύκολα ξεμπερδεύεις με τις Ενοχές
παρά με την Αγάπη.
Ύστερα αρχίσαμε να γκρινιάζουμε…
Να τα λεφτά δεν ήταν καλά…
Να το ένα
να το άλλο…

*

*   *   *

Η προσευχή του Ιωάννη

Θα κάνω κήπο την καρδιά
να ‘ρχονται νύχτα τα παιδιά
κι οι πεινασμένοι…
Όταν στο τέλος νικηθεί
απ’ την ανάγκη η ζωή
να δω τι μένει…

Κι αφήνω μακριά μαλλιά
μήπως και χτίσει μια φωλιά
ο νέος χειμώνας…
Είπαν για πάντα έχεις χαθεί
μα να που ψάχνει να Σε βρει
κι άλλος αιώνας…

Του κόσμου οι γλώσσες μου μιλούν
στα σύνορά τους με καλούν
– κλείνουν το μάτι…
Κι αν ζούμε έτσι, στα φτηνά
θα γεννηθούν όλα ξανά
μες στην Αγάπη….

Να ‘χες σκάλα ουρανέ μου
να σ’ ανέβαινα
και σε κάθε σκαλοπάτι
να σου έφερνα
απ’ την έρημό μου σκόνη
και τα δώρα μου…
Μια καρδιά που Σε διψάει
είναι η χώρα μου…

[Πρώτη εμφάνιση στα Γράμματα. Φωτογραφία: Sohei Szincza. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly