frear

Έθιμα και ήθη – του Γιώργου Παπαθανασόπουλου

Δεν είμαι ο αρμόδιος να κρίνω αν καλώς ή κακώς, αλλά στο απώτερο παρελθόν υπήρχαν έθιμα που όχι απλώς έχουν εξαφανισθεί, αλλά δεν τα θυμάται πλέον κανείς.

Από την τελετή, που προφανώς έγινε στην εκκλησία, εγώ δεν θυμάμαι τίποτα απολύτως. Πιέζω το μυαλό μου μπας και θυμηθώ έστω το Ησαΐα χόρευε, ή το ρύζι με τα κουφέτα, ή τον παπά να ποτίζει με κρασί τους νεόνυμφους, αλλά ματαίως, τίποτα δεν ανεβαίνει στο πάνω ράφι. Όλα αυτά, ή κάπου μένουν κρυμμένα σε άγνωστες γωνιές του μυαλού, ή έχουν σβήσει οριστικά από τον σκληρό δίσκο της μνήμης.

Από ένα σημείο και μετά όμως θυμάμαι πράγματα. Συγκεκριμένα θυμάμαι ότι ήμασταν στην αυλή του σπιτιού του Νικόλα και με κρατούσε ο πατέρας μου από το χέρι, ανάμεσα στους άντρες κι απέναντι έβλεπα τη μάνα μου, όπου ήταν μαζεμένες οι γυναίκες κι έχω την αίσθηση ότι όλοι ήταν χαρούμενοι και κοίταζαν προς την είσοδο της αυλής.

Τότε φάνηκε η Μυρσίνη ντυμένη στ’ άσπρα, καθισμένη στο σαμάρι ψηλά πάνω σ’ ένα άσπρο άλογο. Θυμάμαι ακόμα πως το σαμάρι το είχαν στρώσει μ’ ένα πολύχρωμο κιλίμι, που κάθονταν απάνω η Μυρσίνη, το κιλίμι σκέπαζε το άλογο μέχρι κάτω στην κοιλιά και πίσω μέχρι τα καπούλια. Το άλογο, με το πολύτιμο φορτίο, το κρατούσε από το χαλινάρι, κοντά κοντά για να το κυβερνά καλά, ο Νικόλας με το σκούρο του το κουστούμι. Ο γαμπρός φέρνει τη νύφη, είπαν και τους έριχναν ρύζι.

Το άλογο με τη νύφη ήρθε και στάθηκε στη μέση της αυλής και τότε ο Νικόλας έπιασε το χέρι της Μυρσίνης και τη βοήθησε να κατέβει στη γη απαλά, κρατώντας λίγο και τη μέση της με τ’ άλλο χέρι. Αμέσως κάποιος κάτι είπε για ένα σερνικό παιδί κι ο πατέρας μου άπλωσε το χέρι του που με κρατούσε και τότε αναγκάστηκα κι εγώ να κάνω ένα βήμα μπροστά.

Μ’ άρπαξε τότε ο Νικόλας και με σήκωσε ψηλά πάνω από το σαμάρι. Κάποιος, από την άλλη μεριά από τ’ άλογο, άπλωσε τα χέρια του και μ’ έπιασε, αμέσως με κατέβασε και με πέρασε κάτω από την κοιλιά του αλόγου, τότε μ’ έπιασε από κάτω ο Νικόλας και με σήκωσε πάλι ψηλά πάνω από το σαμάρι, όπου περίμεναν απλωμένα τα χέρια του άλλου. Άκουσα εγώ τότε και μου έμεινε, ότι το πέρασμα πρέπει να γίνει τρεις φορές.

Δεν μπορώ να πω ότι η όλη διαδικασία μου άρεσε και με γέμισε χαρά, θα ήταν ψέμα αν ισχυριζόμουν κάτι τέτοιο, Το αντίθετο, μ’ ενόχλησε κάπως, με φόβισε λίγο αυτό το πέρασμα κάτω από την κοιλιά του αλόγου. Όμως ευτυχώς έγιναν όλα σύντομα.

Το δώρο μου, κατά το έθιμο, γι’ αυτήν τη δοκιμασία, ήταν ένα ψωμί στολισμένο με διάφορα ανάγλυφα, λουλούδια και πουλιά, πασπαλισμένο με άχνη ζάχαρη. Αυτό το ψωμί το λέγανε προβέντα και στους γάμους τότε η κάθε νοικοκυρά έκανε από μια προβέντα και την πήγαινε σαν δώρο.

Κρατούσα με δυσκολία την προβέντα, που δεν ήταν απλώς ένα καρβελάκι ψωμί, αλλά ένα μεγάλο ψωμί, στρογγυλό από ταψί χαλκωματένιο. Γύρισα τα μάτια ψηλά να κοιτάξω προς τον πατέρα μου, μπας και μ’ απαλλάξει από εκείνο το βάρος, αλλά μάταια, ο πατέρας μου είχε ήδη αφήσει το χέρι μου και πιάστηκε στο χορό, προς το τέλος, γιατί μπροστά ο Νικόλας κρατούσε τη Μυρσίνη. Στην απελπισία μου, με το τεράστιο καρβέλι στα χέρια, κοίταξα απέναντι προς τη μάνα μου, αλλά εκείνη γεμάτη χαρά τραγουδούσε μαζί με τις άλλες γυναίκες το τραγούδι της νύφης, χωρίς να μου δίνει καμία σημασία:

«Σημε- καλέ σημέεερα ειν’ άσπρος ουρανός,
αμάν αμάν κυρά μου, σημέεερα ειν’ άσπρη μέρα.
Σημε- καλέ σημέεερα στεφανώνεται,
αμάν αμάν κυρά μου, αετός την περιστέρα».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Wolfgang Suschitzky. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly