frear

Αλεξάνδρα Επίθετη – δυο ποιήματα

πυροσβέστης

κάποια μέρα, κάποιου έτους
—ούτε που μπορώ να ξεχωρίσω—
καθόμουν όπως κάθομαι
πάντα στην ίδια θέση
στο σαλόνι.
με μια φάτσα πολύ ταλαιπωρημένη,
αλλά ξεκάθαρη.
ήμουν ξεκάθαρος με τον εαυτό μου έστω.
ξεκάθαρος πως είμαι ξοφλημένος,
ξεκάθαρος πως δεν περιμένω άλλο τίποτα πια,
50 χρόνια περιμένω,
και περιμένω
και 50 χρόνια
μόνο περιμένω.(πόσο πρέπει να περιμένεις την ζωή
μέχρι να την κλωτσήσεις στ’ αρχίδια
και να φύγεις τρέχοντας;)
έπιασα ένα ποτήρι στην κουζίνα.
τυφλά έψαξα τον νιπτήρα, ψηλάφησα τον τοίχο για τη βρύση.
άφησα το ποτήρι από κάτω
και ξεχείλισε πολλές φόρες.
κάποιες μέρες, φορές, κάποιους μήνες, (συχνά δηλαδή)
νιώθω σαν τον Πάνθηρα
σ’ εκείνο το ποίημα.
είμαι σε δύσκολη θέση.
δεν έχω καν
κάποια σίγουρη
θέση.

σηκώθηκα απότομα απ’ την καρέκλα μου.
καμία θέση,
καμία θέση πουθενά.

ανηφόριζα το δρόμο σε λίγο.
είναι καμιά φορά λες και παίζεις σε ταινία, έχω να το λέω αυτό. καλοκαίρι είναι συνήθως.
κι η πόλη,
κι οι γυναίκες της
ειρηνικά παραδομένη στον θάνατο τους.
τα χρώματα της περνάνε μέσα σου.
τα χρώματα του κόσμου
τόσο θερμά
που με παγώνουν απ’ τα μέσα.

ΠΑΡΑΙΤΟΥΜΑΙ. ΠΑΡΑΙΤΟΥΜΑΙ.

τρέχω με φόρα πάνω στους τοιχούς
χτυπάω το κέφαλι μου
στα επίπλα,
δεν έχω αφήσει
έπιπλο στο σπίτι
που να μην με ‘χει τραυματίσει.
σα να με σφίγγει η λεωφόρος,
να θέλει η άσφαλτος να με καταπιεί
ή
θέλω εγώ να την καταπιώ
να γίνουμε ένα
να συνεχίζω επ’ άπειρον
γεμάτος μπαλώματα
να συνεχίζω,
απλά να υπάρχω,
μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι
να συνεχίζω.

τα δάχτυλα μου, αυτονομούνται
και σκίζονται στα σημεία
από την πίεση,
από την φωτιά μέσα.
είμαι
ντυμένος πυροσβέστης.
πυροσβέστης
ντυμένος που έχει καταπίει την άσφαλτο
και πάει.

τρέχω πάνω κάτω τη λεωφόρο που περνάμε κάθε μέρα,
ανεβαίνω τους παράδρομους,
πυροσβέστης,
ντυμένος πυροσβέστης.
χωρίς παπούτσια, χωρίς πυροσβεστήρα στα χέρια
κι ούτε πυροσβεστικό στα σκέλια.
ήρθα για να σβήσω την φωτιά σας κυρία μου.

παύση.

την περίμενα χθες το βράδυ
πάλι.
την περίμενα
και μ’ είχε πάρει ο ύπνος στο χαλάκι του διαδρόμου.
πρέπει να κατέβηκε απ’ τις σκάλες του φωταγωγού.
την περίμενα,
και περίμενα.
γύρισε και με βρήκε στο χαλάκι
και με κλώτσησε σα να ‘μουν
ψοφίμι.

την τελευταία φορά που την είδα
ήταν σα τη λυσσασμένη γάτα
πάνω στην καυτή τσίγκινη σκεπή.
άρπαξε ένα κουζινομάχαιρο
και βγήκε τρέχοντας στο μπαλκόνι του 5ου,
με το μαχαίρι με έδιωχνε
από το μπαλκόνι του 5ου,
όμως κατέληξε
να κοπεί στο μπούτι,
όπως ανέμιζε θυμωμένα αλλά δειλά
το μαχαίρι
προς τα ‘μένα.

ΠΑΡΑΙΤΟΥΜΑΙ.

ξεχύθηκα προς τα έξω.
ντυμένος πυροσβέστης.
γύρισα,
ξοπίσω μου εκείνη
με παρακαλάει
να μην φύγω,
να μην πάω πουθενά.
άρπαξα να τη φιλήσω,
μια τούφα απ’ τα μαλλιά της στο χέρι μου.
κάνω να την αγγίξω
και οι σπάγγοι της λύνονται
κι είναι τώρα
μέρες
πεσμένη στο χαλάκι του διαδρόμου,
ανέκφραστο το πρόσωπο της,
μονάχα λίγο πρησμένα τα χείλη.
κάτι προσπαθεί να πει με τα μάτια
και δεν καταλαβαίνω.
την κλώτσησα σα να ‘τανε
ψοφίμι.
κοκαλομένη στο χαλάκι,
την φρόντισα,
την έντυσα,
της χτένισα 100 φορές τα μαλλιά
και μου είπε
«άντε γαμήσου»
με τα μάτια,
εγώ έτσι κατάλαβα.

ΠΑΡΑΙΤΟΥΜΑΙ.

ξεχύθηκα προς τα έξω.

με περίμενε όλο
το βράδυ,
με περίμενε ώρες
μέρες
μήνες στο χαλάκι
του διαδρόμου να γυρίσω.
ανέβηκα τις σκάλες του φωταγωγού.

ξεχύθηκα προς τα έξω,
ντυμένος πυροσβέστης.

ξεχύθηκα στους δρόμους,
τους παράδρομους,
τη λεωφόρο,

και περίμενα να βρω φωτιά να σβήσω.


γλώσσες

το κορμί σου μιλάει
τη γλώσσα
της ανατομίας
των μεσαιωνικών γιατρών,
ντυμένοι επίσημα
κάνουν χειρουργεία
χωρίς αναισθητικά
και γάντια.

το κορμί σου μιλάει
μια γλώσσα
που δεν ξέρω,
και κάθε κίνηση με αφήνει πίσω
τρία καρέ,
που επεξεργάζομαι
αργότερα.

και μυρίζω το αίμα
στις φλέβες σου
που φουσκώνει.
και οι αρτηρίες σκίζονται
και γίνεσαι
ένα αγόρι-πήδακας,
και γεμίζεις το κρεβάτι
ζεστασιά
και μέταλλο.

σκύβεις και δεν σπας,
ούτε καν
ξεχύνονται εντόσθια,
είμαι εντυπωσιασμένος.
νόμιζα το δέρμα σου
ήταν ζελατίνη.

το κορμί σου ουρλιάζει
σε μια γλώσσα
πολύ εκλεπτυσμένη
για να καταλάβω.

τίποτα τόσο όμορφο
δεν σπάει χωρίς
κρότο.

κρατιέμαι πίσω,
με νύχια και δόντια
σκαμμένα μέσα σου,
και για πρώτη φορά
παρατηρώ το στόμα,
και τα μούτρα σου.

ξαφνικά
ξέρω τι μου θυμίζουν
και θυμάμαι
πως είσαι άγριο σκυλί
που δεν ξέρει
την επαφή,
και δεν ξέρει
τον κόσμο,
και τα χέρια που
χαιδεύουν
και δε δέρνουν,
και το άγριο σκυλί
πάντοτε
θα δαγκώσει το χέρι
που το ταΐζει.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Πίνακες: Pat Andrea.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly