frear

«Όχι τα λόγια»: Μια ανάγνωση από τον Γιάννη Αντιόχου

Εύη Μαυρομμάτη, Όχι τα λόγια, Ροές, Αθήνα 2018.

Έχω πολύ καιρό να μιλήσω δημόσια για ένα βιβλίο ποίησης κι αυτό συμβαίνει κύρια για δύο λόγους. Ο προφανής είναι πως μάλλον έχω αρχίσει να γερνάω και να γίνομαι ακόμα πιο δύστροπος και ο μη προφανής λόγος, που όμως, πιστεύω, όλοι όσοι ασχολούμαστε με την ποιητική παραγωγή τον κατανοούμε, είναι πως η ποιητική παραγωγή διολισθαίνει μέσα στην κρίση στον αυτισμό.

Βιογραφικό της Εύης Μαυρομμάτη διάβασα στο αυτί του καλαίσθητου τυπογραφικά πρώτου ποιητικού της βιβλίου από τις εκδόσεις Ροές. Θαρρώ πως άργησε να δώσει το ποιητικό της στίγμα αλλά μάλλον σ’ αυτή την ηλικία και με τον τρόπο που το κατέθεσε ‒ίσως είναι πιο σίγουρη για το βήμα της μέσα στην ποιητική λάσπη. Τουλάχιστον θ’ αφήσει σίγουρα ίχνη για να την ακολουθήσουμε.

Το βιβλίο είναι πολύπλοκο και δύσκολο για όποιον επιχειρήσει να κάνει μια αισθητική ή κριτική αποτύπωσή του. Ο τίτλος «Όχι τα λόγια» αποτελεί από μόνος του ένα αίνιγμα. Κι αν «όχι τα λόγια» τότε τι; Ασφαλώς τα κομμάτια σάς λέω και σας πληροφορώ πως πρόκειται για ένα βιβλίο παζλ, τίτλος άλλωστε και του πρώτου ποιήματος, το οποίο προϊδεάζει πως η ποιήτρια έχει κρύψει εντός κάποιες νησίδες κατανόησης.

Υπάρχουν πέντε διασκορπισμένα, διαμοιρασμένα ποιήματα με τίτλο: Curriculum Vitae I ως V, στα οποία σαφώς σκιαγραφεί την ποιητική της περσόνα.

Σύμφωνα με το Curriculum Vitae I, η Εύη Μαυρομμάτη γεννήθηκε τον Απρίλη, διαλέγει τον στίχο του T.S Eliot και τη δηλωτική ημερομηνία Ainlif, δηλαδή τον αριθμό έντεκα (11) ‒αν και θα βρείτε μέσα στις σελίδες του βιβλίου πως το Ainlif είναι αμφίσημο‒ κι έτσι μας συστήνεται για τις καταβολές της, την πίστη της και τη γερμανική της παιδεία ‒μεταφράστρια άλλωστε της γερμανικής γλώσσας με σπουδαίους τίτλους στο εργοβιογραφικό της. Αυτή η γερμανική της παιδεία ασφαλώς την κάνει να ενώνει πρώτα το περίγραμμα:

Ανεβοκατεβαίνει εντός της σκάλες
αχαρτογράφητες ως τώρα
και ενώνει κομμάτια.
Αρχίζει με το πλαίσιο.

Curriculum Vitae II

για να οδηγηθεί στο ΙΙΙ, όπου υπάρχει μια σημαντική αποχώρηση, εικάζω της μητέρας της. Επιστρέφει στη διήγηση του βιογραφικού της μ’ ένα σπαραχτικό για μένα ποίημα: το Curriculum Vitae ΙV όπου καθορίζει ενδελεχώς το πρότυπο του άντρα πατέρα, άντρα εραστή κι αυτό που σε μας τους άντρες είναι άγνωστο, δηλαδή το πόσο προσπαθεί μια γυναίκα να είναι αυτάρκης (χωρίς τον άνδρα). Αν και οφείλω να σας αποκαλύψω πως για την ποιήτρια και η πραγματικότητα είναι αρσενική. Οδηγούμενη όμως στο τελευταίο μέρος του ποιήματος, το V, όπου ευφυώς δεν μπορώ να ξεχωρίσω τις φωνές, ποιος σε ποιον, ποια σε ποιον, ποιος σε ποια κι έτσι βυθιζόμαστε στην αίθουσα του χάους, που τα φύλα δεν έχουν πια νόημα γιατί είναι αστέρια που: θα χορεύουν/ μ’ ακτίνες αιχμηρές/ σφιχτοπιασμένες.

Το βιβλίο περιλαμβάνει μια ενότητα που λίγοι αναγνώστες θα καταλάβουν και ονομάζεται «Οδηγίες Χρήσης». Σε αυτήν, η ποιήτρια δίνει έναν οδικό χάρτη για την ανάγνωση που δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα όπως τελικά καταλαβαίνουμε. Τι παιχνίδι κι αυτό; Μου θυμίζει παλιούς γρίφους, ένα κυνήγι να συναρμόσεις τα κομμάτια της ποίησής της που όμως με μαγικό τρόπο, όπως λέει και η ίδια κάποια κομμάτια θα έρχονται στα χέρια σου. Παρόλο που αυτοαναιρεί τις οδηγίες χρήσης, εγώ σας λέω να την πιστέψετε, αφού χρησιμοποιεί αγκύλες, παρενθέσεις κάθετες γραμμές για ν’ αφορίσει σύνορα μέσα στις λέξεις και τους στίχους της.

Να λοιπόν σε τι διαφέρει και γι’ αυτό με ενδιαφέρει αυτό το βιβλίο: είναι τόσο, τόσο μυστικοπαθές που θέλεις να το φωτοτυπήσεις σελίδα -σελίδα και αφού τις απλώσεις σ’ ένα μεγάλο τραπέζι και να αναδημιουργήσεις το περιεχόμενό του. Δεν ξέρω αν θα γεννηθεί ένα νέο ποιητικό σώμα, αλλά νιώθω πως έχει πολλαπλές αναγνώσεις κι επίπεδα εμβάθυνσης η ποίηση της Εύης Μαυρομμάτη.

Γλωσσικά είναι άρτιο. Η ενασχόλησή της με τη γερμανική γλώσσα την έχει ενδυναμώσει να μην οδηγείται σε λεκτικούς ακροβατισμούς και γλυκιές προσωδίες. Μια ελλειπτική γλώσσα που εμένα με κέρδισε, ενώ η ωριμότητά της φαίνεται μέσα από τις διακειμενικές της αναφορές. Δεν προσπαθεί να κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη με την αναφορά του ονόματος κάποιου, οδηγεί το διακείμενό της ν’ απλωθεί μέσα από το δικό της σώμα κι αυτό πιστέψτε με είναι πολύ σπάνιο στην ελληνική ποίηση.

Περαιτέρω η ποιήτρια αποφεύγει να χρησιμοποιήσει τα τόσο πια χρησιμοποιημένα στη νεώτερη και σύγχρονη ελληνική ποίηση ευφυολογήματα. Βλέπετε υπάρχουν και ποιητές που γνωρίζουν πως τα ευφυολογήματα, κοινώς οι εξυπνάδες, όσο κι αν στέκουν στον καιρό τους ‒συνθήματα στον τοίχο του facebook‒ προδιαγράφουν βραχυπρόθεσμο μέλλον για το ποίημα∙ ενώ θαυμάζω που δεν μπορώ να εντοπίσω επιρροές της από την ελληνική ποίηση. Προφανώς είτε είναι πολύ καλά χωνεμένες, είτε η γέφυρα της επικοινωνίας της οδηγεί απευθείας στον δυτικό κανόνα. Δεν βρίσκω γλωσσικά ολισθήματα ή την υιοθέσια της κοινότοπης αργκό που ταλανίζει τα τελευταία χρόνια τη σύγχρονη ποιητική παραγωγή. Ευτυχώς που αυτή η αργκό, καταρρέει τόσο γρήγορα όσο γρήγορα άνθισε και ακόμα επιμένει να εμφανίζεται στα ροζ ποιήματα των κοινωνικών δικτύων.

Επειδή όμως σύμφωνα με τα δικά μου μέτρα επαίνεσα πολύ το βιβλίο, θα πω πως δεν μου αρέσουν τα σχέδια στο σχήμα αυτού του βιβλίου ‒θ’ ανέπνεαν σε μεγαλύτερο μέγεθος και προσωπικά θα απέφευγα τις ευχαριστίες του τέλους, αλλά αυτό μπορώ να το παραβλέψω καθώς καταλαβαίνω πως πρόκειται για το πρώτο της.

Μου αρέσει «η διάλυση» στο οπισθόφυλλο, το ποίημα που διάλεξε η Εύη Μαυρομμάτη να πλέει μοναχό του, αποκομμένο από το σώμα του βιβλίου. Μακάρι όλοι οι νέοι ποιητές να άφηναν τέτοια ισχυρά ίχνη στην λάσπη της ποίησης.

Α… όπως φιλί

Στον Φώτη

«Αν έχεις αρρωστήσει ήδη μία φορά
φροντίζεις να είναι μικρή η ψαλίδα
ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο.
Έτσι, αν ξανασυμβεί, δε θα χρειαστεί
να πέσεις από πολύ ψηλά».

«Σ’ αυτήν τη δίχως μέλλον ζωή,
εμείς, δοσμένες μόνο στο παρόν,
ζούσαμε –μ’ όλες μας τις αισθήσεις–
τις μέρες, τις ώρες, τα λεπτά».

Κανονικά δεν θα ’πρεπε να προσθέσεις τίποτε άλλο.
Η φράση αυτή της Μπούμπερ-Νόυμαν,
που περιγράφει
τη μορφή της φιλίας της με τη Μίλενα
μέσα στο στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ
–σε αυτήν τη «γέφυρα των κορακιών»–,
τα λέει όλα.

Τα θρεμμένα με μέλλον «κοράκια»
μύησαν αυτές τις δυο γυναίκες
στην τέχνη του να μένεις ακίνητος
μπροστά στην ομορφιά τού τώρα.

(Εντυπωσιάζεσαι. Ζηλεύεις και λίγο.)

Πόσο εύκολο είναι να μπαίνεις καθαρός στο παρόν;
Να στυλώνεις τα πόδια σ’ αυτό που, μεταξύ μας,
είναι και το πιο στέρεο έδαφος που έχεις;

Για μία φορά, στάσου
και κοίταξε ήρεμα εκείνο που δε γνωρίζεις.
Αυτό το φιλί, ας πούμε,
που χτίζει αθόρυβα το οικοδόμημα της νύχτας σου
–μιας νύχτας τυλιγμένης στο γλυκό κουκούλι
της φθοράς–
και είναι τόσο δοσμένο στον εαυτό του
σαν την Ευρυδίκη του Ρίλκε.
Σε αυτό το φιλί
ο χρόνος σταματάει αναπόδραστα
κι είναι αδύνατον να διακρίνεις
αν βρίσκεται στο τέλος του ή στην αρχή.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly