frear

Παπαρούνες… – του Rainer Maria Rilke

Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης

Δεν είχε απολύτως κανέναν στον κόσμο, η μικρή Άντγιε. Ήταν ορφανή. Το χωριό είχε επιφορτιστεί με την ανατροφή της. Ανατροφή;

Με το να πάει, δηλαδή, στο σχολείο. Γιατί κατά τ’ άλλα, κανένας δεν νοιαζόταν γι’ αυτήν. Ο χωρικός στο κόκκινο υποστατικό της έδινε φαγητό. Και αν δεν ερχόταν στην ώρα της, τότε είχαν οι παραγιοί μια μπουκιά παραπάνω. Γι’ αυτό και τους καθόταν στο στομάχι, αυτή η μικρή παλιοζητιάνα. Ακόμα κι εξαιτίας αυτής της παραπάνω μπουκιάς.

Μα και με το σχολείο, τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Ήξερε να απαντήσει σε κάποια, που ρωτούσε ο δάσκαλος, αν όμως πήγαινε να τα πει, οι άλλοι γελούσαν και εκείνη άρχιζε να κλαίει και οι άλλοι γελούσαν τότε ακόμα πιο πολύ. Εντέλει σταμάτησε να πηγαίνει. Κανείς δεν αναζήτησε τη μικρή.

Τριγύριζε λοιπόν ανεπρόκοπη όλη μέρα; Όχι βέβαια! Από νωρίς καθόταν έξω, στο σύνορο του χωραφιού με τις παπαρούνες, και έπλεκε.

Ναι, αυτό της το ΄χε μάθει η μανούλα. Η φτωχή καλή της μανούλα! Βέβαια, το πλεκτό προχωρούσε αργά με τα μακριά μυτερά βελόνια και τα μικρά αδέξια δάχτυλα. Όμως προχωρούσε. Και στην πραγματικότητα, δεν ήταν μόνη. Γύρω της, στην άκρη του χαντακιού, καθόταν μια ολόκληρη αυλή από κυρίες επί των τιμών, φτιαγμένη από παπαρούνες, οι μικρές κούκλες της. Μεγάλες, αλλά και μικρές. Κατακόκκινες, αλλά και πιο σκούρες. Η πιο ωραία ήταν η βασίλισσα. Καθόταν στον θρόνο της, πάνω σ’ έναν μικρό κοκκώδη βράχο, που γυάλιζε αστράφτοντας στον ήλιο σαν ατόφιο χρυσάφι.

Έτσι ξεχνιόταν και εκείνη λίγο μέσα σε αυτόν τον αριστοκρατικό κύκλο. Η Άντγιε καθόταν εκεί, πολύ σοβαρή, και έλεγε στην βασίλισσα ιστορίες. Ω, βέβαια, ήξερε κάποιες. Για τη Σταχτοπούτα, για νάνους και γίγαντες, για πνεύματα και καλικαντζάρους. Η βασίλισσα άκουγε, και οι κόκκινες κυρίες επί των τιμών έγνεφαν πέρα δώθε με το κεφαλάκι.

Όταν πια τους είχε διηγηθεί αρκετά, έπρεπε οι μικρές κουκλίτσες να χορέψουν μεταξύ τους. Πάντα δυο-δυο. Μόνο η βασίλισσα παρέμενε στο θρόνο της κι επέβλεπε τις σειρές του χορού. Έπειτα, επέστρεφαν πάλι όλες, ολόκληρο το πλήθος των κυριών της αυλής, στις θέσεις τους. Η βασίλισσα όμως ήταν πολύ αυστηρή. Αν κάποια από τις δεσποινίδες επί των τιμών λιποθυμούσε κι έπεφτε, δεν της δινόταν χάρη, έπρεπε να πεθάνει. Τότε η Άντγιε έπιανε την καταδικασμένη και διαπερνούσε το όμορφο άλικο κορμί της με το βελόνι πέρα ως πέρα…

Σήμερα η Άντγιε έπλεκε με μεγαλύτερη επιμέλεια από κάθε άλλη φορά. Σηκώνοντας το βλέμμα από τη δουλειά, αντιλήφθηκε, ότι όχι μόνο οι κυρίες επί των τιμών, αλλά και η βασίλισσα, έδειχναν γερασμένες και εντελώς μαραμένες. Βέβαια, κάθονταν εκεί όλη μέρα και ο ήλιος, που τώρα πια είχε γείρει βαθυπόρφυρος δίσκος επάνω στο μενεξεδί βουνό, σήμερα έκαιγε.

Αχνοφέγγοντας, χαμήλωνε η σιγαλιά του δειλινού, σκεπάζοντας βαριά το ίσιωμα με τις παπαρούνες. Στον αέρα απλωνόταν σιωπή –τόση, που κάποιος θα μπορούσε να ακούσει την καρδιά της Άντγιε να χτυπά, αν δεν ήταν τόσο μικρή, που μόλις ακουγόταν.

Η Άντγιε δεν ήθελε να γυρίσει ακόμα σπίτι. Εδώ ήταν πολύ ωραιότερα, απ’ ό,τι εκεί, στης ξένης αγρότισσας, κάτω από το χαμηλό ταβάνι, που έπεφτε συνέχεια ξύλο. Αχ, και φοβόταν τόσο τις ξυλιές! Η μαμά, ποτέ δεν την είχε χτυπήσει. Ποτέ!

Τα μάτια της μικρής βούρκωσαν. Ένιωσε ξαφνικά τόσο έρημη σ’ αυτόν τον μεγάλο, απέραντο κόσμο. Ένα δάκρυ κύλησε καυτό στα χλωμά, παιδικά μάγουλά της. Δεν είχε τίποτ’ άλλο, μόνο αυτές τις μικρές κούκλες!

Τώρα, σκέφτηκε να κόψει καινούργιες, όμορφες, δροσερές. Θα τις άπλωνε πάλι μπροστά της και θα τους έλεγε παραμύθια. Δεν έκλαιγε πια. Καθώς μάζευε τις παλιές κυρίες επί των τιμών, έφεξε μάλιστα για μια στιγμή κι ένα χαμόγελο στα παιδικά της χείλη.

Άρπαξε την κάλτσα που έπλεκε στο αριστερό, ενώ στο δεξί κρατούσε τις μαραμένες παπαρούνες. Έτσι προχώρησε βαθιά μες στο χωράφι, εκεί που άνθιζαν οι ωραιότερες και οι πιο μεγάλες.

«Αυτή θα γίνει βασίλισσα!», φώναξε όλο χαρά και έσκυψε να κόψει το μεγάλο λουλούδι.

Εκείνη τη στιγμή άκουσε πίσω της κατσάδιασμα και φωνές. Ο νεαρός, που είχε στη φύλαξη του το χωράφι, ερχόταν προς το μέρος της στριφογυρνώντας στον αέρα μια μακριά βέργα. Η Άντγιε έβγαλε μια κραυγή, έφυγε γρήγορα μπροστά και έτρεξε όσο μπορούσε βαθύτερα μες στο χωράφι. Πίσω της άκουγε τα βήματα του φύλακα όλο και πιο κοντά.

Έτρεχε, έτρεχε. Τα μάγουλα της ήταν κατακόκκινα. Αγκομαχούσε από τον αγώνα και το φόβο. Στο αριστερό έσφιγγε ακόμα με λύσσα την κάλτσα, στο δεξί κρατούσε τις παπαρούνες.

Τώρα ο νεαρός ήταν πολύ κοντά.

Συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις της φέρνοντας τα χέρια στο στήθος. Ξαφνικά σκόνταψε σε ένα σβώλο χώμα. Έπεσε. Ακούστηκε μια κραυγή.

Έμεινε ασάλευτη.

Με μια βρισιά ο φύλακας έσκυψε από πάνω της. Έπιασε άγαρμπα το μπράτσο της μικρής και σήκωσε το ραβδί. Μα αιφνίδια, το άφησε πάλι να πέσει.

Εκεί, πάνω από τα λουλούδια και το χέρι του παιδιού, έσταζε κάτι κόκκινο… γύρισε ανάσκελα το μικρό σώμα. Το κορίτσι δεν έδειχνε σημεία ζωής. Κάτω απ΄την ξεπλυμένη φτωχική ποδιά ανάβλυζε αίμα στο στήθος της.

Το βελόνι είχε φτάσει στην καρδιά. Τα γαλανά παιδικά μάτια είχαν μείνει ανοικτά. Στα χείλη της απλώνονταν ακόμα μια σκιά αγωνίας και τρόμου.

Η μικρή Άντγιε ήταν νεκρή.

Οι πολύχρωμες όμως παπαρούνες ολόγυρα, έγερναν πάνω από την μικρή τους φίλη και της σιγοψιθύριζαν στην αύρα του δειλινού…

(Μohn, 1895)

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Vincent Van Gogh (1890). Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1875-1926)

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly