frear

Περίπατος στην πόλη – της Δήμητρας Σταύρου

Οι δρόμοι νεόκοποι, χαραγμένοι πάνω στην αρχαία ρότα. Τα κτίρια χτισμένα στο παλιό τους σχέδιο. Τα αγάλματα στημένα κι αυτά στις αρχικές τους θέσεις. Μονάχα ο άνεμος συνεχίζει να στέλνει θρύψαλα, να τσούζουν ακόμη τα μάτια όσων ζουν με τις μνήμες. Και τα μονοπάτια, που κατεβαίνουν στο ποτάμι και ακολουθούν αυτούσια τα αλλοτινά βήματα. Η γκρεμισμένη πόλη με καλωσορίζει. Κάτω από τα πεζοδρόμια ανασαίνουν κόκκαλα αταύτιστων νεκρών.

Μνήμες θόλων και σκιές εκκλησιών, προσόψεις σπιτιών που χαίνουν ακόμη, δοκάρια κρεμασμένα στον αέρα. Η στάχτη είναι ζεστή ακόμη, απόηχος μιας σιωπής παλιάς και ξεχασμένης, διάσπαρτης σε πλατείες κι αγορές. Η αθωότητα με την ενοχή πιασμένες χέρι-χέρι, δίδυμες αδελφές, αξεδιάλυτες, ακολουθούν με βήμα αργό τις όχθες. Γέφυρες πια δεν υπάρχουν.

Άλλοι πάλι, χαρούμενοι, ζευγαρωτοί ή καθ΄ ομάδας, τραβούν αναμνηστικές φωτογραφίες. Χωρίς να υποψιαστούν τίποτε απ’ όλ’ αυτά, προχωρούν παραπέρα γι’ άλλα αξιοθέατα. Με ευγνωμοσύνη τους αφήνω να με προσπερνούν. Μένω μόνη, σκυφτή στη γωνιά μου, με πέλματα πληγωμένα, με τ΄ αυτιά γεμάτα από έναν θρήνο αλλόκοτο, πεθαμένο και ζωντανό συγχρόνως, βρεφικό και ενήλικο μαζί, αθώα μάτια σε χέρια με χειροπέδες, τι να πιστέψω.

Σηκώνω τα μανίκια μου ψηλά, σε μια γωνιά τα ξύλα, στην άλλη τις πέτρες, τη στάχτη, τα κόκκαλα, να προλάβω. Απαλά, χωρίς βιασύνη, να νιώσουν κι οι νεκροί πως κάποιος τους ακούει άκριτα και σιωπηλά, με βλέφαρα χαμηλωμένα. Κατεβαίνω στο ποτάμι να πάρω νερό. Να ξεπλύνω τα αίματα από τα πεζοδρόμια κι απ’ τα παγκάκια, να πάρω τη γκρεμισμένη μου πόλη αγκαλιά, να της χαϊδέψω το μέτωπο, να τη νανουρίσω: ω-ώ, ω-ώ.
Θιαμπόλια γίνονται τα κόκαλα και τραγουδούν μαζί μου.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly