frear

Κώστας Κατσουλάρης: Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά – της Διώνης Δημητριάδου

Κώστας Β. Κατσουλάρης
Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά
εκδόσεις Μεταίχμιο

Υπάρχουν βιβλία που αξίζει να τα προσέξεις ακόμα και από το εξώφυλλο ή ίσως και από τον τίτλο. Εδώ μια εικόνα ενός παιδιού (η φωτογραφία του Λουκά Βασιλικού). Ανοίγεις το βιβλίο και δεν την ξεχνάς. Και ο τίτλος «Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά» φέρνει στον νου στίχους από τη δεύτερη ραψωδία της Ιλιάδας (Β, 488-90)

πληθὺν δ᾽ οὐκ ἂν ἐγὼ μυθήσομαι οὐδ᾽ ὀνομήνω,
οὐδ᾽ εἴ μοι δέκα μὲν γλῶσσαι, δέκα δὲ στόματ᾽ εἶεν,
φωνὴ δ᾽ ἄρρηκτος, χάλκεον δέ μοι ἦτορ ἐνείη

Πόσο αδύναμος ο επικός ποιητής μπροστά στο μέγεθος της εικόνας που θα πρέπει να αποδώσει – μα δεν θα μπορούσε να μιλήσει αντάξια ακόμη κι αν είχε δέκα γλώσσες και δέκα στόματα και άθραυστη φωνή και μέσα στο στήθος του μια χάλκινη καρδιά.

Μαζί η εικόνα του παιδιού και ο στίχος της Ιλιάδας δίνουν μια όψη της ιστορίας που αφηγείται ο Κώστας Κατσουλάρης στο νέο του βιβλίο – γιατί θα μπορούσε να διαβαστεί με τα σημαινόμενα και των δύο. Ένα παιδί σύγχρονο, στην εφηβεία· δύσκολη πάντοτε, ακόμα πιο δύσκολη όταν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα έχει το δικό της φορτίο και το ακουμπάει στους ώμους των ασθενέστερων. Ένα παιδί διαφορετικό ως προς την έφεση για μάθηση αλλά κυρίως ως προς τον τρόπο που αναζητά τη γνώση, τη σχολιάζει, την αφομοιώνει παρεμβαίνοντας στην ουσία των δεδομένων. Ο περίγυρος δεν τον καταλαβαίνει. Τον απομονώνει σε έναν κόσμο δικό του, που εγκυμονεί κινδύνους: την αναζήτηση της επιβεβαίωσης από τους άλλους (ποιοι θα είναι όμως αυτοί οι άλλοι που θα τον αποδεχθούν;), την ισχυροποίηση μέσω της άσκησης βίας (ιδιαίτερα επιρρεπής η νεαρή ηλικία σε ανάλογες εκτονωτικές αντιδράσεις), τη στρεβλή ερμηνεία των αρχαίων προτύπων που διαβάζει στον Όμηρο (μια παράπλευρη αρνητική συνέπεια που κάποιοι την εκμεταλλεύονται), την προσκόλληση στον καθηγητή που τον «εννοεί» και τον στηρίζει, την αναπόφευκτη απομυθοποίηση όλων αυτών στη συνέχεια. Ένα παιδί επικίνδυνα μόνο του. Το παιδί στο εξώφυλλο με την απορία στο βλέμμα, που μοιάζει να θέλει να μιλήσει. Αλίμονο, όμως, δεν θα μας αρέσουν καθόλου αυτά που θα πει ο Νάσος της ιστορίας.

Δίπλα του ο Αργύρης, ο καθηγητής του, ο μέντοράς του. Τι τον φέρνει κοντά του; Είναι μόνο η σχέση μαθητή και καθηγητή, δηλαδή ανάμεσα στον επαΐοντα και στον μαθητευόμενο; Όσοι περάσαμε από αυτόν τον ρόλο ξέρουμε καλά το άνοιγμα ψυχής, όταν συναντάμε κάποιο παιδί που να επιθυμεί το παραπάνω από όσα δίνει το σχολικό βιβλίο, το παραπέρα της γνώσης. Από την αρχή της ιστορίας, όμως, νιώθεις πως είναι και κάτι ακόμα που τον προσελκύει στον ιδιόμορφο αυτόν μαθητή. Η προσωπική ιστορία του Αργύρη (θα την μάθουμε σε όλη της την τραγικότητα στο τέλος) τον προκαλεί εμμονικά σχεδόν να διατηρεί επαφή με τον μαθητή και εκτός της σχολικής διαδικασίας. Και όταν ο Νάσος θα διακόψει αναπάντεχα τη φοίτηση, όταν ξαφνικά θα εξαφανιστεί από προσώπου γης, τότε ο Αργύρης θα αρχίσει τη δική του πορεία αναζήτησης και του προσώπου και μαζί της αλήθειας. Βήμα βήμα θα ανακαλύπτει τα ίχνη και θα συνειδητοποιεί την προσωπική του ήττα. Ρωτώντας, ψάχνοντας σε χώρους σκληρούς, επιχειρώντας ταυτόχρονα τη δική του κατάδυση μετέχοντας σε ψυχαναλυτική ομάδα. Έχει άραγε τη χάλκινη καρδιά που απαιτούν όλα αυτά; Ή μήπως ταιριάζει εδώ ο στίχος του άλλου ποιητή που μιλάει για όσους το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται;

Το μυθιστόρημα ξεχωρίζει για πολλούς λόγους, με πρώτον αυτόν της απόλαυσης που πηγάζει από τη χαρισματική γραφή. Ωστόσο, επειδή αυτός ο λόγος θα πρέπει να θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ για να διακριθεί ένα βιβλίο, αξίζει να επισημανθούν κάποιοι ακόμα:

1. Διάσπαρτες αναφορές γίνονται –χωρίς να διασπούν την πλοκή, ίσα ίσα την ενισχύουν σε δραματικότητα– στο κείμενο της Ιλιάδας (δηλωτική η παρουσία της άλλωστε από τον τίτλο), στις διάφορες μεταφράσεις/αποδόσεις του λόγου του επικού ποιητή και στη σύγχρονη ποίηση που αυτός ενέπνευσε. Τα κεφάλαια του βιβλίου μοιάζει να παρακολουθούν τις πιο δραματικές σκηνές του έπους δημιουργώντας έτσι αναγνωστικούς συνειρμούς και επιτρέποντας προκλητικές ίσως ερμηνείες. Ένα από τα καλύτερα σημεία του βιβλίου συνδέει το πρόσωπο της πλοκής, τον καθηγητή, με τη σκηνή της Ιλιάδας, όπου ο Αχιλλέας έχοντας εκδικηθεί τον φόνο του Πάτροκλου τον βλέπει στον ύπνο του (τον νήδυμον ύπνον) και συνειδητοποιεί σ’ αυτήν την κατάσταση κυριαρχίας του υποσυνειδήτου το οριστικό τέλος της σχέσης με το αγαπημένο πρόσωπο. Είναι αυτή η σκηνή που ο Αργύρης θωρεί πως είναι δηλωτική της δικής του ζωής, ικανή να τον ερμηνεύσει απολύτως.

[…] του ζητάει να αγγιχτούν, αφού άλλη ευκαιρία δεν θα έχουν από τη στιγμή που το σώμα του θα ριχτεί στην πυρά. Ο Αχιλλέας, συγκλονισμένος, του απαντάει ότι όλα όσα ζητάει θα γίνουν όπως ακριβώς τα λέει, και σπεύδει με λαχτάρα να τον πλησιάσει για να αγκαλιαστούν. Καθώς όμως απλώνει τα χέρια, ο ποιητής μας λέει, ‘τα χέρια του έπεσαν στο κενό. Ξέφυγε αυτόματα η ψυχή του Πάτροκλου σαν καπνός / και τρίζοντας βυθίστηκε κάτω από το χώμα’.

2.  Όλη η ιστορία του βιβλίου μοιάζει να συνδιαλέγεται με μια διαπίστωση που κάνουν τα πρόσωπα καθώς αναπαράγουν μια απλή αλήθεια:

[…] τα πράγματα, πράγματι, είτε το θέλουμε είτε όχι, ‘συμβαίνουν’. Κι αφού συμβούν, δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε τίποτε για να τα αλλάξουμε. Στέκονται εκεί, μπροστά μας, πίσω μας, σε ό,τι ήδη αποκαλούμε παρελθόν, και μας κοιτάζουν βουβά και λυπημένα, ακλόνητα κι αμετάκλητα.

Αυτή η συμβιβαστική (ή απλώς ρεαλιστική) στάση έρχεται συχνά σε αντίθεση (ίσως φαινομενική) με την οπτική των ηρώων, που επιχειρούν ο καθένας μια τομή μέσα στον χρόνο που τους δίνεται, μια παρέμβαση στα γεγονότα, που σύμφωνα με τη δική τους κοσμοθεώρηση καθόλου άσχετα δεν είναι από τις κινήσεις τους και τα λάθη τους. Μια ενδιαφέρουσα αντίστιξη.

3. Το βιβλίο είναι τολμηρό. Τολμά να μιλήσει για τον κόσμο των νέων με έναν τρόπο που καταδεικνύει τη μεταμόρφωση της εύπλαστης προσωπικότητας από ενδιαφέρουσα σε επικίνδυνη. Τολμά να δει πίσω από την επιφάνεια των σχέσεων (για παράδειγμα τον τρόπο που μεταδίδεται η γνώση στη σχέση μαθητή-καθηγητή) τις ποικίλες παλινδρομήσεις και ίσως τη ματαίωση και από τις δύο πλευρές. Να δει πίσω από τα καθημερινά πρόσωπα των εφήβων κάτι πιο πολύ από τα γνωστά προβλήματα της ηλικίας. Να δει ένα πρόβλημα δικό μας, των ενηλίκων, που δεν μπορέσαμε να δώσουμε μια ελπίδα για ζωή παρά μόνο τους φορτώσαμε πέρα από τα πολλά μας λάθη και τα δικά μας επιπλέον ψεύτικα όνειρα, τις δικές μας διαψεύσεις και μάλιστα με τον μανδύα των ηρωικών πράξεων του παρελθόντος μας. Η ζωή, όμως, έχει πάντοτε την τελευταία λέξη και μας διαψεύδει διαρκώς. Τολμά , τέλος, (ίσως συγγραφικά αυτή να είναι η μεγαλύτερη τόλμη απ’ όλες) να πει τα πράγματα με το όνομά τους, να μιλήσει για καταστάσεις και για πράγματα του κοντινού μας χρόνου, που είθισται να τα καλύπτουμε με τα συγγραφικά τεχνάσματα της μεταφορικότητας και του υπαινιγμού. Εδώ όλα είναι όπως τα ξέρουμε και τα συζητάμε κατ’ ιδίαν με φίλους. Και από αυτό το σημείο προκύπτει και το 4ο στοιχείο αξιολόγησης, αρχικά ως ερώτημα:

4. Πόσο ικανή είναι η μυθοπλασία (εάν μιλάμε για τη μεγάλη αφήγηση, το μυθιστόρημα) να αποδώσει τη σύγχρονη ρευστή πραγματικότητα, να σχολιάσει πρόσωπα και πράγματα που τώρα κρίνονται; Πόσο πιστά μπορεί να οδηγηθεί σε συμπεράσματα για τις αιτίες των συμπεριφορών η συνείδηση του συγγραφέα που αποτελεί και η ίδια ένα στοιχείο εν εξελίξει μέσα στους στροβιλισμούς της εποχής; Θεωρητικά θα πρέπει να απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά αρνητικά ή έστω με έντονο σκεπτικισμό. Θα τολμήσω να πω, ωστόσο, ότι η συγκεκριμένη γραφή κατορθώνει να υπερβεί εν πολλοίς τον αληθινό αυτό σκόπελο. Ίσως γιατί στρέφει τη ματιά μας σ’ αυτούς που αντιμετώπισαν τον προσωπικό τους δαίμονα πιο παλιά και κατέγραψαν το αποτέλεσμα – δεν είναι τυχαία η αναφορά στον Ρίτσο, στον Χειμωνά (Δες, δάσκαλε, εδώ, τι ξετρύπωσα. Γιώργος Χειμωνάς, Ο εχθρός του Ποιητή. Αυτός το έχει δει όλο το έργο!) στον Μαρωνίτη, για να μη μιλήσουμε για την εμβληματική παρουσία του ομηρικού λόγου. Ίσως γιατί έτσι μοιάζει η τωρινή κατάσταση να είναι μια συνέχεια όσων προηγήθηκαν, και σαν τέτοια είναι πιο εύκολα αντιμετωπίσιμη α. από τους ήρωες, β. από τον συγγραφέα που ποιεί τον μύθο και φυσικά γ. από τον αναγνώστη που εισχωρεί στη γραφή, προβληματίζεται, συμπεραίνει και εν τέλει αξιολογεί.

Η χάλκινη καρδιά του τίτλου και η εικόνα του παιδιού στο εξώφυλλο σε συνδυασμό δίνουν πράγματι εν συνόψει το μυθιστόρημα, που, να το πούμε κι αυτό, πέρα από μια αξιοδιάβαστη ιστορία συνιστά και μια ευκαιρία για την αυτοκριτική, που όλοι θα ήταν καλό να κάνουμε.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly