frear

Για τις «Ασυνέπειες στις κωμωδίες του Αριστοφάνη» της Μαρίας Γεωργούση – γράφει η Κυριακή Αν. Λυμπέρη

Μαρία Γεωργούση, Οι ασυνέπειες στις κωμωδίες του Αριστοφάνη: Μια ψυχολογική ερμηνεία, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2016.

Το παρόν βιβλίο αποτελεί τμήμα της μεταδιδακτορικής διατριβής της Μαρίας Γεωργούση επί του αριστοφανικού έργου και αφορά μια προσπάθεια ψυχολογικής προσέγγισης και ερμηνείας των παραδοξοτήτων, ασυνεπειών και ανακόλουθης συμπεριφοράς που παρουσιάζουν οι αριστοφανικοί χαρακτήρες κατά την εξέλιξη της υπόθεσης των κωμωδιών του.

Βεβαίως αρκετοί άλλοι ερευνητές, της αλλοδαπής κυρίως, έχουν ήδη ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό των ασυνεπειών προτείνοντας τις δικές του ο καθένας εκδοχές, τις οποίες με κριτική διάθεση παραθέτει η γράφουσα για να δομήσει στο τέλος τη δική της άποψη επί του θέματος με τη συνδρομή των πορισμάτων της σύγχρονης ψυχολογίας. Στην προβληματική της παρουσιάζει ως κομβική αρχή, από την οποία εκπηγάζουν σχετικές με το θέμα σκέψεις, την αναφερόμενη στην Ποιητική του Αριστοτέλη ιδέα της δραματικής ενότητας όσον αφορά την τραγωδία, ώστε δι’ αυτής να επιτυχγάνεται μια (δι’ ελέου και φόβου) ψυχική επίδραση (κάθαρση των παθών) στους ακροατές της. Παρ’ όλο που έχει χαθεί το δεύτερο περί Ποιητικής βιβλίο του, εκ των συμφραζομένων του πρώτου, έπεται ωστόσο, ότι δεν μεταφέρεται αβασάνιστα το πιο πάνω αξίωμα και για την κωμωδία, υποστηρίζει η γράφουσα. Η κωμική ποίηση διακρίνεται σε εκείνη που επιδιώκει τη διακωμώδηση συγκεκριμένων ιστορικών προσώπων και καταστάσεων και σε εκείνη που είναι δυνατόν να μεταδώσει ένα μήνυμα γενικής ισχύος. Από το πρώτο είδος δεν μπορούμε να απαιτούμε τη δραματική ενότητα, ώστε ενθαρρυνόμαστε να προσεγγίσουμε τον τύπο αυτό κωμικής ποίησης, όπως θα αντιμετωπίζαμε και την υπόλοιπη πολυσύνθετη πραγματικότητα. Παραθέτει λοιπόν εδώ τις διάφορες ψυχολογικές θεωρίες που μπορεί να ερμηνεύσουν την έννοια της ασυνέπειας στη συμπεριφορά μιας προσωπικότητας, όπως αυτή που συναντάμε στα αριστοφανικά παράδοξα. Αναφέρει τις θεωρίες των ενστίκτων και ορμών (Freud), σύμφωνα με τις οποίες δημιουργούνται εντάσεις που το άτομο προσπαθεί να ικανοποιήσει, ή τις θεωρίες όπου η ανάπτυξη και αυτοεκπλήρωση είναι το ζητούμενο για το άτομο, ακόμη και εάν προϋποθέτουν αύξηση της έντασης, ή θεωρίες όπου η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα είναι η γενική αρχή, ακόμα και εάν το τίμημα είναι ο πόνος και η ταλαιπωρία. Οι θεωρητικοί της προσωπικότητας έχουν την τάση να χρησιμοποιούν το ένα ή το άλλο μοντέλο προς εξήγηση των συμπεριφορών, όμως στην ουσία οι άνθρωποι πολλές φορές μετέχουν σε περισσότερα του ενός μοντέλα συμπεριφοράς ανάλογα με τον τόπο και την περίσταση. Προσδίδει λοιπόν βαρύτητα κυρίως στα πορίσματα του Rogers ‒o οποίος εν αντιθέσει προς τον Freud που αντιμετωπίζει τα βασικά συστατικά της προσωπικότητας σαν σχετικά αμετάβλητα‒ διατυπώνει την έννοια-κλειδί του εαυτού (οργανωμένο σύστημα αντιλήψεων που μπορεί να αλλάζει, ωστόσο παρουσιάζει μια σταθερότητα) και του ιδανικού εαυτού (η αυτοαντίληψη που κάθε άτομο θα ήθελε να έχει) και την τάση για αυτοπραγμάτωση. Στο υγιές άτομο υπάρχει συμφωνία μεταξύ εαυτού και εμπειρίας, στο δυσπροσάρμοστο οι εμπειρίες που δεν συμφωνούν με τον εαυτό, γίνονται αντικείμενο αμυντικής συμπεριφοράς πχ. άρνησης ή παραποίησης (όπου εδώ εν μέρει συναντάει και τη θεωρία του Freud). Το άτομο λοιπόν είναι δυνατόν να νοθεύει τις αξίες του προκειμένου να λάβει τη θετική αναγνώριση από τους άλλους (κατανόηση επομένως εδώ των προαναφερομένων ασυνεπειών). Η θεωρία του Cattell παρουσιάζεται επίσης, ο οποίος αποδίδει τα ανθρώπινα κίνητρα σε έμφυτες τάσεις και περιβαλλοντικά κίνητρα. Χρησιμοποιεί την έννοια της κατάστασης προκειμένου να καταδείξει την αλλαγή της διάθεσης και την έννοια του ρόλου, πώς η συμπεριφορά δηλ. εκδηλώνεται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Ώστε η συμπεριφορά δεν είναι πάντοτε στατική. Ο Kelly αναφέρεται επιπροσθέτως, ο οποίος πίστευε ότι δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια και ότι τα φαινόμενα έχουν σημασία μόνο όσον αφορά τους τρόπους που το άτομο ερμηνεύει τα φαινόμενα αυτά. Προτείνει το σύστημα των νοητικών κατασκευών με τις οποίες δομεί και ερμηνεύει ένας άνθρωπος τον κόσμο του. Η συμπεριφορά επιλέγεται με τη βάση της όσο το δυνατόν καλύτερης πρόβλεψης των γεγονότων. Εάν αυτό δεν επιτυγχάνεται υπάρχει προσπάθεια διεύρυνσης του συστήματος των νοητικών κατασκευών και τροποποιείται η συμπεριφορά ανάλογα με την περίσταση.

Μετά την παράθεση των ψυχολογικών αυτών αναλύσεων, υπεισέρχεται η Μ.Γ στο αριστοφανικό έργο για να ερμηνεύσει με τη συνδρομή τους, τις ανακόλουθες συμπεριφορές των ηρώων, όπως έχουν επισημανθεί αλλά και σχολιαστεί, από προγενέστερους φιλολόγους. Λαμβάνοντας υπ’ όψη τις απόψεις ότι στις κωμωδίες του Αριστοφάνη υπάρχει το έντονα ρεαλιστικό αλλά και το εικονιστικό στοιχείο (είσοδος του φανταστικού στα πλάνα), θα υποδείξει, δια μέσου της ψυχολογίας, τους τρόπους με τους οποίους η συνέργεια των δυο αυτών στοιχείων συμβάλλει στην παραγωγή του κωμικού αποτελέσματος. Οι απροσδόκητες ανατροπές και οι ανακολουθίες συμπεριφορών που υπονομεύουν τη ρεαλιστικά λογική των έργων και άρα απομακρύνουν -κατά τη γνώμη κάποιων ερευνητών- από την ως αριστοτελική οπτική της αληθοφάνειας και της συνέπειας τους δραματικούς χαρακτήρες, αντιμετωπίζονται όπως ακριβώς είναι και η πραγματικότητα: η ανακολουθία είναι υπαρκτή στην ίδια την ανθρώπινη δράση. Στον Αριστοφάνη υπάρχει διόγκωση και υπερβολή του πραγματικού, αλλά το παράλογο εξακολουθεί να είναι αποδεκτό. Στην ίδια την πραγματικότητα, μια ανεξήγητη συμπεριφορά μπορεί να γίνει κατανοητή υπό το πρίσμα των περιστάσεων, της χρονικής στιγμής, της ψυχολογικής κατάστασης και των ρόλων που διαδραματίζουν τα πρόσωπα. Ανακολουθίες στη συμπεριφορά και εν συνεχεία γλωσσικές ανακολουθίες μπορούν να ερμηνευτούν με ψυχολογικούς όρους. Και επομένως κ α ι αυτές οι συμπεριφορές είναι αληθοφανείς και πληρούν τα αριστοτελικά κριτήρια. Το εικονιστικό δύναται να συνδράμει το ρεαλιστικό στην κατεύθυνση της ανάδειξης της πραγματικότητας. Εξ άλλου στην άποψη ότι οι αριστοφανικοί χαρακτήρες δεν εξελίσσονται σύμφωνα με αιτιολογικούς συλλογισμούς, αντιτάσσει τη σκέψη ότι η εξέλιξη δεν νοείται με ένα μόνο τρόπο. Έτσι έρχεται κοντά στο χεγκελιανό δόγμα “θέση-αντίθεση-σύνθεση” και στη λογική του Μπαχτίν του “άνω κάτω” για το καρναβάλι, όπου οι ανατροπές και αντιθέσεις (πόλεμος-ειρήνη, νέος-γέρος κλπ) των αριστοφανικών έργων, οδηγούν σε μια τελική συμφιλίωση και όπου το “γελοίον” λειτουργεί προς την κατεύθυνση ανάδειξης του “σπουδαίου”, το χαμηλό συνεισφέρει στην ανάδειξη του υψηλού. Οι ανατροπές στο αριστοφανικό έργο δεν είναι αυτοσκοπός και ως τελική λύση παρουσιάζεται συνήθως η αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτεραία φυσιολογική τάξη, ενώ εν τω μεταξύ αυτές έχουν συμβάλλει στην διεύρυνση της νοoτροπίας των ακροατών. Με βάση τη γενική αυτή ιδέα δίνονται και διάφορα επί μέρους παραδείγματα με τα οποία ενισχύει και εξηγεί περαιτέρω τη σκέψη της. Θεσμοφοριάζουσαι, Σφήκες, Βάτραχοι, Ιππής, Εκκλησιάζουσαι, Πλούτος αναλύονται κατά σημεία προς την κατεύθυνση της ανάδειξης της ψυχολογικής ερμηνείας των ανατρεπτικών συμπεριφορών και την ένταξή τους στο πραγματικό.

Για να υποστηρίξει το πόνημά της η συγγραφέας έπρεπε να μελετήσει πολλά γνωστικά πεδία εξ ου και στο τέλος των σελίδων θα συναντήσουμε πλούσια ξένη και ελληνική βιβλιογραφία. Η εργασία αυτή της Μαρίας Γεωργούση έρχεται ευθαρσώς να ενισχύσει το σώμα των αριστοφανικών σπουδών.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

 

 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly